Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Αμοιβή Διαμεσολαβητή (Νόμος 4512/2018)




Άρθρο 192:  

1.Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία των μερών.
2. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής:
α) Για απασχόληση έως δύο (2) ωρών η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στα εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ,
β) Για απασχόληση από δύο (2) ώρες και πάνω η ελάχιστη ωριαία αμοιβή ορίζεται στα εκατό (100) ευρώ.
Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
3. α) Αν η διαφορά της περίπτωσης δ' της παρ. 1 Α του άρθρου 182 αφορά διατροφή, ο υπόχρεος της διατροφής καταβάλλει στον διαμεσολαβητή ελάχιστη αμοιβή ποσού εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ. Τυχόν επιπλέον αμοιβή καταβάλλεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών.
β) Στις διαφορές του άρθρου 466 και στις ειδικές διαδικασίες ΚΠολΔ η ελάχιστη αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ.
Αν στις περιπτώσεις α' και β' η διαφορά αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου και εφόσον ο υπόχρεος νικήσει εν όλω ή εν μέρει, το καταβληθέν ποσό της ελάχιστης αμοιβής, αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ., λογιζόμενο ως δικαστικό έξοδο.
4. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο αμοιβής του.


Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/



Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Διαφορές που υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης




«… Σύμφωνα με το άρθρο 182 του Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ 5/Α/17-1-2018) "Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις",  η υποχρεωτική υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για αυτές, ρυθμίζεται ως εξής:

1. Διαφορές που υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία διαμεσολάβησης.
Επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, οι παρακάτω ιδιωτικές διαφορές υπάγονται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης:
α) Οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας, οι διαφορές από τη λειτουργία απλής και σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, οι διαφορές αφενός ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και κάθετης ιδιοκτησίας και αφετέρου στους ιδιοκτήτες ορόφων, διαμερισμάτων και κάθετων ιδιοκτησιών, καθώς επίσης και διαφορές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1003 έως 1031 του ΑΚ.
β) Οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για αποζημίωση ή τους διαδόχους τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρείες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους, εκτός αν από το ζημιογόνο συμβάν επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη.
γ) Οι διαφορές από αμοιβές του άρθρου 622Α του ΚΠολΔ.
δ) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές της παραγράφου 1 περιπτώσεις α' , β' και γ' και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ.
ε) Οι διαφορές που αφορούν σε απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών ή των οικείων τους σε βάρος ιατρών, οι οποίες ανακύπτουν κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των τελευταίων.
στ) Οι διαφορές που δημιουργούνται από την προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων ή υποδειγμάτων.
ζ) Οι διαφορές από τη χορήγηση και τη χρήση πιστωτικών καρτών.
2. Α. Εξαιρούνται από την υποχρεωτική υπαγωγή σε διαμεσολάβηση της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 1 Α:
α) η κύρια παρέμβαση που ασκείται σε συνάφεια με το αντικείμενο των διαφορών αυτών,
β) οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.,
γ) οι διάδικοι που δικαιούνται νομικής βοήθειας κατά το ν. 3226/2004, όπως ισχύει, ή στους οποίους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας κατά τα άρθρα 194 και 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
δ) οι δίκες οι σχετικές με την εκτέλεση,
ε) η ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ,
στ) κάθε άλλη περίπτωση στην οποία δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης κατά τις κείμενες διατάξεις του νόμου,
ζ) οι διαφορές του ν. 3869/2010, η) οι διαταγές πληρωμής,
θ) οι διαφορές, οι οποίες άγονται στη διαδικασία του ν. 3297/2004.
Β. Δικαιώματα ή αξιώσεις των μερών της εν γένει διαφοράς, που δεν περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, δεν υπάγονται στην, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, διαδικασία της διαμεσολάβησης.
Άμα το ανεπιτυχές πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης και της σύνταξης του σχετικού πρακτικού, κάθε μέρος της διαφοράς προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Το ίδιο δικαίωμα έχει κάθε μέρος της διαφοράς για κάθε κεφάλαιο των απαιτήσεών του το οποίο δεν συζητήθηκε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης από υπαιτιότητα του άλλου μέρους, καίτοι αυτό υπαγόταν υποχρεωτικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ανεξαρτήτως του αποτελέσματος αυτής. Αν το ένα μέρος της διαφοράς δεν προσέρχεται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία (φαξ) ή συστημένη επιστολή, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό και το άλλο μέρος προσκομίζει αυτό στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος. Στην τελευταία περίπτωση, με την απόφαση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της διαφοράς, δύναται να επιβληθεί στο διάδικο μέρος που δεν προσήλθε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αν και κλήθηκε προς τούτο, όπως ανωτέρω, χρηματική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και μεγαλύτερη από τριακόσια (300) ευρώ, συνεκτιμωμένης της εν γένει συμπεριφοράς του στη μη προσέλευση στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και επιπλέον χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα με την έκταση της ήττας αυτού. Οι χρηματικές ποινές του προηγούμενου εδαφίου περιέρχονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. στο οποίο κοινοποιείται με επιμέλεια του γραμματέα του Δικαστηρίου αντίγραφο της απόφασης.
Γ. Για τη διαδικασία προσφυγής στη διαμεσολάβηση εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
3. Υποχρέωση ενημέρωσης από τον δικηγόρο.
Πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως, για τη δυνατότητα απόπειρας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις προσφυγής σε διαμεσολάβηση, καθώς και για την τυχόν υποχρεωτική υπαγωγή της διαφοράς ή μέρους αυτής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος. Το ενημερωτικό έγγραφο, το οποίο συντάσσεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης μετά την σύσταση και έναρξη λειτουργίας της, συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος επί ποινή απαράδεκτου της συζήτησής του.
4. Διαδικασία Προσφυγής στη Διαμεσολάβηση.
Α. Για τις διαφορές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο δικηγόρος του αιτούμενου δικαστική προστασία υποχρεούται, ανεξάρτητα από την αξία του ένδικου αντικειμένου, να υποβάλλει σε διαμεσολαβητή από τη λίστα διαπιστευμένων διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παραδίδοντάς του συμπληρωμένο ενημερωτικό έντυπο, το οποίο συντάσσεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης μετά τη σύσταση και έναρξη λειτουργίας της. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί στο άλλο ή στα άλλα μέρη το κατά τα ανωτέρω αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και συνεννοείται με αυτά για την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της συνεδρίας διαμεσολάβησης. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει εγγράφως με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται το περιεχόμενό της και η ημερομηνία της. Η συνεδρία λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επομένη της γνωστοποίησης της αίτησης του προσφεύγοντος στο άλλο ή τα άλλα μέρη, ενώ η διαμεσολάβηση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός των επομένων τριάντα (30) ημερών, που εκκινούν από την επομένη της λήξης της ανωτέρω προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στις παραπάνω προθεσμίες. Τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά, μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους πλην των περιπτώσεων των καταναλωτικών διαφορών και μικροδιαφορών.
Β. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφοτέρων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η συνεδρία της διαμεσολάβησης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχει πρόσβαση το άλλο ή τα άλλα μέρη της διαφοράς. Η διαδικασία τηλεδιάσκεψης μπορεί να πραγματοποιείται και μέσω γραφείου άλλου διαπιστευμένου διαμεσολαβητή που εδρεύει στον τόπο της κατοικίας, εγκατάστασης ή έδρας του άλλου ή των άλλων μερών της διαφοράς.
Η διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ρυθμίζει κάθε αναγκαία τεχνική, διοικητική ή άλλη λεπτομέρεια.
Γ. Αν κατά την αρχική συνεδρία της διαμεσολάβησης τα μέρη της διαφοράς δεν συμφωνήσουν να προχωρήσουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης, τότε θεωρείται ότι έχει πληρωθεί η υποχρέωση του παρόντος άρθρου και συντάσσεται πρακτικό.
5. Η υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εφαρμόζεται όταν η πρόσκληση για προσφυγή σε αυτή περιλαμβάνει πρόσωπο ή πρόσωπα αγνώστου διαμονής.
6. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
7. Αν συναφθεί συμφωνία υπαγωγής στη διαμεσολάβηση, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου…»





"Η ισχύς του παρόντος Κεφαλαίου Β' αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην του άρθρου 182 που τίθεται σε ισχύ εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευσή του και καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα στον πρώτο βαθμό, τα οποία κατατίθενται μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των εννέα (9) μηνών".


Στεφανία Σουλή  
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια   
http://www.stefaniasouli.gr/

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Κοινοποίηση πρακτικού αναβολής με email (Δικαστική απόφαση)





Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 1437/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

«… Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 686 ΚΠολΔ, όταν κατατίθεται αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η γραμματεία του Δικαστηρίου υποβάλλει αμέσως την αίτηση στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδίκη, ο οποίος ορίζει τόπο, ημέρα και ώρα για τη συζήτησή της, διατάζει την κλήση εκείνων κατά των οποίων απευθύνεται η αίτηση και ορίζει τον τρόπο, κατά τον οποίο θα γνωστοποιηθεί σ’ αυτούς η κλήση, καθώς και το χρονικό διάστημα που πρέπει να μεσολαβήσει, κατά την κρίση του, μεταξύ της επιδόσεως της κλήσεως και της συζητήσεως. Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου «η γνωστοποίηση γίνεται με επίδοση εγγράφου που εκδίδεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο αναγράφεται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζήτησης ή με τηλεγραφική ή με τηλεφωνική πρόσκληση της γραμματείας του δικαστηρίου ή με ηλεκτρονικά μέσα με δαπάνες του αιτούντος. Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης μπορεί συγχρόνως με την επίδοση της κλήσης να διατάξει και την επίδοση αντιγράφου της αίτησης». Περαιτέρω, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως αναβληθεί εν απουσία ενός των διαδίκων, πρέπει να του επιδοθεί αντίγραφο των πρακτικών της αναβολής, ώστε να λάβει γνώση του προσδιορισμού της νέας δικασίμου, αφού δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη διαδικασία οι διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δηλονότι δεν γίνεται εγγραφή της αιτήσεως στο πινάκιο, ώστε να επέχει, σε περίπτωση αναβολής, θέση κλητεύσεως για όλους τους, νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντες, διαδίκους (ΜΠρΘεσ 1948/1997 Αρμ 1998. 211, ΜΠρΠειρ 419/1989 Δίκη 20. 243, Γεωργίου, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1995, σελ. 36, Μπρακατσούλα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1994, σελ. 56). Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η κλήτευση του καθ’ ου η αίτηση, αν δε διατάχθηκε να γίνει κατά τον ειδικό τρόπο που προβλέπει το άρθρο 686 παρ. 4 ΚΠολΔ, γίνεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 10474/2000 ΔΕΕ 2001. 903, ΜΠρΑθ 2507/1988 ΕλλΔνη 30. 639).Εξ άλλου, η τήρηση της εκ της διατάξεως του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ απορρεούσης θεμελιώδους αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως επιβάλλει, προκειμένης επ’ ακροατηρίω συζητήσεως, την σε περίπτωση απουσίας ενός των διαδίκων πρωταρχική και αυτεπάγγελτη έρευνα περί της νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως του απολιπομένου διαδίκου και, σε αποφατική περίπτωση, την κήρυξη απαραδέκτου της συζητήσεως (Παρμ. Τζίφρα, Ασφαλ. Μέτρα, Δ΄ έκδ., σελ. 26). Οι διατάξεις για την κλήτευση ως κανόνων δημοσίας τάξης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικονομικής σύμβασης γιατί διαστρεβλώνουν τη διαδικασία (Νίκας Πολιτική Δικονομία ΙΙ σελ 19). Τέλος επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή άλλο κατά νόμο όργανο είναι ανυπόστατη και δεν παράγει έννομες συνέπειες (πρβλ. ΕφΑθ 584/1984 NοB 1984.510, ΕφΑθ 9871/1980 ΑρχΝ 1981.161)…

… Σημειώνεται ότι η 7η και 8η των καθ’ ων της α αίτησης (5ηκαι 6η των καθών των β και γ αιτήσεων) δεν παραστάθηκαν σε καμία δικάσιμο αφού κλητεύθηκαν μόνο για τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής (βλ. τις υπ αριθμ 6534ΣΤ, 6535ΣΤ, 6536ΣΤ, 6537ΣΤ, 6538ΣΤ, 6539ΣΤ/10.03.2017 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή) και όχι για την αρχική δικάσιμο της 07.04.2017. Προκύπτει περαιτέρω, από τα προσκομισθέντα ανεπισήμως μεταφρασθέντα από την αγγλική γλώσσα email (αφού δεν πιστοποιείται ότι η συγκεκριμένη μετάφραση αποτελεί ακριβή μετάφραση των εγγράφων και ότι ο μεταφράσας γνωρίζει την αγγλική γλώσσα κατ άρθρο 36 παρ 2 περ γ του Κώδικα δικηγόρων) ότι απεστάλη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον 2ο καθ’ ών, κοινοποιούμενο προς τις 1η, 3η, 4η, 5η, και 6η των καθ’ ών δια του οποίου ενημερώνει ότι η υπόθεση ανεβλήθη για τη σημερινή δικάσιμο (31.08.2017). Η γνωστοποίηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που προσκομίζουν ωστόσο οι αιτούσες δεν είναι σύννομη, καθώς αυτή πρέπει να διαταχθεί από τον προσδιορίσαντα την αίτηση δικαστή κατά τον ίδιο τρόπο που διατάσσεται η τηλεγραφική ή τηλεφωνική κλήση. Εξάλλου η γνωστοποίηση της παρ. 4 του άρθρου 686 ΚΠολΔ πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με την παρ 5 του άρθρου 122 ΚΠολΔ, που ορίζεται ότι «5. Τα δικόγραφα είναι δυνατόν να επιδίδονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του προεδρικού διατάγματος 150/2001. Το δικόγραφο που έχει επιδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι επιδόθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από τον παραλήπτη ηλεκτρονική Απόδειξη, που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την άνω έννοια και θα ισχύει ως έκθεση επίδοσης.». Η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης επιβάλλει την παρεμβολή τρίτου προσώπου για την γνωστοποίηση ή κοινοποίηση δικασίμου (δικαστικό επιμελητή, γραμματεία δικαστηρίου) και σε κάθε περίπτωση, πιστοποίηση ότι ο παραλήπτης έλαβε γνώση αφού το άρθρο κάνει λόγο για γνωστοποίηση. Η απλή αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου και χωρίς τις προϋποθέσεις της παρ 5 του άρθρου 122 ΚΠολΔ δεν μπορεί να νοηθεί ως γνωστοποίηση δικασίμου και δεν είναι σύννομη. Εν προκειμένω δεν είναι σύννομη και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι καθ’ ών παραλήπτες των αποσταλέντων email δεν προκύπτει αν έλαβαν (πραγματική) γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η παρ 5 του άρθρου 122 ΚΠολΔ με προεδρικό διάταγμα, για την κλήση σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης των ασφαλιστικών μέτρων και σε περίπτωση που κάποιος διάδικος δεν παρίσταται, απαιτείται κοινοποίηση πρακτικού αναβολής ή γνωστοποίηση μέσω της Γραμματείας του Δικαστηρίου. Από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στους καθ’ ων και πρακτικό αναβολής, ώστε να λάβουν γνώση της παρούσης, μετ’ αναβολή, δικασίμου. Σε κάθε περίπτωση εν προκειμένω θα έπρεπε να αποσταλεί με ηλεκτρονική ειδοποίηση (email) ακριβές αντίγραφο του πρακτικού αναβολής, η παραπάνω δε συνταχθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία να έχει προσκομισθεί σε ακριβή μετάφραση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 παρ 2 περ γ του Κώδικα δικηγόρων. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι για κάθε επόμενη συζήτηση συμπεριλαμβανομένης και της 31.08.2017 ισχύει η παράγραφος ΙΙΒ του πρακτικού συμβιβασμού στο οποίο αναγράφονται τα εξής «Ότι ενόψει των ανωτέρω συμφωνήθηκε η αναβολή συζήτησης των ως άνω αιτήσεων 30.06.2017, θα αναβάλλεται δε περαιτέρω όσο οι καθ’ ων θα τηρούν τις ως άνω αναλα(μ)βανόμενες υποχρεώσεις τους. Ο ως άνω όρος (σύμφωνα με τον ισχυρισμό των αιτουσών) δεν κάνει λόγο για ματαίωση της συζήτησης ούτε για κλήτευση με δικαστικό επιμελητή αλλά αντιθέτως κάνει λόγο για αναβολή για τη συζήτηση της 30.06.2017 και ότι η ίδια συζήτηση θα αναβάλλεται περαιτέρω όσο οι καθ’ ων θα τηρούν τις υποχρεώσεις τους, ότι τέτοια δε μόνη αναβολή είναι για τη σημερινή δικάσιμο, επιπροσθέτως δε ουδέποτε οι καθ’ ων ζήτησαν να κλητευθούν με δικαστικό επιμελητή». Οι ως άνω ισχυρισμοί τυγχάνουν μη νόμιμοι καθώς δεν μπορούν οι διατάξεις για τις επιδόσεις ως δημοσίας τάξης να αποτελέσουν αντικείμενο δικονομικής σύμβασης ενώ και η (μη) επίδοση κλήσης προς συζήτηση όπου απαιτείται, χωρίς δικαστικό επιμελητή όπως κατά τις αιτούσες δεν απαίτησαν οι καθών, θα ετύγχανε ανυπόστατη διαδικαστική πράξη. Εν όψει τούτων πρέπει, σύμφωνα και με τα εν αρχή αναφερόμενα, να κηρυχθεί η παρούσα συζήτηση, λόγω μη κλητεύσεως των καθ’ ων η αίτηση, απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την παρούσα συζήτηση…» 

 

Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/