Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Αναστολή εκτέλεσης ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών ΚΕΑΟ (ασφαλιστικών εισφορών ΤΕΒΕ – ΕΦΚΑ)





Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 128/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«… 1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο [(βλ. το με κωδικό πληρωμής ……  ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (e-παράβολο)], ζητείται, παραδεκτώς, η αναστολή εκτέλεσης α) της υπ αριθμ. …../9.10.2017 ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών του Β΄ Περιφερειακού Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) Αθήνας, με την οποία κλήθηκε η αιτούσα να καταβάλει το συνολικό ποσό των 51.908,78 ευρώ, που αφορά σε χρέη από ασφαλιστικές οφειλές της τελευταίας προς τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), που είχαν βεβαιωθεί με τους υπ αριθμ. ΟΑΕΕ/Κ/..., ΟΑΕΕ/Π1/..., ΟΑΕΕ/Π2/... (χρονικής περιόδου από 10/1991 έως 10/2001) και ΟΑΕΕ/Τ/... (χρονικής περιόδου από 6/1996 έως 8/1998) νόμιμους τίτλους, β) της υπ' αριθμ. .../26.9.2017 ταμειακής βεβαίωσης του εν λόγω ποσού και γ) των ως άνω νόμιμων τίτλων. Η αναστολή ζητείται μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της οικείας ανακοπής (αρ. εισαγωγής ΑΚ .../16.11.2017) που άσκησε η αιτούσα κατά των ως άνω πράξεων, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο.
2. Επειδή, στο άρθρο 217 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β)», στο άρθρο 224 ότι «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ' αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. », στο άρθρο 225 ότι «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής» και στο άρθρο 228, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α 213) και 326 παρ. 8 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86), ότι «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης Στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. Καθ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση, κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως». Εξάλλου, στο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α' 77), ορίζονται τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής» και στο άρθρο 202 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 ότι «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεστεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, το δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων, για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση [όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240)]. 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος, γ) ... 4. ...». Τέλος, στο άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «1. Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η ολική ή μερική αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αντίστοιχη προσφυγή πράξης. ... 2. ...».
3. Επειδή, από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκύπτει ότι είναι δυνατή η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλομένης πράξης, αν η άμεση εκτέλεση αυτής θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. Ως «ανεπανόρθωτη» δε βλάβη, η αποσόβηση της οποίας καθιστά, σύμφωνα με τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος, επιβεβλημένη την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, νοείται όχι μόνο η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει (βλ. ΣτΕ Ε.Α. Ολομ. 496/2011). Εξάλλου, περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει, ιδίως, όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του (βλ. ΣτΕ Ε.Α. 150/2014, 294/2013, Ολομ. 496/2011).
4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. …. /26.9.2017 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Β΄ Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Αθήνας του Ε.Φ.Κ.Α. βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος της αιτούσας το συνολικό ποσό των 51.908,78 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ασφαλιστικές οφειλές της τελευταίας προς τον Ο.Α.Ε.Ε., οι οποίες είχαν βεβαιωθεί με τους υπ αριθμ. ΟΑΕΕ/Κ/..., ΟΑΕΕ/Π1/..., ΟΑΕΕ/Π2/... (χρονικής περιόδου από 10/1991 έως 10/2001) και ΟΑΕΕ/Τ/... (χρονικής περιόδου από 6/1996 έως 8/1998) νόμιμους τίτλους, όπως τούτο προκύπτει από τον συνημμένο στην ατομική ειδοποίηση Πίνακα Χρεών. Ακολούθως, ο Διευθυντής του Β΄ Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Αθήνας επέδωσε στην αιτούσα την υπ αριθμ. .../9.10.2017 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών, με την οποία την καλούσε να καταβάλει την ως άνω ασφαλιστική οφειλή. Κατά της τελευταίας πράξης, καθώς και κατά των ως άνω ταμειακής βεβαίωσης και νόμιμων τίτλων η αιτούσα άσκησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου τη με αριθμό εισαγωγής ΑΚ .../16.11.2017 ανακοπή, για την οποία δεν έχει προσδιορισθεί ακόμη δικάσιμος, καθώς και την κρινόμενη αίτηση, με την οποία επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης των πράξεων αυτών, έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Με την ανακοπή δε αυτήν προβάλλει ότι οι προσβληθείσες πράξεις είναι παράνομες για τους ακόλουθους λόγους: α) Διότι η ατομική ειδοποίηση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, καθώς πριν από την έκδοσή της δεν ενημερώθηκε η ίδια με κάποιο πρόσφορο μέσο για την οφειλή της και την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά παράβαση του άρθρου 101 παρ. 4 του ν. 4172/2013, β) διότι η ατομική ειδοποίηση δεν περιλαμβάνει ουσιώδη στοιχεία, όπως τον αριθμό φορολογικού της μητρώου, το είδος της οφειλής και τον χρόνο και τρόπο καταβολής αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, γ) διότι η έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης ερείδεται επί νομίμων τίτλων ανύπαρκτων, αόριστων ή, σε κάθε περίπτωση, που δεν της έχουν κοινοποιηθεί και δ) διότι οι αξιώσεις του Ε.Φ.Κ.Α., έχουν ήδη, τουλάχιστον στο μεγαλύτερό τους μέρος, ήτοι κατά το μέρος που αφορούν στο χρονικό διάστημα 1991 1997, παραγραφεί.
5. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων προβάλλοντας, καταρχάς, ότι η ασκηθείσα ανακοπή της είναι προδήλως βάσιμη και είναι βέβαιη η ευδοκίμησή της. Οι αναφερόμενοι, ωστόσο, στην προηγούμενη σκέψη προβληθέντες λόγοι ανακοπής δεν καθιστούν την ασκηθείσα ανακοπή προδήλως βάσιμη, διότι η εξέταση της βασιμότητας των λόγων αυτών προϋποθέτει ειδική και εμπεριστατωμένη έρευνα από το Δικαστήριο της ουσίας που θα προβεί στην εκδίκαση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος και δεν δύναται να χωρήσει στο πλαίσιο της, επείγοντος χαρακτήρα, διαδικασίας αναστολής εκτέλεσης (πρβλ. ΣτΕ ΕΑ 340/2011), δοθέντος, άλλωστε, ότι οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής δεν βασίζονται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μη αρκούσης, για τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, της απλής πιθανολόγησης της ευδοκίμησής της.
Συνεπώς, δεν δικαιολογείται, κατά τα ανωτέρω γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά, η χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων, λόγω πρόδηλης βασιμότητας της αντίστοιχης ανακοπής, κατ άρθρο 202 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αιτούσας.
6. Επειδή, ακολούθως, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η άμεση εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων με την καταβολή του ανωτέρω ποσού (συνολικώς 51.908,78 ευρώ) θα επιφέρει σ αυτήν ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη και θα οδηγήσει σε διακινδύνευση της επιβίωσής της. Και τούτο, διότι τελεί σε πλήρη και προφανή οικονομική αδυναμία να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, δεδομένου ότι είναι χαμηλοσυνταξιούχος, ηλικίας ογδόντα ετών, τα δε εισοδήματά της για το τρέχον οικονομικό έτος, προερχόμενα αποκλειστικά από συντάξεις, ανέρχονται συνολικά σε μόλις 6.209,40 ευρώ, ενώ τα αμέσως προηγούμενα έτη ήταν 6.311,52 ευρώ και 6.395,64 ευρώ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τους ισχυρισμούς της, ενόψει της ηλικίας της, οι ανάγκες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι διαρκείς και πολυδάπανες, καθώς πάσχει από αρτηριακή υπέρταση και διαρκή στηθάγχη, ενώ τελεί, ως καρδιοπαθής, υπό διαρκή ιατρική παρακολούθηση. Επίσης, οι μηνιαίες της δαπάνες προς τη ΔΕΗ ανέρχονται σε 60 ευρώ, πλέον 41 ευρώ λόγω ρύθμισης στην οποία έχει υπαχθεί, και για κοινόχρηστα σε 20 ευρώ, το μόνο δε περιουσιακό της στοιχείο είναι το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει, και δη σε ποσοστό 25%. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών της η αιτούσα προσκομίζει, μεταξύ άλλων: α) πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων των τελευταίων τριών ετών, από τις οποίες προκύπτουν τα ανωτέρω ποσά εισοδήματός της, β) αντίγραφο βεβαίωσης δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, όπως έχει δηλωθεί έως την 15/11/2017, από την οποία προκύπτει η ανωτέρω ακίνητη ιδιοκτησία της, γ) ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων του Ε.Φ.Κ.Α., από το οποίο προκύπτει μηνιαίο ποσό σύνταξης 538,75 ευρώ, δ) αντίγραφα λογαριασμών της ΔΕΗ και κοινοχρήστων του διαμερίσματός της, καθώς και αντίγραφο της υπαγωγής της σε ρύθμιση για οφειλή της στη ΔΕΗ, ε) βεβαίωση της οικογενειακής της κατάστασης, από την οποία προκύπτει η ηλικία της (80 ετών), και στ) την από 1.12.2017 ιατρική γνωμάτευση βεβαίωση του ιατρού καρδιολόγου, Διευθυντή Τμήματος Επεμβατικής Καρδιολογίας του Νοσοκομείου ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, ..., στην οποία αναφέρεται ότι η αιτούσα πάσχει από αρτηριακή υπέρταση και σταθερή στηθάγχη, λαμβάνει χρονίως φαρμακευτική αγωγή και τελεί υπό συχνή καρδιολογική παρακολούθηση. Εξάλλου, ο καθ' ου Ε.Φ.Κ.Α., με το υπ' αριθ. πρωτ. .../13.12.2017 έγγραφο απόψεών του, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως αβάσιμης.  
7. Επειδή, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) το ιδιαίτερα υψηλό συνολικό ύψος του ποσού που βεβαιώθηκε (51.908,78 ευρώ) σε βάρος της αιτούσας σε σχέση με τα εισοδήματά της των τελευταίων τριών ετών και β) τη γενικότερη οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτής (χαμηλοσυνταξιούχος), όπως αυτά προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από αυτήν στοιχεία, κρίνει ότι η άμεση εκτέλεση των ένδικων πράξεων θα επιφέρει στην αιτούσα ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στη διακινδύνευση των μέσων βιοπορισμού της. Κατόπιν τούτου, σταθμίζοντας, περαιτέρω, τη βλάβη αυτή προς το δημόσιο συμφέρον, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση χορήγησης της αιτούμενης αναστολής, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της από 13.11.2017 ανακοπής (αρ. εισαγωγής ΑΚ .../16.11.2017), που έχει ασκηθεί κατά των προαναφερόμενων πράξεων, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου…»




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.