Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Έγκυρο το ιδιωτικό συμφωνητικό των γονέων για την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας τέκνου εκτός γάμου.


 
 

ü  Η συμφωνία των γονέων για την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό που έχουν υπογράψει μεταξύ τους, και δη η συναίνεση της μητέρας να ασκεί τη γονική μέριμνα με τον πατέρα του τέκνου, πλην της επιμέλειας του, την οποία ασκεί αποκλειστικά, επιμαρτυρεί την κοινή και κατά τεκμήριο αντικειμενική αντίληψη για το συμφέρον του τέκνου και κρίνοντας ότι αποβλέπει σε αυτό (ΑΠ 728/1980 ΕλλΔνη 32.1233, ΕφΑθ 9050/1995 Αρμ 1998.44), πρέπει να εκτελεστεί στην πράξη και αποτελεί οδηγό για το Δικαστήριο (ΑΚ 1511)

 

Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 432/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.   

 
«… Από τις διατάξεις των άρθρον 1511, 1512, 1513 και 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο των γονέων του, ασκείται από τους τελευταίους από κοινού, περιλαμβάνει δε, συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 ΑΚ, την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του. Το λειτουργικό δε δικαίωμα της γονικής μέριμνας είναι υποχρεωτικό για τους γονείς και προσωποπαγές, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή ούτε η παραίτηση από αυτό, ούτε η υποκατάσταση του φορέα του, με μεταβίβαση του σε άλλον (ΜονΠρΑθ 223/1995 ΑρχΝ 47.205, βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, 1990, σελ.16). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1615 ΑΚ, η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του, Σε περίπτωση αναγνώρισης του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Με αίτηση του πατέρα το δικαστήριο μπορεί, και σε κάβε άλλη περίπτωση και ιδίως αν συμφωνεί η μητέρα, να αναθέσει και σ' αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από τον φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475-1476 ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας. Μετά την εκούσια ή δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που έχει γεννηθεί εκτός γάμου το νομικό καθεστώς της γονικής του μέριμνας μεταβάλλεται. Η μεταβολή είναι διαφορετική ανάλογα με το αν η αναγνώριση έγινε εκούσια ή δικαστικά, ύστερα από αγωγή του πατέρα, ή δικαστικά ύστερα από αντιδικία του.  Η πρώτη περίπτωση ρυθμίζεται από την ΑΚ 1515 παρ. 1 εδ. β' και η δεύτερη από την ΑΚ 1515 παρ. 2. Βασικό χαρακτηριστικό των ρυθμίσεων είναι η εισαγόμενη διάκριση μεταξύ κτήσεως και ασκήσεως της γονικής μέριμνας. Σε περίπτωση εκούσιας αναγνώρισης, ο νόμος αναθέτει τη γονική μέριμνα και στον πατέρα, εκτιμώντας ότι αυτός με την οικειοθελή πράξη της αναγνώρισης επέδειξε το ενδιαφέρον ταυ για το τέκνο.

Έκτοτε φορείς της γονικής μεριμνάς του είναι και οι δύο. Ο πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα στις εξής περιπτώσεις: α) αυτοδικαίως, χωρίς δικαστική απόφαση ή άλλη ενέργεια, αν η γονική μέρωνα λόγω θανάτου ή κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης της μητέρας κατά τη ΑΚ 1538 (βλ. ΑΚ 1510 παρ. 2), ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (βλ. ΑΚ 1510 παρ. 1) ή πραγματικούς λόγους, οπότε την αναπληρώνει στην άσκηση της, β) σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, όπως ιδίως όταν συμφωνεί η μητέρα (ΑΠ 1129/1988 ΕλλΔνη 28,1420). Η δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του πατέρα, μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε αποκλειστικά στον πατέρα, είτε από κοινού, είτε ολόκληρης της γονικής μέριμνας ή ορισμένων μόνο λειτουργιών της, σε κάθε περίπτωση με τη συμφωνία της μητέρας, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του τέκνου. Ο πατέρας που δεν έχει την άσκηση της γονικής μέριμνας, εξακολουθεί να έχει τη βασική σχέση της μέριμνας του γονέα για το τέκνο του. Ως γονέας διατηρεί ορισμένα άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις (λ.χ. δικαίωμα πληροφόρησης, προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο). Εξάλλου, στο περιεχόμενο της γονικής μέριμνας του τέκνου εντάσσεται η επιλογή και δόση του κυρίου ονόματος του ως διακριτικού της προσωπικότητας του στοιχείου. Στην εσωτερική σχέση μεταξύ γονέων και τέκνου, η πράξη αυτή αποτελεί, υλική ενέργεια, πραγματοποιούμενη στο πλαίσια αντιστοίχου δικαιώματος. Εξωτερικώς, έναντι τρίτων, η ονοματοδοσία εμφανίζεται ως άσκηση νομικής εξουσίας των γονέων, οι οποίοι ενεργούν στη συγκεκριμένη περίπτωση ως φορείς ιδίου δικαιώματος και όχι ως αντιπρόσωποι του τέκνου σε προσωπική του υπόθεση, πλην όμως, ως φορείς της γονικής του μέριμνας και με έννομα αποτελέσματα υπέρ του τέκνου. Η ύπαρξη δικαιώματος ονοματοδοσίας των γονέων δεν εμποδίζει την ύπαρξη αυτοτελούς δικαιώματος του τέκνου για προσδιορισμό ή αλλαγή του ονόματος του, όταν γίνει ενήλικο. Η ονοματοδοσία αποτελεί δικαιοπραξία των γονέων, άτυπη, ολοκληρούμενη με την αντίστοιχη εξωτερίκευση της κοινής βούλησης να δώσουν στο τέκνο τους συγκεκριμένο όνομα. Είναι ισχυρή και χωρίς βάπτισμα, ενώ η δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου έχει απλώς βεβαιωτικό ή αποδεικτικό της τέλεσης της δικαιοπραξίας χαρακτήρα και δεν αποτελεί συστατική της προϋπόθεση. Το δικαίωμα προσδιορισμού του κυρίου ονόματος του τέκνου, ως περιεχόμενο στη γονική μέριμνα του, ανήκει κατά κανόνα και στους δύο γονείς από κοινού (ΑΚ 1510 παρ.1). Παρά την άποψη ότι αν η επιμέλεια του τέκνου ανήκει στον ένα γονέα μόνο, αυτός αποφασίζει μόνος του και για το όνομα του τέκνου και ότι η ύπαρξη απλώς της γονικής μέριμνας, όταν δεν περιλαμβάνει και την επιμέλεια του τέκνου, δεν παρέχει δικαίωμα ονοματοδοσίας, στη νομολογία υποστηρίζεται ευρέως η άποψη ότι η ονοματοδοσία παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας και συνεπώς, αποτελεί δικαίωμα και των δύο γονέων που την ασκούν και όχι μόνο εκείνου στον οποίο ανήκει η επιμέλεια αποκλειστικά (ΑΠ B25/1C-95 ΕΕΝ 1996.725, ΑΠ 716/1993 ΕλλΔνη 35.1265, ΑΠ 1321/1992 Αρμ 4,340, ΕφΑθ 558/1995 ΕλλΔνη 37.353, ΕφΛαρ 2S6/1994 ΕλλΔνη 35.1377, ΕφΑθ 4971/1993 ΝοΒ 42.76, ΕφΑθ 2232/1992 ΝοΒ 41.1995, ΕφΑθ 8588/1990 ΕλλΔνη 33.153, ΕφΠατρ 95/1989 ΑχΝομ 6.104). Ο προσδιορισμός του ονόματος του τέκνου είναι δικαίωμα και των δύο γονέων, ως προς το οποίο αποφασίζουν από κοινού, ενώ αν διαφωνούν, πρέπει να προκληθεί απόφαση περί του δοτέου ονόματος από το δικαστήριο (ΑΚ 1512, ΑΠ 947/1996 ΕλλΔνη 39.1052, ΑΠ 1197/1993 ΕλλΔνη 35.17.26, ΕφΛαρ 286/1994 Αρμ ΜΗ.812, ΕφΑθ 8588/1990 ΕλλΔνη 33.153. Εφθεσ 1931/1984 NoΒ 32.1568, ΠολΠρΑθ 1044/1996 ΕλλΔνη 39.224, ΜονΠρΒολ 236/1997 ΑρχΝ 1898.75, ΜονΠρΑθ 435/1992 Αρμ 47.134). Αν η επιμέλεια του τέκνου, έχει ανατεθεί, σε περίπτωση διάστασης των γονέων, με δικαστική απόφαση στον ένα από τους γονείς, τότε αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει μόνος του για τα τρέχοντα και καθημερινά μόνο θέματα, τα σχετιζόμενα με την επιμέλεια του τέκνου, όχι δε και εκείνα που από τη φύση τους είναι προορισμένα να επηρεάσουν κρίσιμα για τη ζωή του θέματα, (λ,χ. ονοματοδοσία, επιλογή αναδόχου, επιλογή θρησκεύματος, σοβαρή χειρουργική επέμβαση), για τα οποία δεν είναι αρκετή η απόφαση του ενός από τους γονείς. Και τούτο, διότι, και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, η λήψη της απόφασης επί των άνω σοβαρών ζητημάτων, γι' αυτό, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, πρέπει να αποφασίζουν από κοινού και αν διαφωνούν, τη διαφορά τους θα λύσει το δικαστήριο (ΑΠ 1321/1992 Αρμ 1994 340, ΕφΑΘ 4287/2005 Νόμος). Δεν υφίστανται δεσμευτικοί κανόνες για το όνομα που θα επιλέξουν οι γονείς για το τέκνο τους, πέρα από το ότι αυτό δεν θα πρέπει να αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη. Επίδραση στην απόφαση των γονέων για την επιλογή συγκεκριμένου ονόματος ασκούν συνήθως τα υπάρχοντα τοπικά ή γενικότερα λαϊκά έθιμα που πάντως δεν δεσμεύουν. Το όνομα θα πρέπει να είναι κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως διακριτικό γνώρισμα ανθρώπινης προσωπικότητας και ειδικότερα του φύλου, να μην προκαλεί σύγχυση με το επώνυμο και να μη συμπίπτει με το όνομα άλλων στην οικογένεια. Μετά από έντονη διαμάχη σε θεωρία και νομολογία, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, η ονοματοδοσία είναι τελείως ανεξάρτητη από το μυστήριο του βαπτίσματος, αποτελούσα αστική δικαιοπραξία, ενώ η άλλη άποψη υποστήριζε ότι συνδεόταν αναπόσπαστα με το βάπτισμα ως δογματικό ή τελετουργικό στοιχείο του μυστηρίου. Πάντως, με βάση το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 344/1975 «Περί ληξιαρχικών πράξεων», όπως αντικ. από το άρθρο 16 του Ν. 1438/1984, είναι σαφές ότι το όνομα αποκτάται και με σχετική δήλωση, των γονέων ή του ενός από αυτούς προς τον αρμόδιο ληξίαρχο, άρα δεν συνδέεται οπωσδήποτε με το μυστήριο του βαπτίσματος. Οι γονείς είναι ελεύθεροι να δώσουν όνομα στο τέκνο τους και χωρίς βάπτιση, ενώ οποιαδήποτε υποχρεωτική σύνδεση αυτών, θα ήταν αντισυνταγματική ως αντικείμενη στη θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνει το άρθρο 13 του Συντάγματος. Η ονοματοδοσία δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος (ΕφΑθ 3718/2008 Νόμος), αλλά γίνεται με δήλωση του γονέα προς τον ληξίαρχο για καταχώρηση του ονόματος του τέκνου στη ληξιαρχική πράξη γέννησης και αποτελεί περιεχόμενο του λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας (ΑΠ 730/2006 Νόμος).

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι από τις σχέσεις της με τον εναγόμενο, άνευ τέλεσης γάμου, απέκτησε ένα άρρεν τέκνο στις …. 2012, αβάπτιστο ακόμη, που δηλώθηκε στο Ληξιαρχείο του Δήμου Χίου. Ότι το τέκνο αναγνώρισε εκούσια ο εναγόμενος στις ….. 2012 με την υπ' αριθ. ... πράξη αναγνώρισης εκτός γάμου τέκνου, της συμβολαιογράφου Χίου .... Ότι το τέκνο διαμένει μαζί της, μετά τη διάσταση των γονέων του από ….2012. Ότι με το από …… 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τους, καθορίστηκε ότι το τέκνο θα διαμένει με την ενάγουσα, η οποία θα ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια του, και ότι ο εναγόμενος θα έχει δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του. Ότι η Ιερά Μητρόπολη Χίου, στην περιφέρεια της οποίας θα γίνει η βάπτιση του τέκνου, καθώς και το Ληξιαρχείο του Δήμου Χίου, στο οποίο θα γίνει η δήλωση ονοματοδοσίας του ζητούν την κοινή δήλωση αμφοτέρων των γονέων του για να προβούν σης αντίστοιχες πράξεις, παρότι ο εναγόμενος δεν ασκεί τη γονική μέριμνα του ανηλίκου. Ότι ο εναγόμενος αρνείται να συναινέσει στη βάπτιση του τέκνου, καθώς και στην ονοματοδοσία του με το όνομα «Σ….», το οποίο είναι προς το συμφέρον του. Ότι ο εναγόμενος ουδόλως έχει προσφέρει στη διατροφή αυτού, το οποίο διατρέφεται αποκλειστικά από τον πατέρα της ενάγουσας ..... ήδη από τον τοκετό μέχρι και σήμερα και διαμένουν στην οικία του, ενώ η ίδια δεν έχει τις οικονομικές δυνάμεις να συνεισφέρει στη διατροφή του και ότι πρέπει να λάβει το όνομα του για λόγους ισότητας, αφού μετά την εκούσια αναγνώριση του φέρει ληξιαρχικά τα επώνυμο του Εναγομένου (...). Ότι λόγω διαφωνίας των γονέων, πρέπει να αποφασίσει για το ζήτημα το Δικαστήριο. Με αυτό το ιστορικό, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα έχει δικαίωμα να προβεί μονομερώς στη βάπτιση του τέκνου ως χριστιανού ορθόδοξου και στην ονοματοδοσία στο ληξιαρχείο με το όνομα «Σ….», άλλως επικουρικώς, να επιλυθεί η διαφωνία προς την ίδια κατεύθυνση με δικαστική απόφαση, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ' ύλην και κατά τόπο (ΚΠολΔ 17 αρ.2, 22, 681 Β' §18') εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνου, των άρθρων 666 §1, 667, 670, 671 §§1-3, 672 έως 676 ΚΠολΔ, κατά την οποία εφαρμόζονται και τα άρθρα 598, 600, 601, 605, 606, 744 και 759 παρ.3 ΚΠολΔ (άρθρα 681B § 1β και 681Γ § 1εδ. α' ΚΠολΔ), είναι δε ορισμένη (ΚΠολΔ 216) και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1515, 1516, 1518 ΑΚ, 176, 191 §2 ΚΠολΔ, πλην των απορριπτέων ως μη νομίμων: α) του αιτήματος περί αναγνώρισης ότι επειδή ασκεί την αποκλειστική γονική μέριμνα και επιμέλεια του τέκνου, δικαιούται να προβεί μονομερώς στη βάπτιση αυτού και στην ονοματοδοσία του στο αρμόδιο ληξιαρχείο, όπως η ίδια αποκλειστικά επιθυμεί, διότι, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη επισημάνθηκαν, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια του τέκνου, ενόψει του ότι εκθέτει ότι έχει ήδη αναγνωριστεί εκούσια ο εναγόμενος ως πατέρας, άρα είναι φορέας της γονικής μέριμνας του τέκνου κι ότι βάσει του ιδιωτικού τους συμφωνητικού η ενάγουσα ασκεί αποκλειστικά μόνο την επιμέλεια του de facto ένεκα της συμβίωσης τους, τη δε γονική του μέριμνα συνάγεται από την αγωγή ότι ασκούν από κοινού, συνεπώς, το ζήτημα της ονομοτοδοσίας του άπτεται κατά την άποψη της νομολογίας που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο μείζονος σημασίας πτυχή άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου και όχι θέμα τρέχουσας και συνήθους διαχείρισης καθημερινών αναγκών και πράξεων επιμέλειάς του και δεν μπορεί να ζητεί νομίμως την αναγνώριση της ως αποκλειστικής δικαιούχου για τον καθορισμό του, αφού ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, ανεξαρτήτως του ότι η ενάγουσα ασκεί την επιμέλεια του τέκνου, καθότι η ονοματοδοσία υπάγεται στην άσκηση της γονικής μέριμνας, ενώ σχετικά με τη βάπτιση του τέκνου ως χριστιανού ορθόδοξου δεν γεννάται ζήτημα που να εισάγεται νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου (ΑΚ 1512), καθόσον δεν εκτίθεται ότι συντρέχει περίπτωση διαφωνίας των γονέων επ' αυτού, παρά μόνο για το ζήτημα του ονόματος που θα δοθεί ατό τέκνο τους, λαμβανομένου υπόψη ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της δικαιοπραξίας της ονοματοδοσίας στο ληξιαρχείο και της διενέργειας του μυστηρίου της βάπτισης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχική νομική σκέψη και β) του παρεπόμενου αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη συμβιβαζόμενο με τον διαπλαστικό χαρακτήρα της επ' αυτής εκδοθησομένης απόφασης, καθόσον τούτο προϋποθέτει καταψηφιστική διάταξη απόφασης (ΕφΛαρ 286/1984 ΕλλΔνη 1994.1376, ΜονΠρΘεσ 435/1992 Αρμ 1993.133, βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΕρμΑΚ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1505-1541, αρ.248). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, και κατ' ουσίαν, λαμβανομένου υπόψη ότι πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 681Γ §2 εδ. β ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 19 §3 Ν.2521/1997, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία απέτυχε, ενώ δεν αποτελεί κώλυμα στην πρόοδο της δίκης η παράλειψη υποβολής έκθεσης κοινωνικής έρευνας ως προς τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου τέκνου (ΚΠολΔ 681Γ §2,19§2 Ν.2521/1997), εφόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει ιδρυθεί η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία που λειτουργεί ως αυτοτελής αποκεντρωμένη (ΕφΑθ 1457/2004 ΕλλΔνη 45.836, ΕφΑθ 2105/2000 ΕλλΔνη 42.455, ΕφΑθ 1898/2000 ΕλλΔνη 42.177, ΜονΠρΡοδ 56/2007 Νόμος), περιεχόμενο της αγωγής είναι η άρση της διαφωνίας των διαδίκων μόνο για την ονοματοδοσία του και όχι η ανάθεση στον καθένα από αυτούς της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας ή της άσκησης τους, και για να διευθετηθεί αυτή δεν απαιτείται η τήρηση της προβλεπομένης από το άρθρο 681Γ παρ.2 ΚΠολΔ υποχρεωτικής προδικασίας (ΑΠ 730/2006 Νόμος, ΕφΑθ 4287/2005 ΕλλΔνη 2006.204).

Περαιτέρω, ο εναγόμενος, με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις του, αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και ζητεί την απόρριψη της και την καταδίκη της ενάγουσας στη δικαστική του δαπάνη, εκθέτοντας ότι μετά την εκούσια αναγνώριση του τέκνου ως άνω, είναι νόμιμα πατέρας του και φορέας της γονικής του μέριμνας, σύμφωνο και με το από …. 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τους, βάσει του οποίου ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, του τέκνου, συνεπώς, πρέπει να αποφασίσει και αυτός από κοινού με την ενάγουσα για την ονοματοδοσία του, ότι δεν έχει αντίρρηση για τη βάπτιση του τέκνου, αλλά ότι η διαφωνία τους έγκειται στο όνομα αυτού και ότι ο ίδιος επιθυμεί το τέκνο του να λάβει το όνομα «Μ…» σε ένδειξη τιμής για το όνομα του πατέρα του, το οποίο συμπίπτει να είναι και το όνομα του παππού της ενάγουσας και ότι η ίδια δεν του επιτρέπει, επειδή αδυνατεί να καταβάλει διατροφή, να έχει επικοινωνία με το τέκνο του, ενώ σε όσες περιπτώσεις προσπάθησαν να τα βρουν, ο πατέρας της στάθηκε εμπόδιο. Κατόπιν της άρνησης του εναγομένου, το βάρος απόδειξης της αγωγής φέρει η ενάγουσα (ΚΠολΔ 335, 338).

Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που νομίμως προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δίκης, εκτιμώμενες καθ' εαυτές κατά τον λόγο γνώσης και αξιοπιστίας τους, σε συνδυασμό προς το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από την κρίση του Δικαστηρίου για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα όσα συνομολογούν οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν και όσα προέκυψαν κατά την προφορική διαδικασία στο ακροατήριο, με βάση τα πρακτικά της δίκης, όπως αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω (ΚΠολΔ 261, 352§1), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Από τις εκτός γάμου ερωτικές σχέσεις των διαδίκων γεννήθηκε στις ….. 2012 ένα άρρεν τέκνο, αβάπτιστο ακόμη, το οποίο δηλώθηκε ληξιαρχικά ως τέκνο της ενάγουσας και συντάχθηκε η υπ' αριθ. …..  2012 ληξιαρχική πράξη γέννησης του στο Ληξιαρχείο του Δήμου Χίου, το οποίο αναγνώρισε εκούσια ο εναγόμενος ως τέκνο του, δυνάμει της υπ' αριθ. …. 2012 πράξης αναγνώρισης εκτός γάμου τέκνου, της συμβολαιογράφου Χίου ..., μεταβολή η οποία καταχωρήθηκε και ληξιαρχικά στην ίδια πράξη. Επειδή οι σχέσεις συμβίωσης των γονέων του δεν εξελίχθηκαν ομαλά, ήδη τελούν σε διάσταση, με συνέπεια το ανήλικο τέκνο να διαμένει με την ενάγουσα μητέρα του και τους γονείς της στην πατρική οικία.. Κατόπιν κατήρτισαν με τον εναγόμενο το από …. 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου θα ασκείται από αμφότερους τους γονείς του, ενώ την επιμέλεια του θα είχε η ενάγουσα αποκλειστικά, με την οποία και διαμένει, στο δε εναγόμενο επετράπη η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο του και ρυθμίστηκε το πρόγραμμα αυτής.  Η ενάγουσα, όπως επισημάνθηκε και στην υπ' αριθ. … /2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείο Χίου που απέρριψε το σχετικό αίτημα της ως αλυσιτελές και απαράδεκτο, ασκεί εκ του νόμου την αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους de facto ένεκα της συμβίωσης τους. Τούτο συνομολογεί ο εναγόμενος πατέρας. Μεταξύ των γονέων δεν έχει συναφθεί γάμος και βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1515 παρ. 1 ΑΚ καθόσον μετά την εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον εναγόμενο, αυτός κατέστη φορέας της γονικής του μέριμνας, την οποία και ασκεί, πλην της εξουσίας της επιμέλειας του ανηλίκου, μετά και τη σύναψη του μεταξύ τους ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας επισημάνθηκαν, η βάπτιση του τέκνου είναι κάτι το διαφορετικό και ανεξάρτητο από την ονοματοδοσία του, χωρίς να αποτελεί συστατικό στοιχείο της, όπως συνάγεται από τα άρθρα 25 και 26 του Ν 344/1975. Οι διάδικοι ως γονείς είναι φορείς της γονικής μέριμνας, την οποία ασκούν από κοινού, πλην της επιμέλειας του τέκνου που ασκεί αποκλειστικά η ενάγουσα, όπως συνομολογείται (ΚΠολΔ 352). Η ονοματοδοσία κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, όπως στις αρχικές νομικές σκέψεις έχει επισημανθεί, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα που εναπόκειται στην άσκηση των τρεχουσών αναγκών και συνήθων πράξεων καθημερινής επιμέλειας του τέκνου από τη μητέρα του (ΑΚ 1516), αλλά άπτεται μείζονος σημασίας ζητήματος της άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου, διότι αφορά το σύνολο της προσωπικότητας του και το μέλλον του, για το οποίο είναι δικαιούχοι και υπόχρεοι να ρυθμίζουν αμφότεροι οι γονείς του ως φορείς του λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το συμφέρον του (ΑΠ 26/1993 ΝοΒ 41.1075, ΑΠ 1321/1992 ΕλλΔνη 35.375). Άλλωστε, η συμφωνία των γονέων για την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας με βάση το ανωτέρω ιδιωτικό τους συμφωνητικό, και δη η συναίνεση της μητέρας να ασκεί τη γονική μέριμνα με τον πατέρα του τέκνου, πλην της επιμέλειας του, την οποία ασκεί αποκλειστικά, επιμαρτυρεί την κοινή και κατά τεκμήριο αντικειμενική αντίληψη για το συμφέρον του τέκνου και κρίνοντας ότι αποβλέπει σε αυτό (ΑΠ 728/1980 ΕλλΔνη 32.1233, ΕφΑθ 9050/1995 Αρμ 1998.44), πρέπει να εκτελεστεί στην πράξη και αποτελεί οδηγό για το Δικαστήριο (ΑΚ 1511). Κατά συνέπεια, φορείς του δικαιώματος ονοματοδοσίας είναι και οι δυο γονείς που έχουν τη γονική μέριμνα ανεξάρτητα αν την ασκούν (ΕφΑθ 4287/2006 ΕλλΔνη 47.201, ΜονΠρΠειρ 3072/2011 ΕφΑΔ 2012 55, ΜονΠρΒολ 138/2001 ΑρχΝ 2001.892). Οι γονείς δεν διαφωνούν για το ζήτημα της βάπτισης του ως χριστιανού ορθόδοξου, κατά το δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ούτε ετέθη ποτέ ζήτημα για το θρήσκευμα του τέκνου, αλλά για το όνομα του τέκνου κατά την ονοματοδοσία του στο Ληξιαρχείο του Δήμου Χίου. Ειδικότερα, η μεν ενάγουσα θέλει το τέκνο να λάβει το όνομα του πατέρα της «Σ…», ο δε εναγόμενος το όνομα του πατέρα του «Μ…». Δεν δικαιούται η ενάγουσα ως μητέρα να διαμορφώσει μονομερώς το όνομα του τέκνου της, διότι πλέον έχει και πατέρα, ο οποίος είναι φορέας της γονικής μέριμνας του, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ως περιεχόμενο και το δικαίωμα της ονοματοδοσίας, ως περιεχόμενο της γονικής μέριμνας ευρύτερα και όχι μόνο της άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου. Διότι η μητέρα έχοντας μόνο την επιμέλεια του δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς για το όνομα που θα του δοθεί. Σ' αυτό πρέπει να συμφωνήσει και ο πατέρας  με τον οποίο από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνα, η οποία είναι ανεξάρτητη οπό το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας (ΟλΑΠ 99/1985 ΝοΒ 33.1178, ΑΠ 417/2005. ΑΠ 531/2002, ΑΠ 1700/2001, ΑΠ 947/1996, ΕφΑθ 3486/2006 ΕλλΔνη 2006.1452, ΕφΑθ 21/2000 ΕλλΔνη 2000.800 ΕφΑθ 8688/1990 ΕλλΔνη 1992.153). Οι προσωπικές οικογενειακές τους σχέσεις έχουν διαταραχθεί ισχυρά από εντάσεις που έχουν επιφέρει κλίμα αποξένωσης μεταξύ τους, με συνέπεια και τη μη συμφωνία τους από κοινού για την ονοματοδοσία του τέκνου, το οποίο παραμένει έτσι αβάπτιστο. Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει όπως αρθεί η διαφωνία τους με δικαστική απόφαση, με την οποία θα καθορίζεται το όνομα του και χωρίς δέσμευση από τα αιτήματα των γονέων ή τη γνώμη αυτών, επιλέγοντας είτε άλλο όνομα από το προτεινόμενο από τους διαδίκους είτε συνδυασμό ονομάτων, με κριτήριο αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του τέκνου (ΟλΑΠ 99/1985, ΑΠ 730/2006, ΑΠ 631/2002 Νόμος, ΑΠ 947/1996 ΕλλΔνη 38.1052, ΑΠ 825/1995 ΝοΒ 45.973, ΕφΑθ 1034/2012 ΕλλΔνη 2012.783, ΕφΘεσ 2269/2000 Αρμ 2001,210, ΕφΑθ558/1995 ΕλλΔνη 37.353). Υφισταμένης μετά ταύτα, διαστάσεως μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την ονοματοδοσία του (ΑΚ 1512), ανακύπτει ανάγκη ρυθμίσεως του ζητήματος αυτού από το Δικαστήριο, μετά και την επισήμανση ότι, αφού προτιμήθηκε, από πλευράς της ασκούσης τη γονική μέριμνα του ανηλίκου μητέρας του, το όνομα «Σ…», εκ του πατέρα της και από την πλευρά του επίσης ασκούντος τη γονική μέριμνα του τέκνου εναγομένου το όνομα «Μ…», εκ του πατέρα του, προκρίνεται η λύση του προσδιορισμού του δοτού ονόματος, από λόγους ισότητας των γονέων, όπως αυτό συναποτελεσθεί από ονόματα της προτιμήσεως αμφοτέρων, ως σύνθετου (διπλού) ονόματος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και της διαφωνίας των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου επιβάλλει, όπως φέρει το σύνθετο όνομα «Σ…- Μ…», το οποίο ικανοποιεί τις επιθυμίες αμφοτέρων των γονέων του, αφού αποτελεί συνδυασμό των πατρικών ονομάτων που προτείνονται και από τους δύο και, περαιτέρω, εξασφαλίζει την εύνοια και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του τόσο ης πατρικής όσο και της μητρικής οικογένειας, αφετέρου δε, αφού ικανοποιεί τις επιθυμίες και των δύο γονέων, θα αποτελέσει, ενδεχομένως, και το θεμέλιο για την εξομάλυνση των σχέσεων τους, ενώ επιπλέον, ένεκα της διάσπασης της συμβίωσης και της μη τέλεσης γάμου μεταξύ τους, είναι πολύ πιθανόν το συγκεκριμένο τέκνο να είναι και το μοναδικό της σχέσης τους και αυτά που θα συνδέει τις δύο οικογένειες, χωρίς η τέτοια λύση της διαφωνίας τους να απάδει στις ελληνικές χριστιανικές παραδόσεις του λαού μας, τις οποίες αποδέχονται και οι δύο γονείς του τέκνου (ΕφΘεσ 2268/2000 Αρμ 2001.210). Σύμφωνα δε με αυτές, ο γόνος που φέρει το όνομα ενός προγόνου, κατά κανόνα εξασφαλίζει και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Η προταθείσα λύση έχει βάσιμες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πιθανότητες να αποτελέσει θεμέλιο για την εξομάλυνση των σχέσεων των γονέων, τουλάχιστον σε ότι αφορά την απαιτουμένη συνεργασία τους σε σχέση με το πρόσωπό του, πράγμα που θα είναι ιδιαίτερα επωφελές για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Η δόση μόνο του ονόματος που επιθυμεί η ενάγουσα θα αποξένωνε πλήρως το άρρεν τέκνο από την πατρική του οικογένεια, ενόψει και του ότι δεν έχει τελεστεί γάμος των γονέων του, ενώ κατά τα πατροπαράδοτα ήθη, έθιμα και παραδόσεις της ελληνικής κοινωνίας, το πρώτο άρρεν τέκνο είθισται να λαμβάνει το όνομα ταυ παππού της πατρικής γραμμής. Από την άλλη, η ενάγουσα είναι το μοναδικό τέκνο του ... και επιθυμεί να τιμήσει τον πατέρα της δίδοντας το άνομα του στο τέκνο της, γεγονός που είχε γνωστοποιήσει στον Εναγόμενο ήδη από τον χρόνο της εγκυμοσύνης της, ενώ το όνομα του πατέρα του Εναγομένου έχει τιμηθεί και από άλλο τέκνο του, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως, και δημιουργείται ενδεχομένως σύγχυση από την εμμονή σε αυτό. Άλλωστε, ο πατέρας της υπήρξε αρωγός από οικονομικής και ηθικής απόψεως στην εγκυμοσύνη της, και στην οικία του ήδη διαμένει, καθόσον δεν έχει επαρκείς οικονομικές δυνάμεις για να αυτοδιατραφεί, ένεκα και του ότι η ίδια δεν αργάζεται, Πρέπει να προταχθεί δε το όνομα «Σ…» κατά τον σύνθετο σχηματισμό της ονομασίας, δεδομένου ότι το τέκνο συμβιώνει και ανατρέφεται εντός της πατρικής οικίας της μητέρας του εγγύς στον παππού του Σ… και αυτό θα συμβάλει στην προσέγγιση και στην εύνοια του προς το ανήλικο. Για τον ίδιο σκοπό, πάντως, πρέπει να δοθεί και το όνομα του παππού του από την πατρική γραμμή, προκειμένου να γίνει αφορμή για να αποκατασταθούν οι σχέσεις και με την πατρική οικογένεια, έτσι ώστε στο πρόσωπο του να τιμώνται οι παππούδες και από τις δυο πλευρές (ΕφΑθ 8688/1990 ΕλλΔνη 1992.153). Οι ενδοιασμοί και οι φόβοι περί δημιουργίας συγχύσεως από το παραπάνω σύνθετο όνομα, πέραν της αοριστίας τους, αφού δεν προσδιορίζεται  και δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η σύγχυση αυτή και πως είναι δυνατά να δημιουργηθεί, εμφανίζονται αβάσιμοι, καθόσον εξ ουδενός στοιχείου της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε ότι είναι δυνατή η δημιουργία σύγχυσης από τη χρήση του παραπάνω συνθέτου ονόματος. Σχετικά με τις γενικώς διατυπούμενες αιτιάσεις περί του κινδύνου διασπάσεως της προσωπικότητας του ανηλίκου, επειδή καθένας των γονέων του και οι οικείοι του τυχόν να χρησιμοποιούν, εκ του συνθέτου ονόματος αυτού, εκείνο της αρεσκείας τους (βλ. Κυριτσάκη, επί της ΑΠ 1197/1993 ΕλλΔνη 35.1266, Διαμαντόπουλου, υπό την ΕφΑθ 558/1995 ΕλλΔνη 37.353), εκτός του ότι συνιστούν εκβιαστικό δίλημμα, το οποίο αναιρεί ουσιαστικά την εξουσία του Δικαστηρίου να προσδιορίσει, συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων, το όνομα του ανηλίκου βάσει του πραγματικού συμφέροντος του, θα πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός μεν ότι ο κίνδυνος υφίσταται και αν το Δικαστήριο υιοθετήσει το απλό όνομα το οποίο προτείνει έκαστος γονέας ή προκρίνει τρίτο όνομα το ίδιο αφού ουδέν εμποδίζει τον άλλο γονέα και τους οικείους του ή και τους δύο γονείς, αν το Δικαστήριο προσδιορίσει όνομα μη προταθέν από αυτούς, να αποκαλούν το τέκνο με το όνομα της αρεσκείας τους και να καθιερώσουν και να επιβάλουν τούτο στις μεταξύ τους σχέσεις, αφετέρου δε ότι, αν οι σχέσεις των γονέων εκτραχυνθούν τόσο, ώστε η διαφωνία τους ως προς το όνομα του τέκνου να οδηγήσει στη διάσπαση της προσωπικότητας του, οιασδήποτε και χωρίς τη διαφωνία αυτή η εν λόγω διάσπαση θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ενόψει του πλήθους των προβλημάτων τα οποία θα ανακύψουν στις μεταξύ των γονέων του ανηλίκου σχέσεις και της οξύτητας τους, αφού, συνήθως, η λύση των προβλημάτων αυτών, για εγωϊστικούς κυρίως λόγους, διώκεται στο πεδίο των προσωπικών σχέσεων γονέων και τέκνων. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι στην ηλικία που βρίσκεται το ανήλικο έχει ήδη αναγνωρίσει και αποδεχθεί το όνομα του ως «Σ…», ώστε να προκαλείται πρόβλημα στην ψυχολογία του με το νέο διπλό του όνομα. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το διπλό όνομα, ανεξαρτήτως του ότι προτάσσεται το «Σ… », δεν θα αποτελέσει επιπλέον σημείο τριβής, διότι διακαής πάθος των γονέων ήταν να δοθεί το όνομα του πατρός τους για έκαστον και δεν αποδείχθηκε ότι έκαστος θα έφτανε στο εγωιστικό σημείο να προσφωνεί το τέκνο με το όνομα του δικού του πατέρα, διότι τούτο θα προκαλούσε πρόβλημα στην ανάπτυξη του τέκνου, γεγονός που ευχερώς συνειδητοποιούν και θα απέβαινε σε βάρος του συμφέροντος του. Αντίθετα, ενόψει και της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, ως φορείς της, θα έπρεπε να φερθούν με σοβαρότητα και σύνεση, και να μεριμνήσουν από κοινού για την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του και τούτο θα πρέπει να ξεκινήσει από την ονοματοδοσία του, πρέπει δε να είναι ικανοποιημένοι αμφότεροι με τη λύση που προκρίθηκε εν προκειμένω ως η πλέον κατάλληλη συνδυαστικά, προκειμένου να συμβάλει και στην εκτόνωση της εντάσεως στις σχέσεις των γονέων, πράγμα που προφανώς θα αποβεί προς το συμφέρον του τέκνου. Μάλιστα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως στα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα ήθελε σε κάθε περίπτωση να δοθεί το όνομα του πατέρα της, κι ενόψει τούτου συμφώνησε να δοθεί και το επώνυμο του εναγομένου στο τέκνο, που στην αρχή είχε δηλωθεί με το δικό της επώνυμο, χωρίς να προκύπτει ότι θα είχε πρόβλημα να δοθεί ως δεύτερο όνομα και αυτό του πατέρα του εναγομένου, ο δε Εναγόμενος δεν θα έπαυε να αγαπάει το τέκνο του ακόμη κι αν πέραν του ονόματος του πατέρα του, διδόταν το όνομα του πατέρα της ενάγουσας. Συνεπώς, η λύση του σύνθετου (διπλού) ονόματος εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου, καθώς έτσι τιμώνται και οι δύο παππούδες του στο πρόσωπο του, και παρίσταται ως η πλέον επωφελής, υπό τις παρούσες περιστάσεις, προσωπικές και οικογενειακές, σύμφωνα με την εφαρμογή του άρθρου 1511 ΑΚ (ΑΠ 1700/2001 Νόμος). Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο άνω συνδυασμός ως προς το όνομα δεν αποτελεί υπέρβαση του αιτήματος της αγωγής, αφού κατά το άρθρο 1512 ΑΚ, το Δικαστήριο αποφασίζει κυριαρχικά περί του ονόματος, μη λαμβάνοντας υπόψη τις προτιμήσεις των διαφωνούντων γονέων, αν αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξυπηρετούν το συμφέρον του τέκνου (ΕφΑθ 4971/1993 ΝοΒ 1994.75, ΕφΑθ 2608/1992 Νόμος). Ανεξαρτήτως της επιφόρτισης του πατέρα της ενάγουσας με τη διατροφή του τέκνου και ότι ο εναγόμενος δεν καταβάλει τις αναγκαίες προσπάθειες για την επαύξηση των οικονομικών του δυνάμεων προκειμένου να συνεισφέρει στη διατροφή του, κι ενώ νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές επιστημονικές έρευνες αναγνωρίζουν μια σαφή βιοκοινωνικη υπεροχή στη μητέρα κατά τους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό, ωστόσο, για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζουν τον πρωταρχικό ρόλο του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου και την ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του, ώστε αποτελεί με τη συμπεριφορά του τον καλύτερο δέκτη της ψυχοδυναμικής της οικογένειας και του είδους των επιδράσεων της στο τέκνο. Συνακόλουθα, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να προσδιορισθεί ότι το άρρεν ανήλικο τέκνο των διαδίκων θα φέρει εφεξής το σύνθετο (διπλό) κύριο όνομα Σ... –Μ… » μετά την ονοματοδοσία του με δήλωση στο Ληξιαρχείο Δήμου Χίου. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία του κανόνα που εφαρμόστηκε στη δίκη (ΚΠολΔ 179) …». 





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.