Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Κοινός τραπεζικός λογαριασμός - Νομικά ζητήματα




Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 1128/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«…Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α και β του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από τη βούληση του καταθέτη. Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ’ επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 529/2015). Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ’ αυτόν. Κατ’ αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. (ΑΠ 1001/2012). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α΄ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων". Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ’ αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ’ αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 1782/2007). Οι ως άνω διατάξεις είναι προφανές ότι καθιερώνουν κανόνες εξαιρετικού δικαίου και για το λόγο αυτό το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των προϋποθέσεών τους φέρει ο επικαλούμενος την εξαίρεση και ωφελούμενος από αυτήν.


Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 23-11-2012 αγωγής του, εξέθετε σ’ αυτήν ότι διατηρεί και εκμεταλλεύεται από το έτος 1996 και μέχρι την κατάθεση της αγωγής ατομική επιχείρηση …………… ότι από την 30-11-1998 έως την 16-9-2002 διατηρούσε με τον πατέρα του …. κοινό καταθετικό λογαριασμό στην Τράπεζα Εργασίας, η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την Τράπεζα ... A.E., ότι ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε με την εκ μέρους του κατάθεση του ποσού των 10.108.493 δρχ., ποσό που ανήκε εξ ολοκλήρου σ’ αυτόν, ο πατέρας του δε ορίσθηκε συνδικαιούχος του λογαριασμού για λόγους συναλλακτικής ευκολίας και κατ’ εντολή του, καθόσον ασχολείτο με τις εξωτερικές βοηθητικές εργασίες της επιχειρήσεως, η κίνηση δε του λογαριασμού αυτού είχε άμεση σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ότι ο λογαριασμός αυτός την 16-9-2002 παρουσίαζε υπόλοιπο 127.347,12 ευρώ, προερχόμενο αποκλειστικά από τα εισοδήματα της ατομικής του επιχειρήσεως, οπότε και άνοιξε νέο κοινό τρεχούμενο λογαριασμό με τον πατέρα του αυξημένου επιτοκίου στην ... Α.Ε., μεταφέροντας σ’ αυτόν το ποσόν που υπήρχε στην Τράπεζα ... A.E., το υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στις 7-3-2006 στο ποσόν των 442.154,01 ευρώ. Ότι συνδικαιούχος του τελευταίου αυτού λογαριασμού ορίστηκε και ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στη δημιουργία ή στην αύξηση του λογαριασμού, αλλά με τον ορισμό του ως συνδικαιούχου απέβλεπε (ο ενάγων) στην ευκολότερη και ταχύτερη διαχείριση του λογαριασμού, αφενός λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ήδη ο πατέρας τους, αφετέρου δε λόγω του ορατού κινδύνου, σε περίπτωση πτωχεύσεως του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, να χαθούν οι αποταμιεύσεις του, οπότε η προσθήκη του ονόματος του αναιρεσιβλήτου διασφάλιζε σ’ αυτόν επιπλέον το ποσόν των 100.000 ευρώ, που αποτελούσε το κατώτατο διασφαλιζόμενο ποσό ανά δικαιούχο κοινού λογαριασμού. Ότι το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ανερχόταν στις 2-1-2012 στο ποσόν των 628.461,62 ευρώ, οπότε ο αναιρεσίβλητος, ενεργώντας από κοινού με τον πατέρα του, χωρίς να έχει ο ίδιος γνώση και παρά τη σαφή εντολή του και την μεταξύ τους προφορική συμφωνία ότι πριν από κάθε κίνηση του λογαριασμού έπρεπε να τον ενημερώνουν, με προφανή πρόθεση βλάβης του, προέβησαν στη μεταφορά ποσού 604.728 ευρώ από τον ως άνω κοινό λογαριασμό σε νέο κοινό μεταξύ τους λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, ενώ ο πατέρας του, που ασθενούσε βαριά, απεβίωσε στις …. 2012, έκτοτε δε μοναδικός δικαιούχος του νέου λογαριασμού είναι ο αναιρεσίβλητος, γεγονός το οποίο ο τελευταίος απέκρυψε, ο ίδιος δε πληροφορήθηκε την πράξη αυτή του αδελφού του και του πατέρα του στις 31-1-2012 κατά την επίσκεψή του στην ως άνω Τράπεζα για την πληρωμή τρεχουσών υποχρεώσεών του. Ότι περαιτέρω, διατηρούσε αυτός (ενάγων) κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον αναιρεσίβλητο και τον πατέρα του στην Τράπεζα ... Bank κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2009 έως 7-4-2011, οπότε αμφότεροι ενεργώντας από κοινού έκλεισαν το λογαριασμό αυτό και μετέφεραν το ποσόν της καταθέσεως, δηλαδή 201.779,20 ευρώ σε άλλο κοινό μεταξύ τους λογαριασμό, γεγονός που το πληροφορήθηκε αυτός στις 31-1-2012, και ότι στο λογαριασμό αυτό ποσόν 200.000 ευρώ είχε κατατεθεί με εντολή του και για λογαριασμό του με σχετική τραπεζική επιταγή και παρέμενε στο λογαριασμό αυτό μέχρι την 7-4-2011. Ότι το συνολικό ποσόν των καταθέσεων αυτών αποτελείται από δηλωθέντα εισοδήματα από την επαγγελματική του δραστηριότητα μεταξύ των ετών 1997 έως 2011, από τον εκτοκισμό των χρημάτων του, πλέον αποζημιώσεως ποσού 47.226 ευρώ από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου του, ενώ αντιθέτως κατά το αυτό χρονικό διάστημα ο μεν αναιρεσίβλητος δήλωνε μηδαμινά εισοδήματα ή ζημίες από την εργασία του, ο δε πατέρας τους από το έτος 1996 έως το έτος 2004 δήλωνε άνεργος και χωρίς ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια μέχρι το θάνατό του δήλωνε συνταξιούχος με μηνιαίο εισόδημα 850 ευρώ, ποσό που κάλυπτε μόνο τις ανάγκες του. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ζητούσε να αναγνωρισθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου "Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 493 ΑΚ, αποκλειστικός δικαιούχος των χρηματικών ποσών των δύο ως άνω τραπεζικών λογαριασμών και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως από της αναλήψεως των ως άνω ποσών, άλλως από την επίδοση προγενέστερης όμοιας αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας: α) το ποσόν των 604.728 ευρώ και β) το ποσόν των 201.779,20 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή, με την οποία ασκείται αξίωση του ενάγοντος από την εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων κοινού λογαριασμού, είναι ορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, αφού χωρίς να προκύπτει ασάφεια περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Είναι ωστόσο νόμιμη μόνο κατά το ήμισυ των αιτουμένων ποσών, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 361, 493 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ και β΄ του Ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως ισχύουν, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο αναιρεσίβλητος και ο πατέρας των διαδίκων ανέλαβαν από κοινού το σύνολο των ποσών που υπήρχαν στους κοινούς λογαριασμούς και τα οποία κατά την εσωτερική τους σχέση ανήκαν εξ ολοκλήρου στον αναιρεσείοντα, στρεφόμενος δε ο τελευταίος αναγωγικά κατά του αναιρεσίβλητου και επικαλούμενος τη σχέση αυτή, δικαιούται να αναζητήσει κατά του ενός αναλαβόντος το ήμισυ των ποσών αυτών, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ, ενώ για το υπόλοιπο ήμισυ θα έπρεπε να στραφεί κατά των κληρονόμων του θανόντος πατρός του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, με το αιτιολογικό ότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή, ποιο ποσό ανέλαβε καθένας από τους λοιπούς συνδικαιούχους. Και ότι για το λόγο αυτό η αναγωγική αξίωση του ενάγοντος για το σύνολο του ποσού των δύο καταθέσεων θα έπρεπε -μετά από τον προσδιορισμό του ποσού που αναλήφθηκε από κάθε συνδικαιούχο- να στραφεί τόσο κατά του εναγομένου όσο και κατά του πατέρα του και μετά το θάνατό του κατά των εξ αδιαθέτου ή διαθήκης κληρονόμων του, και ότι θα ήταν δυνατό να στρέψει ο ενάγων την αγωγή του μόνο κατά του εναγομένου, εφόσον επικαλείτο ότι στους νέους κοινούς λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί με τον πατέρα του είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, με συνέπεια τότε το ποσό της καταθέσεως να εξαιρείται της κληρονομίας και να περιέρχεται στον εναγόμενο επιζώντα συγκαταθέτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, το δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη ως προς την κυρία βάση της, αφού περιείχε όλα τα στοιχεία που κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων ήσαν αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Επομένως, τυγχάνουν βάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις το μεν από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, το δε από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής, δεδομένου ότι εκτίθεται σ’ αυτήν ότι ο ενάγων - αναιρεσείων ήταν ο αποκλειστικός δικαιούχος των χρημάτων που είχαν κατατεθεί στους δύο κοινούς λογαριασμούς και ότι κατά την προφορική μεταξύ τους συμφωνία θα έπρεπε να ενημερώνεται ο ίδιος, πριν από κάθε κίνηση των λογαριασμών, και κατά συνέπεια με βάση την εσωτερική σχέση μεταξύ όλων των συνδικαιούχων δικαιούτο να αναζητήσει από αυτούς ό,τι αυτοί ανέλαβαν κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται σ’ αυτήν, εάν είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτέθηκε παραπάνω, εφόσον οι διατάξεις του άρθρου αυτού καθιερώνουν κανόνες εξαιρετικού δικαίου και για το λόγο αυτό συνιστούν ένσταση, το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της οποίας φέρει ο επικαλούμενος την εξαίρεση και ωφελούμενος από αυτήν.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ, λόγω της στενής συγγενικής σχέσεως τούτων, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του οικείου παραβόλου στον αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 153/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα...»




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια