Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Μονογονεϊκή υιοθεσία



 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ. αρ 520/2005 απόφασης  του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

 

''… Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, προϋπόθεση της υιοθεσίας αποτελεί και η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 18 ετών και ενός μεγίστου 50 ετών. Η ratio θέσπισης ανωτάτου ορίου διαφοράς ηλικίας είναι ότι οι θετοί γονείς με μεγάλη διαφορά ηλικίας από το υιοθετημένο τέκνο δεν προσφέρουν τα εχέγγυα για τη δημιουργία ομαλών σχέσεων με το παιδί και συνακόλουθα για την ομαλή ανατροφή του (βλ. Εισηγητική έκθεση του ν. 2447/1996). Ωστόσο, η άτεγκτη προσκόλληση στο ανώτατο αυτό όριο και στην προβαλλόμενη δικαιολογητική του βάση, αποκρούεται σήμερα με τα εξής κυρίως επιχειρήματα: (α) Ο σκοπός εξασφάλισης της διαβίωσης και ανάπτυξης του θετού τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς καλύπτεται πρωτίστως και εξίσου αποτελεσματικά από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο, απόλυτο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το 60ό έτος, ώστε να μην χρειάζεται και ένας επιπλέον φραγμός, (β) Επιπλέον, το ίδιο το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν εξαντλείται μόνο στην ανατροφή του τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς, αλλά περιλαμβάνει και τις μελλοντικές ωφέλειες, που αυτό θα αποκομίσει από την ίδρυση της συγγένειας με τον υιοθετούντα. Το ότι η υιοθεσία πρέπει πάντα να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετούμενου (σύμφωνα και με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β’ ΑΚ) αποτελεί κατευθυντήρια αρχή και αναγκαίο ερμηνευτικό πρόκριμα κάθε εγχειρήματος προσέγγισης των διατάξεων που περιλαμβάνει το περί υιοθεσίας κεφάλαιο του ΑΚ, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει συνεπώς να ερμηνεύεται και αυτή του άρθρου 1544 ΑΚ, (γ) Με το τρίτο, εξάλλου, εδάφιο του άρθρου 1544 εισάγεται απόκλιση από τον κανόνα του πρώτου εδαφίου, έτσι ώστε σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου ή ύπαρξης σπουδαίου λόγου, το ελάχιστο κατώτατο όριο ηλικίας να προσδιορίζεται στα 15 χρόνια αντί των 18. Η καθιέρωση των δύο αυτών αποκλίσεων ερείδεται στο συμφέρον του τέκνου και δικαιολογούν έτσι την κάμψη του κανόνα για το ελάχιστο της διαφοράς ηλικίας. Το συμφέρον, όμως, του υιοθετούμενου (ως σπουδαίου λόγου, που επιτρέπει την υιοθεσία) δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις, που η διαφορά ηλικίας υποβιβάζεται στα 15 χρόνια, αλλά, αντίστροφα, μπορεί να ικανοποιείται και με την υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ηλικίας. (δ) Τέλος, το άρθρο 8 §3 της Διεθνούς Σύμβασης «περί υιοθεσίας ανηλίκων» που υπογράφηκε την 24.4.1967 από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο και κυρώθηκε στη χώρα μας με το ν. 1049/1980 αποκτώντας έτσι αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού νόμου (άρθρο 28 §1 Σ), ορίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της υιοθεσίας στην περίπτωση, που η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου είναι μικρότερη από την ηλικία, που συνήθως χωρίζει τους γονείς από τα τέκνα τους. Η διαφορά, όμως, ηλικίας κατά τη σύμβαση, και μάλιστα κατώτατη, δεν τίθεται ως προϋπόθεση της υιοθεσίας, αλλά ως κριτήριο για την αξιολόγηση του πότε η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετούμενου. Επομένως, το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας, που δεν αποτελεί κριτήριο κατά τη σύμβαση, πρέπει ως επιλογή του εσωτερικού νομοθέτη, να συμπορεύεται προς τους ορισμούς των §§1 και 2 του άρθρου 8 αυτής, δηλαδή η υιοθεσία πρέπει να διασφαλίζει το συμφέρον του ανηλίκου και ως εκ τούτου όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας. Υπό το πνεύμα αυτό, και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1544 εδ. α’ ΑΚ (ως προς την ανώτατη διαφορά ηλικίας) πρέπει να ερμηνεύεται ως παρέχουσα συνεκτιμητέα ένδειξη περί το συμφέρον του υιοθετουμένου (ΑΚ 1542 εδ. β’) και όχι ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ιδίως δε όταν η τελευταία γίνεται με τήρηση του ανώτατου ορίου ηλικίας του υιοθετούντος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 1543 ΑΚ (βλ. ΕφΑθ 4955/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ˙ ΕφΑθ 489/2001 ΕλλΔνη 2001, 957˙ ΕφΘ 2020/ 1999 Αρμ 1999. 1065˙ ΠΠρΑθ 815/2002 αδημ.˙ ΠΠρΘ 31030/2000 Αρμ 2001. 1205˙ ΠΠρΗρ 509/1997 ΕλλΔνη 1998. 227˙ Βαθρακοκοίλη, Το νέο Οικογενειακό Δίκαιο, έκδ. β’, άρθρο 1544, σ. 1077˙ Κουτσουράδη, Γνμδ., ΕλλΔνη 1997. 1986• Δούβλη, Γνμδ., ΕλλΔνη 2001. 1262).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1558 του ΑΚ, το Δικαστήριο απαγγέλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και τη συνταχθείσα προηγουμένως βάσει του άρθρου 1557 ΑΚ έκθεση κοινωνικής έρευνας, ότι, ενόψει της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους για προσαρμογή, η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο. Ως συμφέρον του υιοθετούμενου, που ανάγεται σε ειδική προϋπόθεση της υιοθεσίας, νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που συναρτάται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο και προέχει έναντι του πρώτου. Το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά τον χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επίσης, οι δημιουργούμενοι με την υιοθεσία όροι για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετούμενου πρέπει να είναι ευνοϊκότεροι από τους πριν από αυτήν υπάρχοντες (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμ. II, έκδ. 1998, σ. 312-313˙ Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1558, σ. 1119-1121• Φουντεδάκη, Υιοθεσία - Προϋποθέσεις, Διαδικασία, προσβολή, έκδ. 1998, σ. 147). Με τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 1557 του ΑΚ επιβάλλεται στην υιοθεσία ανηλίκου η διενέργεια κοινωνικής έρευνας, με αντικείμενο τη διακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της εξυπηρέτησης με την υιοθεσία του συμφέροντος του θετού τέκνου. Η έκθεση αυτή δεν έχει δεσμευτική ισχύ για το Δικαστήριο, υπό την έννοια ότι δεν αποκλείεται διαφοροποίηση του Δικαστηρίου από το πόρισμα αυτής (ΕφΘ 2610/1990 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ˙•ΠΠρΑθ 159/2005 αδημ.), αλλά στην περίπτωση αυτή η απόφαση πρέπει να αιτιολογεί ειδικά το λόγο της διαφοροποίησης, αλλιώς είναι αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 39/1993 ΑρχΝ 44. 315, ΠΠρΑθ 159/2005 ό.π. ΠΠρΑθ 567/2004 αδημ. Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1557 σ. 1442˙ Παπαδόπουλος, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, τόμ. Β’, 2003, σ. 439). (...).

Από τα νομίμως προσκομιζόμενα και με αριθμό 3/12.1.2004 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αποδεικνύεται ότι για την υιοθεσία συναίνεσε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο (άρθρο 1550 AK), μετά τη συμπλήρωση τριών μηνών από τη γέννησή του (άρθρο 1551 AK), η φυσική μητέρα του υιοθετούμενου νηπίου .... Κατά νόμο δεν υπάρχει πατέρας, αφού το τέκνο έχει γεννηθεί εκτός γάμου και δεν έχει χωρήσει εκούσια ή δικαστική αναγνώριση αυτού και συνεπώς αρκεί μόνο η συναίνεση της μητέρας (ΠΠρΑθ 159/2005 αδημ.˙ ΠΠρΑθ 1073/2004 αδημ.˙ Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 287˙ Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1552, σ. 1130). Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι για την υπό κρίση υιοθεσία συναίνεσε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αίτησης, και η αιτούσα υποψήφια θετή μητέρα. Εξάλλου, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αιτούσας … σε συνδυασμό με τα έγγραφα, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα (...) (βλ. για το ότι στην εκούσια δικαιοδοσία δεν εφαρμόζονται οι περιορισμοί, που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, καθώς και για το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης, που ισχύει στη διαδικασία αυτή ΑΠ 289/1999 ΕλλΔνη 40. 1309˙ ΕφΠειρ 403/2004 ΔΕΕ 2004. 910˙ πρβλ και ΟλΑΠ 1328/1977 ΝοΒ 26. 1048˙ ΑΠ 672/1999 ΕλλΔνη 2000. 372 και 387) και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα, η οποία έχει ελληνική ιθαγένεια, είναι άγαμη, δεν έχει αποκτήσει γνήσιους κατιόντες και δεν έχει υιοθετήσει άλλον, ούτε δε και το προς υιοθεσία τέκνο έχει υιοθετηθεί από άλλον. Επίσης, είναι ικανή προς δικαιοπραξία, υγιής (...) και η οικονομική της κατάσταση είναι πολύ καλή. Ωστόσο, η πρόταση της κοινωνικής λειτουργού …, που διατυπώνεται στην από …...2004 έκθεση κοινωνικής έρευνάς της, είναι αρνητική με το σκεπτικό ότι η υπό κρίση υιοθεσία δεν στοχεύει στην ευημερία της υιοθετούμενης. Ως αρνητικά στοιχεία επισημαίνονται ειδικότερα η διαφορά ηλικίας μεταξύ της υποψήφιας θετής μητέρας και του προς υιοθέτηση τέκνου, η προχωρημένη βιολογική ηλικία της αιτούσας, η μονογονεϊκότητα της υποψήφιας θετής οικογένειας, που δεν θα καλύπτει πλήρως τις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού, η ανάπτυξη «μάλλον χαλαρής» σχέσης μεταξύ της αιτούσας και του νηπίου, η μέτρια οικονομική δυνατότητα αυτής και οι συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι. Η έκθεση αυτή, η οποία κατά τη μείζονα πρόταση στην αρχή της παρούσας συνεκτιμάται, δεν είναι όμως δεσμευτική για το Δικαστήριο, εν προκειμένω κρίνεται αφενός ατεκμηρίωτη, επειδή εξαντλείται σε κοινωνιολογικές απόψεις και αόριστες σκέψεις, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών για την ανεπάρκεια του προσώπου της υποψήφιας θετής μητέρας (...) και αφετέρου αντιφατική, αφού καταλήγει σε αρνητικό πόρισμα, ενώ έχει διαπιστώσει την αγάπη, που τρέφει η αιτούσα προς το υιοθετούμενο. Πιο συγκεκριμένα, από την ίδια την έκθεση κοινωνικής έρευνας, συνάγεται ότι η αιτούσα οδηγήθηκε στην απόφαση της υιοθεσίας του νηπίου αυτού από παιδοκεντρικά και μόνο κίνητρα και με πλήρη ανιδιοτέλεια, αφού εξ αρχής και με ευθύτητα εκδήλωσε την έντονη επιθυμία της να μεγαλώσει ένα παιδί (...), πράγμα που βεβαιώνεται και από το ψυχικό άλγος, που της προκάλεσαν οι επανειλημμένες σχετικές ιατρικές επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, και οι επακόλουθες ανεπιτυχείς προσπάθειες να μείνει έγκυος. Περαιτέρω, η κοινωνική λειτουργός αναφέρει ότι η υποψήφια θετή μητέρα καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μαζί της ήταν «ευγενική και έδειχνε συνεργάσιμη» (...), τον δε κοινωνικό, εξωστρεφή και χαμογελαστό της χαρακτήρα με πολλά ενδιαφέροντα επιβεβαιώνουν και όλοι οι εξετασθέντες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών μάρτυρες στις πιο πάνω αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους. Η από χρόνια, εξάλλου, διατηρούμενη σχέση μνηστείας της αιτούσας με συνάδελφό της, σχέση που από την έκθεση τίθεται ως κρίσιμη παράμετρος για τη διερεύνηση της προοπτικών ευόδωσης της υιοθεσίας, δεν δικαιολογεί τον υποδηλούμενο σκεπτικισμό που καταγράφεται στην έκθεση (...) δεδομένου ότι, όπως σημειώνεται και στην ίδια έκθεση (σ. 7) και επιβεβαιώνεται επιπλέον στην από 22.11.2004 ένορκη βεβαίωση του ως άνω προσώπου στη Συμβολαιογράφο Αθηνών, ο ίδιος διάκειται απολύτως θετικά υπέρ της δημιουργούμενης με την υιοθεσία προοπτικής σχέσεων. Πάντως, και ανεξάρτητα από την παράμετρο αυτή, η διαπιστούμενη από την έκθεση αβεβαιότητα ως προς το «είδος του πατρικού ρόλου που αυτός θα παίξει» ενόψει του ότι «δεν συγκεντρώθηκαν στοιχεία για τη στάση του» (σ. 15), δεν αίρει τη δεδομένη δυνατότητα της αιτούσας να ανταποκριθεί με αγάπη και προσήλωση στις απαιτήσεις της δημιουργούμενης από την υιοθεσία σχέσης της με το υποψήφιο τέκνο. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η διαμορφωθείσα έως σήμερα στενή σχέση τους, διάρκειας ήδη δυόμισι ετών, και η καλή ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, που, όπως κατέθεσε ενόρκως ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας (...), έχει προσαρμοστεί πλήρως στο περιβάλλον της αιτούσας (...). Η καλή, εξάλλου, οργανική και ψυχική υγεία της αιτούσας, η βιολογική της ηλικία (52 περίπου ετών) η οποία δεν θεωρείται πολύ μεγάλη με βάση τα σημερινά δεδομένα (ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω) και ιδιαίτερα η υπευθυνότητα, η τιμιότητα και το ήπιο του χαρακτήρα της, στοιχεία τα οποία καταθέτουν τόσο ο ως άνω μάρτυρας όσο και οι εξετασθέντες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών μάρτυρες, της επιτρέπουν να ανταποκριθεί με επιτυχία στα καθήκοντα της ανατροφής ενός παιδιού. Από τους ίδιους ως άνω μάρτυρες σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως βεβαιώσεις αποδοχών των τελευταίων δύο ετών από την….., όπου εργάζεται η αιτούσα, προκύπτει ότι η οικονομική της κατάσταση είναι ιδιαίτερα καλή, καθόσον τα εισοδήματά της (της τάξης περίπου των 4.500 ευρώ μηνιαίως) είναι πολύ υψηλότερα από τα εμφανιζόμενα στην οικεία φορολογική δήλωση και από τα αναφερόμενα (της τάξης των 2.500 ευρώ μηνιαίως) και χαρακτηριζόμενα ως «μέτρια» στην έκθεση της Κοινωνικής Έρευνας

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, και συνεκτιμώντας την ως άνω έκθεση κοινωνικής έρευνας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενόψει της προσωπικότητας, της υγείας, της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης της αιτούσας και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους προσαρμογής, η υιοθεσία είναι προς συμφέρον του υιοθετούμενου και θα αποβεί προς όφελός του (άρθρα 1542 εδ. β’ και 1558 ΑΚ). Επιβάλλεται δε από λόγους ηθικούς και κοινωνικούς, καθώς έχει δημιουργηθεί μια εν τοις πράγμασι οικογενειακή σχέση μεταξύ υιοθετούσης και υιοθετουμένης, αφού η αιτούσα ανατρέφει το υιοθετούμενο βρέφος από τους πρώτες δύο μήνες της ζωής του, η σχέση δε αυτή χαρακτηρίζεται από το συναισθηματικό δεσμό και την ψυχολογική ένταξη του υιοθετούμενου τέκνου στο περιβάλλον της υποψήφιας θετής μητέρας. Επιπλέον, η πρόταση της κοινωνικής λειτουργού, που περιέχεται στην ως άνω έκθεση κοινωνικής έρευνάς της, για προσωρινή φιλοξενία του βρέφους σε αναγνωρισμένο ίδρυμα με σκοπό την οριστική οικογενειακή του αποκατάσταση (...), δεκτής γενομένης, θα διαταράξει την ομαλή ψυχοπνευματική ανάπτυξη του τέκνου. Από όλα, λοιπόν, τα παραπάνω προκύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της υιοθεσίας και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη …"

 



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.