Translate

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Αντισυνταγματικότητα υποχρεωτικής έγγραφης προδικασίας διαμεσολάβησης. Αποζημίωση χρήσης. Αποζημίωση λόγω φθορών στο μίσθιο.

 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 372/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ. 


"... I. Oι κρινόμενες αγωγές, που είναι εκκρεμείς στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, διότι υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία του άρθρου 614 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι συναφείς και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιπλέον επέρχεται μείωση των εξόδων [άρθρο 246 ΚΠολΔ].

 

II. Από την υπ' αριθ.../22-01-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, …. που προσκομίζει, μετ' επικλήσεως, η ενάγουσα πpoκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της Α' αγωγής με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-012020, με πράξη ορισμού δικασίμου, και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 06-05-2020 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής των εργασιών των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοΐού και εν συνεχεία μεταφέρθηκε οίκοθεν αρχικά στη δικάσιμο της 12-11-2020 και εν συνεχεία στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην εναγόμενη, η οποία όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην σειρά της έκτου οικείου πινακίου και δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση αυτής, με συνέπεια να δικάζεται ερήμην, κατ' αρ. 271, 591 ΚΠολΔ. Ακόμα από την υπ' αριθ. Γ-9572/ 01-07-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, ., που προσκομίζει, μετ' επικλήσεως, η ενάγουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της Α' αγωγής με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./30-06-2021, με πράξη ορισμού δικασίμου, και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην εναγόμενη, η οποία όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην σειρά της εκ του οικείου πινακίου και δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση αυτής, με συνέπεια να δικάζεται ερήμην, κατ' αρ. 271, 591 ΚΠολΔ.

III. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα [κατάλληλα] για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή. Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 10/2017 ΤΝΠ Νόμος). Με τον ν. 4640/2019 (ΦΕΚ ΑΧ 190/30-11-2019 και Διορθώσεις Σφαλμάτων ΦΕΚ Α’ 194/04-122019) εισήχθη ο θεσμός της διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, προς περαιτέρω εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα. Ως διαμεσολάβηση, κατά το αρ. 2 παρ. 2 του ως άνω νόμου, νοείται μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή, κατά, δε, το αρ. 3 παρ. 1 στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (εγγ. Γιαννόπουλος Π., Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, Συμβολή στην ερμηνεία του ν. 4640/2019, Σάκκουλας, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2020]. Περαιτέρω, με το αρ. 3 παρ. 2 εδ. α' ν. 4640/2019 που ορίζει «Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1...» εισήχθη προδικασία εκούσιας διαμεσολάβησης, που περιλαμβάνει την υποχρεωτική ενημέρωση του εντολέα από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του για τη δυνατότητα διενέργειας της. Μέσω της καθιέρωσης προδικασίας διαμεσολάβησης επιδιώκεται η εξοικείωση, εν γένει, των πολιτών με τη δυνατότητα εθελούσιας χρήσης του θεσμού εναλλακτικού τρόπου διευθέτησης διαφοράς προ της δικαστικής προσφυγής στην τακτική δικαιοσύνη[Θεοχάρης Δ., η Διαμεσολάβηση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 2015.96 επ.]. Η ενημέρωση, κατά το αρ. 3 παρ. 2 εδ β' του ως άνω νόμου που ορίζει ότι «Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής», περιβάλλεται νόμιμο, πανηγυρικό τύπο ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο υποβάλλεται στο δικαστήριο μεταγενέστερης δίκης με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, ή με τις προτάσεις, το αργότερο μέχρι τη συζήτηση, ως ειδικός όρος παραδεκτού της [Γιαννόπουλος Π., ό.π., σ. 202 επ.]. Η κύρωση του απαραδέκτου αφορά σε όσες αγωγές κατατέθηκαν από 30.11.2019 και εντεύθεν (όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 του αρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 ΦΕΚ Α’ 204/16.12.2019]. Δεδομένου, δε, ότι ως ελέχθη είναι δυνατή η καθιέρωση, εν γένει, προδικασίας διαμεσολάβησης ως τυπική προϋπόθεση δίκης, η συνταγματικότητα της διάταξης του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, μόνο υπό το πρίσμα της ως άνω αρχής της αναλογικότητας μπορεί να νοηθεί (Ορφανίδης Γ., Εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών - Συμφιλίωση - Διαμεσολάβη, διαθ, εδώ: με ημ. προσβ. 7.10.2020). Συνεπώς, η καθιέρωση υποχρεωτικής έγγραφης προδικασίας, που εισήχθη με το αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, ως ειδικός όρος παραδεκτού συζήτησης επιγενόμενης αγωγής που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της εκούσιας διαμεσολάβησης και σκοπό έχει, κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου «να άγεται μία διαφορά στην δικαιοσύνη μετά από επίγνωση των μερών ότι αυτή δύναται να επιλυθεί μέσω ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, που δεν κρίνει τα μέρη και τη διαφορά, αλλά συμβάλλει στην επικοινωνία των μερών για την εύρεση του κοινού τόπου που θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της μεταξύ τους σχέσης» αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης για την μη προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου δεν είναι αναλογική, αλλά, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια προώθησης της εθελούσιας χρήσης του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικού τρόπου επίλυσης διαφοράς (ADR), ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι ο συμβιβασμός, που, κατ' αποτέλεσμα, επιδιώκει ομοίως τη λύση της έριδας με αμοιβαίες υποχωρήσεις (εγγ. Νίκας Ν. Ο Δικαστικός Συμβιβασμός, Σάκκουλας, 1984), αποτελεί, ούτως ή άλλως, λειτουργική υποχρέωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου, κατ' αρ. 37 παρ. 3 ΚΔ [ν. 4194/2013) και αρ. 7 περ. β' του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, όπως εγκρίθηκε με την από 4.1.1980 απόφαση του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου και δημοσιεύτηκε στον Κώδικα Νομικού Βήματος στον τόμο του 1986, κυρίως, όμως, διότι, η σχετική πλημμέλεια του εντολοδόχου Δικηγόρου να ενημερώσει τον εντολέα του για τη δυνατότητα εκούσιας διαμεσολάβησης της διαφοράς του, που αναπτύσσει την ενέργεια της, αποκλειστικά, στην εσωτερική τους σχέση της αμοιβόμενης Δικηγορικής εντολής, απολήγει να μεταθέσει τις συνέπειες του πταίσματος στο πρόσωπο του διαδίκου (Γιαννόπουλος Π., ό.π., σ. 203). Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται (βλ ΟλΑΠ 6/2011, ΑΠ 252/2018 δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕιρΑΘ 976/2020 ΤΝΠ Νόμος).

IV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 608 § 1 ΑΚ, μόλις περάσει ο συμφωνημένος ορισμένος χρόνος η μίσθωση λήγει «χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο», επομένως η μίσθωση εδώ λήγει αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται καταγγελία από μέρους του εκμισθωτή ή οποιαδήποτε άλλη όχληση του μισθωτή [ΑΠ 479/2001 ΕλΔ 43, σελ. 437, βλ. και Χ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου εκδ. δεύτερη, σημ. 2052, 2074]. Εξάλλου, η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εφόσον δεν επακολουθήσει παράταση με συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή πριν από τη λήξη της διάρκειας της ή ανανέωση ή έστω σιωπηρή αναμίσθωση (άρθ. 611 ΑΚ] οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η σύμβαση γίνεται αορίστου χρόνου και η λήξη της επέρχεται με καταγγελία. Οι προϋποθέσεις για τη σιωπηρή ανανέωση είναι ότι α) ο μισθωτής πρέπει να εξακολουθήσει τη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης όπως ρητά ορίζει η ΑΚ 611, β] η γνώση του εκμισθωτή τόσο για τη λήξη της μίσθωσης όσο και για τη συνέχιση της χρήσης από το μισθωτή και γ] η μη εναντίωση του εκμισθωτή στην αναμίσθωση. Περαιτέρω, η σύμβαση μισθώσεως μπορεί να καταργηθεί με αντίθετη σύμβαση των συμβαλλομένων. Η αντίθετη αυτή συμφωνία (καταργητική] μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, να συνάγεται δηλαδή από ορισμένη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έχουμε σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης, αν η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί και επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Τέτοια λύση της σύμβασης μισθώσεως επέρχεται και στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Συντρέχει δε οικειοθελής ή εκούσια απόδοση του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή, όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής μεταξύ τους συμφωνίας, έστω και με την παράδοση των κλειδιών στα χέρια του εκμισθωτή συνοδευόμενη από επιφύλαξη του τελευταίου ως προς τυχόν αξίωση είσπραξης οφειλόμενων μισθωμάτων και όχι με μονομερή από την πλευρά του μισθωτή εγκατάλειψη του μισθίου, η οποία ούτε λύση της μίσθωσης επιφέρει, ούτε παύση πληρωμής του μισθώματος

(βλ. ΕφΑΘ 198/1985 ΑρχΝομ 36.356, ΕφΑΘ 3407/1985 ΕΔΠ 1985}. Ωστόσο, η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να το αποδώσει στον εκμισθωτή δεν αποτελεί παράδοση τούτου, ούτε επιφέρει τη λύση της μισθώσεως αφού δεν εμποδίζεται αυτός (μισθωτής) να επανέλθει και να ανακαταλάβει το μίσθιο (βλ Χ. Παπαδάκη: Αγωγαί αποδόσεως μισθίου, έκδ. 1990, αριθ. 709 σ. 259, ίδιου Δνη 24.502, Α.Ν. 36.89, σχετ. ΑΠ 757/84 Α.Ν. 36.88, ΕΑ 198/85 Α.Ν 36.366, ΕΑ 3407/85 ΕΔΠ 1985 σ. 148, ΕΑ 11/83 Δνη 24.500, ΕΑ 1715/83 Δνη 24.1408). Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει, δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (βλ. ΑΠ 229/2012, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜονΠρωτΘηβ 1/2017 ΤΝΠ Νόμος).

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 592, 594, 599 και 330 ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτής κατά τη διάρκεια της μίσθωσης υποχρεούται να χρησιμοποιεί το μίσθιο πράγμα με επιμέλεια και κατά τους όρους της συμβάσεως, ώστε κατά τη λήξη της να είναι σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωση του να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, δηλαδή στην κατάσταση, στην οποία θα έπρεπε να βρίσκεται μετά από τη γενομένη χρήση κατά τη διάρκεια της μισθώσεως και, συνεπώς, χωρίς φθορές, πλην εκείνων που προκλήθηκαν από την σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, συνήθη χρήση αυτού. Για κάθε φθορά πέραν από εκείνη που οφείλεται στη συνήθη χρήση, ο εκμισθωτής έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του μισθωτή, που απορρέει από τη σύμβαση της μισθώσεως και καλύπτει κάθε ζημία θετική ή αποθετική (ΑΠ 513/2009. ΑΠ 1667/2009, ΑΠ 1413/2008, Νόμος, ΑΠ 1597/1995 ΕλλΔνη 38.1120, ΑΠ 820/1986 ΝοΒ 35.1193). Για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του ο εκμισθωτής πρέπει να επικαλεσθεί τη σύμβαση μισθώσεως, τις προκληθείσες φθορές και το ποσό της ζημίας.

(ΕφΑΘ 5340/2010 ΕλλΔνη 2011.586, ΜΠρΑΘ 1640/1993 Αρμ 1993.901, βλ και Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ, τ. Α' σελ. 1145).

Επομένως, επί αγωγής με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει για το ορισμένο αυτής, κατ' άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ [κατά το οποίο η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο αυτήν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα -έτσι ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του νόμω βάσιμου της αγωγής και της διαπίστωσης της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών

(ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301, ΕφΘεσ 251/2000 Αρμ 55.471)],

να αναφέρονται λεπτομερώς οι υφιστάμενες κατ' είδος και έκταση φθορές ή μεταβολές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται απ' αυτές ο εκμισθωτής προσδιορίζοντας την απαιτούμενη προς αποκατάσταση καθεμιάς από αυτές δαπάνη και μάλιστα χωριστά τη δαπάνη για την αγορά των αναγκαίων υλικών και χωριστά τη δαπάνη για την αμοιβή για την απαιτούμενη κάθε επιμέρους εργασία (ΜΠρΑΘ 2079/2007 ΕφΑΔ 2009.289) πιο συγκεκριμένα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια: α) πόσα μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και ημέρες ή ώρες απασχόλησης). Αν τα στοιχεία αυτά ελλείπουν, η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως (ΑΠ 1342/2006 ΕλλΔνη 48.833, ΕφΑΘ 6382/2009 ΕΔικΠολ 2011.179, ΕφΑΘ 5215/2002 ΕΔικΠολ 2003.171). Η αοριστία της αγωγής δεν συμπληρώνεται με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε έγγραφα και γενικά στις αποδείξεις αλλά ο ενάγων οφείλει να εκθέτει στο αγωγικό δικόγραφο τα αναγκαία για τη θεμελίωση των ισχυρισμών του πραγματικά περιστατικά ώστε στη συνέχεια με βάση αυτά να προβάλει τα μέσα άμυνας του ο αντίδικος και να κριθεί από το δικαστήριο η κατά νόμο θεμελίωση τους και στη συνέχεια με βάση τις δέουσες αποδείξεις η ουσιαστική βασιμότητα τους (βλ ΕιρΑλεξ 447/2020 ΤΝΠ Νόμος).

Εν προκειμένω, η ενάγουσα με την υπό κρίση Α' αγωγή της με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ: .../15-01-2020, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματος της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι η αναφερόμενη δικαιοπάροχος της και εκ μητρός γιαγιά της, ..., με το από 01-07-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως είχε εκμισθώσει στην εναγόμενη, το περιγραφόμενο στην αγωγή υπ' αριθ…. Α΄ισόγειο κατάστημα επιφανείας 78,50 τ.μ., αποτελούμενο από ένα ενιαίο χώρο, WC και πατάρι επιφανείας 38,40 τ.μ., μετά του υπό στοιχείο II υπογείου χώρου - αποθήκης αυτού επιφανείας 57 τ.μ, που βρίσκεται σε πολυκατοικία στο Παγκράτι Αθηνών και επί της οδού …., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως φαρμακείο. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης είχε οριστεί για δύο έτη αρχόμενη την 01-07-2006 και λήγουσα την 30-06-2008. Ότι το αρχικό μίσθωμα είχε οριστεί στο ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ (750 €), ενώ τον Οκτώβριο του έτους 2016 οπότε και απεβίωσε η αρχική εκμισθώτρια και δικαιοπάροχος της ενάγουσας το μίσθωμα ανέρχονταν στο ποσό των 482 ευρώ μηνιαίως πλέον χαρτοσήμου 3,6% ήτοι 18 ευρώ και συνολικά ανέρχονταν στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ [500 €). Ότι η αποβιώσασα τον Οκτώβριο του έτους 2016 ..., είχε μεταβιβάσει εν ζωή με νόμιμη σύμβαση κατά ψιλή κυριότητα στην ενάγουσα το ως άνω μίσθιο ακίνητο, η οποία το απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου της. Ότι μετά από συμφωνία των μερών το μηνιαίο μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό των 386, 10 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 13,90 ευρώ και συνολικά στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ [400 €]. Ότι η εναγόμενη αν και έκανε ακώλυτα χρήση του μισθίου δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τα μισθώματα των μηνών για το χρονικά διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2018 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2020 συνολικού ποσού πέντε χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (5.600) και ότι η ενάγουσα πιθανολογεί ότι η εναγόμενη δεν θα της καταβάλει τα ενοίκια των επόμενων μηνών μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί η ενάγουσα με την υπό κρίση Α' αγωγή της με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ : ./15-01-2020, κατ΄ ορθή εκτίμηση του αγωγικού της δικογράφου, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της αποδώσει τη χρήση του ως άνω μισθίου ήτοι του υπ' αριθ. Α' ισογείου καταστήματος επιφανείας 78,50 τ.μ, αποτελούμενου από ένα ενιαίο χώρο, WC και πατάρι επιφανείας 38,40 τ.μ., μετά του υπό στοιχείο II υπογείου χώρου - αποθήκης αυτού επιφανείας 57 τ.μ, που βρίσκεται σε πολυκατοικία στο Παγκράτι Αθηνών και επί της οδού Υμηττού αριθ. ….  καθώς και να της καταβάλει το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων ευρώ (7.200 €] νομιμοτόκως από τη δεύτερη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα και τέλος να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, αρμόδια, κατ' άρθρο 14 παρ. 1 περ.β', 29 ΚΠολΔ, φέρεται να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 παρ.1 και 615 έως 620 ΚΠολΔ, είναι δε αρκούντως ορισμένη, και νόμιμη στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 599,601,297,298 ΑΚ πλην του αιτήματος τοκοφορίας του ποσού που ζητείται ως αποζημίωση χρήσης (κατ' ορθή εκτίμηση της αγωγής] από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε αντιστοίχου μισθώματος, καθόσον η αποζημίωση χρήσης συνιστά αξίωση διάφορη από την αξίωση πληρωμής του μισθώματος, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λύση-λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 599, 601, 297 και 298 ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μισθώσεως σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ. Εκ του λόγου ότι η αποζημίωση χρήσης δεν έχει το χαρακτήρα μισθώματος, δεν υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής-πληρωμής (ως προς την αξίωση της αποζημίωσης χρήσης) και δεν δύναται να ζητηθούν τόκοι από δήλης ημέρας (ΑΠ 565/1996 ΕλλΔνη 38.106, ΕφΑΘ 7483/2000 Ε/λλΔνη 42.222 και Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 601, αριθμ. 37).

Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κι ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον καταβλήθηκε και το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις αναλογούσες σ' αυτό προσαυξήσεις υπέρ τρίτων [βλ. υπ' αριθμ. … ηλεκτρονικό παράβολο και την από 23-09-2021 εξόφληση του στην τράπεζα «EUROBANK Α.Ε» (σχετ. Α1-Α2 προτάσεων ενάγουσας.)], για το δε παραδεκτό συζήτησης της, 

κατά την νομική σκέψη υπό III. που προηγήθηκε, δεν απαιτείται η προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019. Λόγω δε της ερημοδικίας της εναγομένης, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της υπό κρίση Α'αγωγής με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020, και επιδεκτικά ομολογίας πραγματικά περιστατικά θεωρούνται ομολογημένα, κατ' αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και, αφού, δεν υφίσταται ένσταση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η Α' αγωγή, με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς το αίτημα που αφορά την καταβολή του ποσού των 7.200 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για τους δέκα οκτώ μήνες που η εναγόμενη παρέμεινε παράνομα στο μίσθιο, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ενώ το αίτημα περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένου ότι η ενάγουσα δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου της, αλλά και δια των προτάσεων που κατέθεσε δήλωσε ότι η εναγόμενη αποχώρησε οικειοθελώς την 11-11-2020 από το ως άνω μίσθιο, παραδίδοντας στην ενάγουσα τα κλειδιά του καταστήματος (βλ. την από 11-11-2020 απόδειξη παραλαβής κλειδιών καταστήματος - σχετ. 8 προτάσεων ενάγουσας). Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό κατ’ άρθρο 910 περ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Τέλος πρέπει να οριστεί το παράβολο ερημοδικίας, κατ' άρθρο 495 επ., 501, 505 αρ.2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την απολειπόμενη εναγόμενη, την οποία και βαρύνουν τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατά το διατακτικό.

Περαιτέρω, η ενάγουσα με την υπό κρίση Β' αγωγή της με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./30-06-2021, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματος της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι η αναφερόμενη δικαιοπάροχος της και εκ μητρός γιαγιά της ..., με το από 01-07-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως είχε εκμισθώσει στην εναγόμενη, το περιγραφόμενο στην αγωγή υπ' αριθ. Α' ισόγειο κατάστημα επιφανείας 78,50 τ.μ. ,αποτελούμενο από ένα ενιαίο χώρο, WC και πατάρι επιφανείας 38,40 τ.μ., μετά του υπό στοιχείο II υπογείου χώρου - αποθήκης αυτού επιφανείας 57 τ.μ, που βρίσκεται σε πολυκατοικία στο Παγκράτι Αθηνών και επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως φαρμακείο. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης είχε οριστεί για δύο έτη αρχόμενη την 01-07-2006 και λήγουσα την 30-06-2008. Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2016, οπότε και απεβίωσε η αρχική εκμισθώτρια και δικαιοπάροχος της ενάγουσας το μίσθωμα ανέρχονταν στο ποσό των 482 ευρώ μηνιαίως πλέον χαρτοσήμου 3,6% ήτοι 18 ευρώ και συνολικά ανέρχονταν στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €). Ότι η αποβιώσασα τον Οκτώβριο του έτους 2016 ., είχε μεταβιβάσει εν ζωή με νόμιμη σύμβαση κατά ψιλή κυριότητα στην ενάγουσα το ως άνω μίσθιο ακίνητο, η οποία το απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου της. Ότι μετά από συμφωνία των μερών το μηνιαίο μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό των 386, 10 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 13,90 ευρώ και συνολικά στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ (400 €). Ότι η εναγόμενη αν και έκανε ακώλυτα χρήση του μισθίου δεν είχε καταβάλει στην ενάγουσα τα μισθώματα δέκα οκτώ μηνών, ήτοι για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2018 έως και το Μάιο του έτους 2020, ανερχόμενα στο ποσό των 7.200 ευρώ, την καταβολή του οποίου ζήτησε με την με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020 αγωγή της. Ότι ακόμα η εναγόμενη αν και έκανε ακώλυτα χρήση του μισθίου δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τα μισθώματα έξι επιπλέον μηνών, ήτοι για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2020 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2020, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από το μίσθιο, ανερχόμενα στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (2.400 €). Ότι περαιτέρω, η εναγόμενη κατά την αποχώρηση της από το ως άνω μίσθιο προέβη σε αποξήλωση των χωρισμάτων και των λοιπών κατασκευών που είχε τοποθετήσει στο μίσθιο κατάστημα, οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς στην από 12-11-2020 έκθεση της Πολιτικού Μηχανικού και ότι εγκατέλειψε αυτό σε κακή κατάσταση, με αποτέλεσμα να απαιτείται για την επαναφορά του στην πρότερα κατάσταση το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.302,80€) και ότι όλες οι περιγραφόμενες στην αγωγή προκληθείσες φθορές δεν οφείλονταν στη συνήθη χρήση του μισθίου. Ότι ακόμα, η ενάγουσα προς απόδειξη της ζημίας της, εξαιτίας των τροποποιήσεων που επέφερε η εναγόμενη στο μίσθιο, αναγκάσθηκε να καταβάλει στην ανωτέρω μηχανικό το ποσό των εκατό ογδόντα έξι ευρώ (186 €) συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ ποσοστού 24%. Τέλος, η ενάγουσα εκθέτει ότι η εναγόμενη δεν είχε εξοφλήσει τους λογαριασμούς ΕΥΔΑΠ συνολικού ποσού τετρακοσίων τριάντα επτά ευρώ (437 €). Με βάση δε το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα με την υπό κρίση Β' αγωγή της με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ : ./30-06-2021 κατ' ορθή εκτίμηση του αγωγικού της δικογράφου, ζητεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, για όλες τις αναφερόμενες στο ιστορικό της Β' αγωγής της με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ : 39942/881/30-06-2021 αιτίες, το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (7.325,80 €) νομιμοτόκως και μέχρι την εξόφληση, όπως αυτό το συνολικό ποσό αναλύεται στην κρινόμενη Β' αγωγή και ειδικότερα για ως αποζημίωση χρήσης για έξι μήνες το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (2.400 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.302,80 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση Β' αγωγής, το ποσό των εκατό ογδόντα έξι ευρώ (186 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση Β' αγωγής και τέλος το ποσό των τετρακοσίων τριάντα επτά ευρώ (437 €) νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση Β' αγωγής και τέλος να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, αρμόδια, κατ' άρθρο 14 παρ. 1 περ.β', 29 ΚΠολΔ,, φέρεται να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 παρ.1 και 615 έως 620 ΚΠολΔ, είναι δε αρκούντως ορισμένη, και νόμιμη στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 592, 599,601,297,298 ΑΚ πλην του αιτήματος τοκοφορίας του ποσού που ζητείται ως αποζημίωση χρήσης (κατ' ορθή εκτίμηση της αγωγής) από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε αντιστοίχου μισθώματος, καθόσον η αποζημίωση χρήσης συνιστά αξίωση διάφορη από την αξίωση πληρωμής του μισθώματος, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λύση-λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 599, 601, 297 και 298 ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μισθώσεως σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ. Εκ του λόγου ότι η αποζημίωση χρήσης δεν έχει το χαρακτήρα μισθώματος, δεν υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής-πληρωμής (ως προς την αξίωση της αποζημίωσης χρήσης) και δεν δύναται να ζητηθούν τόκοι από δήλης ημέρας (ΑΠ 565/1996 ΕλλΔνη 38.106, ΕφΑΘ 7483/2000 Ε/λλΔνη 42.222 και Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 601, αριθμ. 37). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κι ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον καταβλήθηκε και το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις αναλογούσες σ' αυτό προσαυξήσεις υπέρ τρίτων [βλ. υπ' αριθ. . ηλεκτρονικό παράβολο και την από 23-09-2021 εξόφληση του στην τράπεζα «EUROBANK Α.Ε» (σχετ. Α1-Α2 προτάσεων ενάγουσας.), για το δε παραδεκτό συζήτησης της, κατά την νομική σκέψη υπό III. που προηγήθηκε, δεν απαιτείται η προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019. Λόγω δε της ερημοδικίας της εναγομένης, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της υπό κρίση Β' αγωγής και επιδεκτικά ομολογίας πραγματικά περιστατικά θεωρούνται ομολογημένα, κατ' αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και, αφού, δεν υφίσταται ένσταση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (7.325,80 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της Β' αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ενώ το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό κατ' άρθρο 910 περ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Τέλος πρέπει να οριστεί το παράβολο ερημοδικίας, κατ' άρθρο 495 επ., 501, 505 αρ.2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την απολειπόμενη εναγόμενη, την οποία και βαρύνουν τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατά το διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Συνεκδικάζει ερήμην της εναγομένης την από 14-01-2020 Α' αγωγή με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020 και την από 29-06-2021 Β' αγωγή με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ:./30-06-2021.

 

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των εκατόν είκοσι (120,00) ευρώ. Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

 

Δέχεται εν μέρει την Α' αγωγή με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020.

 

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση χρήσης το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων ευρώ (7.200 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της Α' αγωγής με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./15-01-2020 και μέχρι την εξόφληση, ήτοι από την 23-01-2020.

 

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη.

 

Επιβάλει τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων δέκα έξι ευρώ (216,00 €).

 

Δέχεται εν μέρει τη Β' αγωγή με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./30-06-2021.

 

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (7.325,80 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της Β' αγωγής με αριθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./30-062021 και μέχρι την εξόφληση, ήτοι από 02-07-2021.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη.

Επιβάλει τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220,00 €)..." 



Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/

 

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Αντισυνταγματικός ο γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Ισχύει δεκαετής παραγραφή.

 

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1833/2021, δημοσιευθείσα επί προσφυγής, που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: 

 Α. Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη παραγραφή αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων.  Εν σχέσει προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση  δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των  υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων. Εν σχέσει προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους, ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω δε ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της. Αντιθέτως, απαιτείται να εξασφαλίζεται η έγκαιρη και σε σχετικώς σύντομο χρόνο γνώση των υποχρεώσεών τους, ώστε να μην αιφνιδιάζονται, αλλά να δύνανται να προγραμματίζουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προς όφελος και της εθνικής οικονομίας. Η διαμόρφωση δε της προθεσμίας παραγραφής υπό τους ανωτέρω όρους, που αποτελούν και εκδήλωση της ειρηνευτικής λειτουργίας του δικαίου, συμβάλλει στην καλλιέργεια της αναγκαίας σε ένα κράτος δικαίου σχέσης εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς τη Διοίκηση. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, που θεσπίσθηκε, μάλιστα, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπόχρεοι είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, ισχύει αναδρομικώς και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Δεν δικαιολογείται δε τόσο μακρός χρόνος παραγραφής ούτε η αναδρομική εφαρμογή της από λόγους που συνδέονται με τις δυσχέρειες κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού φορέα και την ένταξη σε αυτόν του συνόλου των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ούτε από την έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α. ενδεχόμενη αδράνεια των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να μεριμνήσουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Εξάλλου, η ίδια η πρόβλεψη σχετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής δεν επιφέρει για τους ασφαλισμένους δυσμενείς συνέπειες κατά τη συνταξιοδότησή τους. Τούτο δε διότι το ζήτημα του καθορισμού σχετικά σύντομης διάρκειας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων αυτών, που, άλλωστε, απαντάται στην πλειονότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ουδόλως συνάπτεται με το διάφορο ζήτημα της τυχόν πρόβλεψης σε διαφορετικά νομοθετήματα προϋποθέσεων, χρονικών ή άλλων συναπτόμενων με την καταβολή εισφορών, για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης με σκοπό τη συνταξιοδότηση, προϋποθέσεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, τελούν υπό τις εγγυήσεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ερμηνεύονται  υπό το φως των γενικών αρχών του δίκαιου της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η αρχή της στενής ερμηνείας των διατάξεων που θέτουν χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης και η αρχή ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων για την καταβολή εισφορών του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να αποβεί εις βάρος του ασφαλισμένου. 

Σύμφωνα με την άποψη που μειοψήφησε, η εικοσαετής γενική παραγραφή, που θεσπίζεται με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, με εξαίρεση το  Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για το οποίο ίσχυε η δεκαετής παραγραφή, η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες εισφορές ήταν ο κανόνας στο ασφαλιστικό σύστημα ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016. Η ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τον προϊσχύοντα γενικό κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, είναι απόλυτα σαφής και προβλέψιμη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. εύλογη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω των οργανωτικών και λοιπών λειτουργικών προβλημάτων που έχουν ανακύψει από την για πρώτη φορά ουσιαστική ενοποίηση των εντασσόμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που υιοθέτησε ο ν. 4387/2016. Εξ άλλου, η ασφαλιστική εισφορά  ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων, αφού αποτελεί πόρο του ταμείου από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής σύνταξης σε όλους τους ασφαλισμένους. Λόγω δε της διασύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εργασιακό καθεστώς των ωφελούμενων από αυτές, οι μικρότερες οικείες προθεσμίες παραγραφής εκθέτουν τους ασφαλισμένους στον κίνδυνο μη αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης με δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταξιοδότηση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνεπάγονται την απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την παράταση του εργασιακού βίου. Επομένως, η εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και την πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων με την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του χρόνου πραγματικής ασφάλισής τους και τη διασφάλιση της επάρκειας των παροχών και της βιωσιμότητας του Ε.Φ.Κ.Α.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η  εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.

 

Β. Κατόπιν της ως άνω κρίσης περί της αντισυνταγματικότητας του γενικού κανόνα παραγραφής, που θεσπίστηκε με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προϋφιστάμενο δίκαιο, που να ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα, εν όψει και της σαφούς βούλησης του νομοθέτη να θεσπίσει κοινή ρύθμιση για  την παραγραφή των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του συνόλου  των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων. Το κενό αυτό δεν είναι ανεκτό από το Σύνταγμα, εφόσον από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής. Πρέπει δε να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., του μεγαλύτερου, έως την ίδρυση του  Ε.Φ.Κ.Α., φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών της χώρας.  Η πλήρωση δε του νομοθετικού κενού με τον ως άνω γενικό κανόνα τελεί σε αρμονία  προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αξιώνει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία θάλπει ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε αντίθετη περίπτωση, που γινόταν δεκτό ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής περιορίζεται μόνον στις αξιώσεις υπόχρεων προερχόμενων από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα ανέκυπτε ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως ασάφεια περί του εφαρμοστέου δικαίου για τις οικείες αξιώσεις των λοιπών φορέων.

Ως προς το ανωτέρω ζήτημα του χρόνου παραγραφής που ισχύει ως προς τις απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. με τον ανωτέρω νόμο διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: α) Σύμφωνα με την πρώτη μειοψηφούσα γνώμη, κατόπιν της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, εφαρμοστέα τυγχάνει ειδικώς για τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, που υπάγονταν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, η προϊσχύσασα για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα δεκαετής παραγραφή, παρέλκει δε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης η κρίση περί του εύλογου χρόνου παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν τους υπόχρεους οι οποίοι προέρχονται από τους λοιπούς εντασσόμενους φορείς. β) Σύμφωνα με τη δεύτερη  μειοψηφούσα γνώμη, δεν υφίσταται εν προκειμένω νομοθετικό κενό, καθόσον μετά την ανωτέρω κρίση περί αντισυνταγματικότητας  της διάταξης εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αξιώσεις του ενταχθέντος στον Ε.Φ.Κ.Α. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι η προϊσχύουσα ειδική για τον εν λόγω φορέα διάταξη, με την οποία οριζόταν δεκαετής παραγραφή των  αξιώσεών του από εισφορές, μετά δε την κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης στο νομοθέτη εναπόκειται να επανέλθει επί του επίμαχου ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής  ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και να θεσπίσει νέα προθεσμία παραγραφής. γ) Σύμφωνα με την τρίτη μειοψηφούσα γνώμη, προθεσμία παραγραφής δέκα ετών για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μακρό χρόνο παραγραφής και δεν συνάδει με  τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Το κενό στη ρύθμιση πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή της πενταετίας ως εύλογου, κατά τον κανόνα, χρόνου παραγραφής, σε περιπτώσεις δε σοβαρών παραβάσεων μπορεί να προβλέπεται  από το νομοθέτη μακρότερη παραγραφή. 

Πηγή: www.adjustice.gr 


Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

Ρυθμιζόμενη συνεπιμέλεια μέσα στην εβδομάδα

 


Παρατίθεται κατωτέρω  απόσπασμα του διατακτικού της με αριθμό 507/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), δημοσιευμένη  στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

«…Αναθέτει προσωρινά την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων ... από κοινού και στους δύο διαδίκους - γονείς του και συγκεκριμένα την κατανέμει ημερολογιακά στον καθένα, στην κατοικία του οποίου θα διαμένει το ανήλικο τέκνο και δη τις ημέρες Δευτέρα - Τετάρτη και Παρασκευή στον πατέρα αυτού και την Τρίτη και Πέμπτη στη μητέρα του μετά το πέρας των σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων του. Όπως και το πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα θα διαμένει στη μητέρα του από τις 10.00 το πρωί του Σαββάτου μέχρι το πρωί της Δευτέρας, οπότε και θα μεταβαίνει στο σχολείο του, κατά δε τις εορτές των Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα, κατά την πρώτη εβδομάδα των εορτών θα διαμένει στον πατέρα και κατά τη δεύτερη εβδομάδα στη μητέρα εναλλάξ ανά έτος, ενώ κατά τις θερινές διακοπές 15 ημέρες συνεχόμενες τον Ιούλιο και αντίστοιχο διάστημα τον Αύγουστο θα διαμένει με καθένα από τους γονείς του μετά από συνεννόηση μεταξύ τους (γονέων και ανηλίκου).

Ρυθμίζει προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα κατά το χρόνο που δεν διαμένει με το ανήλικο τέκνο και επιτρέπει στο γονέα να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του καθημερινά ελεύθερα στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας του γονέα που θα διαμένει το ανήλικο τέκνο ή και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας (viber, skype κ.λπ.), εφόσον δεν θα διαταράσσεται το πρόγραμμα σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων του ανηλίκου…»


 Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/