Translate

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Διαβάζοντας στη Χάννα του Bernhard Schlink. Ένας διαφορετικός τρόπος να το διαβάσεις ...


                   

Το βιβλίο «Διαβάζοντας στη Χάννα» του Γερμανού συγγραφέα και νομικού Bernhard Schlink το ανακάλυψα τυχαία στην δανειστική βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου. Ήταν το Νοέμβριο του 2019. Δεν γνώριζα τον συγγραφέα, ούτε και το γεγονός πως η ιστορία του βιβλίου είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και είχε γίνει ταινία στο Hollywood. Το βιβλίο το διάβασα απνευστί και με συγκίνησε.  Όταν ήρθε η ώρα να το επιστρέψω, πήγα και το αγόρασα. Ήθελα να το ξαναδιαβάσω.
Δουλειά μου είναι να μελετώ δικογραφίες, να κάνω έρευνα, να γράφω νομικά έγγραφα, να εκπροσωπώ τους εντολείς μου στα δικαστήρια. Δουλειά μου δεν είναι να κρίνω τα βιβλία που διαβάζω. Ούτε να γράφω αναλύσεις για αυτά. Όμως αυτό το βιβλίο το ξαναδιάβασα.  
Κατ' αρχάς δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η ερωτική ιστορία του βιβλίου είναι αληθινή και ότι η Χάννα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε μία από τις δίκες που έγιναν στη Γερμανία τα χρόνια 1963-1965 και αφορούσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης δεν έχω καμία αμφιβολία και για το γεγονός ότι ήταν αναλφάβητη.
Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει ερωτηθεί και έχει αρνηθεί ότι η ιστορία αυτή είναι αυτοβιογραφική με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. «Δεν το έζησα εγώ, κάποτε κάποιος μου την είπε, εάν είναι αυτοβιογραφική με την έννοια ότι συλλέγω ιστορίες και δημιουργώ μετά μία ιστορία και βάζω και στοιχεία του εαυτού μου μέσα, ε τότε μπορεί να είναι…» κάπως έτσι, συνήθως απαντάει στις συνεντεύξεις του. Το ότι ο ήρωας μοιάζει τόσο πολύ με τον γράφοντα είναι λόγος να μας παραξενεύει; Σε αληθινές ιστορίες που εγείρουν θέματα νομικής και ηθικής φύσης είθισται να αλλάζονται τα ονόματα των εμπλεκομένων προσώπων και όχι μόνο. Για τον συγγραφέα όμως από την αρχή ο Μίχαελ δεν ήταν το πρόβλημα και ποτέ δεν ετέθη ένα τέτοιο δίλημμα σ’ αυτόν· εάν δηλαδή θα έπρεπε να αφήσει τον ήρωά του να έχει με αυτόν στη ζωή την ίδια πορεία ή θα έπρεπε να τον αλλάξει. Ο Μίχαελ δεν παραβίασε το νόμο. Ο Μίχαελ δεν κατηγορήθηκε ποτέ για κάποιο έγκλημα.
Δεν συνέβη το ίδιο όμως με τη γυναίκα της ιστορίας που κατηγορήθηκε και δικάστηκε, όχι για ένα οποιοδήποτε έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου αλλά το ειδεχθέστερο όλων. Συμμετοχή και συνέργεια στο Ολοκαύτωμα! Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο ευαίσθητο και δύσκολο είναι το θέμα που θέλησε να καταπιαστεί ο συγγραφέας. Πόσο επικίνδυνο ήταν να παρερμηνευτούν οι προθέσεις του και να χαθούν όσα ήθελε να πει. Γράφει στο τέλος του βιβλίου: «…Πήρα την απόφαση να καταγράψω την ιστορία της Χάννα και τη δική μου λίγο μετά το θάνατό της. Από τότε η ιστορία μας γράφτηκε πολλές φορές στο μυαλό μου, κάθε φορά με νέες εικόνες, αποσπάσματα ενεργειών και σκέψεων. Έτσι, εκτός από την εκδοχή που έγραψα, υπάρχουν και πολλές άλλες. Εγγύηση ότι αυτή που έγραψα είναι η καλύτερη αποτελεί το γεγονός ότι δεν έγραψα τις άλλες. Αυτή η εκδοχή έπρεπε να γραφτεί, οι διάφορες άλλες όχι...».
Αυτή η εκδοχή ΕΠΡΕΠΕ να γραφτεί, οι διάφορες άλλες όχι.  Γιατί όμως ΕΠΡΕΠΕ να γραφτεί αυτή η εκδοχή; Για να το κατανοήσουμε αυτό θα πρέπει να καταλάβουμε το σκοπό του.  «Το να δείχνεις (γράφει) με το δάχτυλο τους ενόχους δε σ’ αποδεσμεύει απ’ την ντροπή. Σε βοηθούσε όμως να ξεπερνάς τον πόνο της ντροπής. Μετέτρεπε τον παθητικό πόνο σε ενέργεια, δράση επιθετικότητα. Και το ξεκαθάρισμα με τους ένοχους γονείς ήταν ιδιαιτέρως φορτισμένο… Κανονικά έπρεπε να δείχνω με το δάχτυλο τη Χάννα. Αλλά τότε το δάχτυλο θα στρεφόταν σ’ εμένα. Την είχα αγαπήσει. Όχι μόνο την είχα αγαπήσει, αλλά την είχα επιλέξει. Προσπάθησα να πω στον εαυτό μου πως, όταν την επέλεξα, δεν ήξερα τι είχε κάνει. Προσπάθησα να διεκδικήσω την αθωότητα με την οποία τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους. Αλλά η αγάπη για τους γονείς είναι η μόνη για την οποία δεν ευθύνεσαι».
Η γερμανική μοίρα: ο πόνος της αγάπης για το γονιό, τον/την σύντροφο που ενεπλάκη στο Ολοκαύτωμα.
Μπορείς να συνεχίσεις να την αγαπάς, ενώ γνωρίζεις τι έχει κάνει; Εάν ναι· εμπλέκεσαι και εσύ στην ενοχή της; Εάν ναι, φέρεις και εσύ την ίδια ευθύνη;
Τους γονείς μας δεν τους διαλέγουμε. Μπορεί να ντρεπόμαστε για αυτούς αλλά δεν ευθυνόμαστε για αυτούς. Μπορούμε να τους αγαπάμε γιατί είναι οι γονείς μας, ακόμα κι εάν έχουν κάνει εγκλήματα. Τους άλλους όμως; Πως μπορούμε να ζούμε μαζί τους· ενώ γνωρίζουμε τι έχουνε κάνει;  
Είναι η απάρνηση των αγαπημένων μία μορφή αποδοχής της ευθύνης που μας αναλογεί; Ο Μίχαελ δηλώνει ότι κατάφερε να ξεφύγει από τη γερμανική μοίρα, ή τουλάχιστον κατάφερε να την ξεπεράσει δυσκολότερα απ’ τους άλλους.      
Πόσο φόβο πρέπει να ένιωσε ο Μίχαελ όταν την έγραφε και την ξαναέγραφε την ιστορία στο μυαλό του. Θα άντεχε στα πενήντα του να δικαστεί από μία κοινή γνώμη τη δύναμη της οποίας γνώριζε από τότε που ήταν φοιτητής της Νομικής;
Να γράψει, όχι με το βλέμμα στραμμένο πάνω στα εκατομμύρια θύματα του Ολοκαυτώματος αλλά πάνω στην κατηγορούμενη που δικάστηκε και καταδικάστηκε.
Δεν στρέφει το δάκτυλό του πάνω της και λέει; Δεν ήταν όλοι εγκληματίες και τέρατα! Δείτε! Υπήρχαν και αυτοί οι άνθρωποι στα στρατόπεδα, που η ζωή τούς τα έφερε έτσι, που ήταν ευάλωτοι και αγράμματοι και οι συνθήκες τούς έσπρωξαν σε λανθασμένες επιλογές. Μπορούμε όμως να συζητάμε δημόσια για έναν τέτοιο άνθρωπο ακόμα και εάν υποθέσουμε ότι αδικήθηκε, ακόμα και εάν δεχτούμε ότι η ποινή του ήταν μεγαλύτερη από αυτή που έπρεπε να λάβει, όταν εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι έλιωσαν στους θαλάμους;  
Καταλαβαίνουμε λοιπόν με τί χειρουργικά εργαλεία συναρμολογήθηκε αυτή η ιστορία και τί προφυλάξεις έλαβε: Για αρχή άλλαξε όλα τα στοιχεία της γυναίκας που δεν ονομαζόταν Χάννα, που δεν είχε γεννηθεί στη Χέρμανστατ, που δεν ήταν του 1922, ούτε και εργάστηκε ποτέ στα τραμ της Χαϊδελβέργης ως εισπρακτόρισσα. Διάβασα για τις προσπάθειες να ανακαλυφθεί η ταυτότητα της Χάννας και ότι δημοσιογράφοι έκαναν έρευνα και άνοιξαν τους φακέλους των αυτοκτονηθέντων γυναικών – πρώην φυλάκων στρατοπέδων. Δεν θα ήταν δύσκολο να βρεθεί ποια γυναίκα ήταν αυτή, ειδικά την εποχή που εκδόθηκε το βιβλίο. Όχι ότι σήμερα δεν μπορεί κάποιος να το βρει, εάν θέλει πραγματικά. Υπομονή να έχει, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

Στη συνέχεια ο Μίχαελ έκανε και κάτι άλλο, ιδιαίτερα παράδοξο: Κράτησε ατόφια τα συναισθήματά του, τους προβληματισμούς του και τις σκέψεις του και αφαίρεσε τα γεγονότα που τα γέννησαν, καθώς έκρινε πως κάποια δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν στην εκδοχή που έπρεπε να γραφτεί: Κάποια προδίδανε το χρόνο σύλληψης της αγαπημένης του, κάποια προδίδανε το χρόνο που αποφυλακίστηκε, κάποια άλλα την δική του γνώση για τον αναλφαβητισμό της.

Το 1ο μέρος ξεκινάει με τον ερωτικό δεσμό του Μίχαελ και της Χάννας και το κεφάλαιο κλείνει με τη «φυγή» της από την πόλη. Στην αρχή δίνεται βαρύτητα στην πολύμηνη ασθένεια του ήρωα και στην τυχαία γνωριμία του με την μεγαλύτερη γυναίκα. Έχει σημασία εάν υπήρξε ο ήρωας στο προηγούμενο χρονικό διάστημα ασθενής; Έχει σημασία εάν τη γυναίκα αυτή την συνάντησε στο δρόμο μία μέρα τυχαία, εάν την γνώρισε μέσα στο σπίτι του, γιατί βοηθούσε ας πούμε τη μητέρα του στις εργασίες τις οικιακές ή ήταν η υπηρέτρια του γειτονικού σπιτιού; Στην προκειμένη περίπτωση σημασία έχει μόνο η ερωτική σχέση.  
Δεν θα σταθώ καθόλου στη διαφορά ηλικίας. Γνωρίζω ζευγάρια με αυτή τη διαφορά ηλικίας, ζευγάρια αγαπημένα μέχρι το τέλος. Θυμάμαι στην εφηβεία μου που είχα ταξιδέψει με ένα φιλικό ζευγάρι των γονιών μου, Γερμανούς, και τους είχα ρωτήσει πώς και τί και μου είχανε διηγηθεί πως είχαν γνωριστεί, όταν ο άντρας ήταν στην εφηβεία του. Έμειναν μαζί μέχρι το θάνατο της γυναίκας που ήρθε στα ογδόντα της χρόνια. Συνεπώς, η σχέση θα μπορούσε να έχει μία προοπτική και είχε και μία υπόσχεση. Δεν ήταν λοιπόν μία επιπόλαιη ερωτική σχέση, δεν ήταν η πρώτη σεξουαλική εμπειρία με μία μεγαλύτερη γυναίκα και το επιβεβαιώνει ο γράφων στην αρχή της εξιστόρησης «Όταν κάποτε η αδελφή μου, που σπούδαζε γερμανική φιλολογία ανέφερε στην ώρα του φαγητού τη διαμάχη για το αν είχαν ερωτική σχέση ο Γκαίτε και η κυρία Φον Στάιν, εγώ το υπερασπίστηκα πεισματικά, αφήνοντας κατάπληκτη την οικογένεια. Φανταζόμουν πώς θα μπορούσε να είναι η σχέση μας έπειτα από πέντε ή δέκα χρόνια».
Μου έκανε εντύπωση η ιεροτελεστία της συνάντησης του ζευγαριού που ήταν καθημερινή και που περιγράφεται αναλυτικά. Χρόνος για διάβασμα, χρόνος για ντους, χρόνος για έρωτα. Που πάντα ο χρόνος δεν ήταν ποτέ αρκετός. Και διερωτώμαι: δεν υπήρξαν μέρες που δεν υπήρξε έρωτας; Δεν υπήρξαν μέρες που η σχολαστική με την καθαριότητα Χάννα κοιλοπονούσε κι έπλενε τα πανιά της; Εκείνες τις ημέρες σίγουρα θα υπήρχε περισσότερος χρόνος για διάβασμα, τρυφερότητα, κουβέντα και παρατήρηση του άλλου/της άλλης. Η Χάννα ήταν αναλφάβητη και ο Μίχαελ το είχε καταλάβει αυτό, όσο και να ισχυρίζεται ότι το αντιλήφθηκε στη διάρκεια της δίκης (που δεν παρέστη ποτέ) και μάλιστα γράφει ότι θυμάται και το δρόμο που του αποκαλύφθηκε το μυστικό της. Ήταν ένας μικρός δρόμος που ανηφόριζε απότομα στο βουνό, περνούσε μέσα από αραιούς θάμνους κάτω από γέρικα, ψηλά σκοτεινά δέντρα και είχε και ένα πηγάδι (!)  
Κάποια μέρα που έλειπαν οι γονείς του την κάλεσε στο σπίτι του και της μαγείρεψε. «Έπειτα φάγαμε το επιδόρπιο και πήγαμε σπίτι της. Θα προτιμούσα να κοιμηθώ μαζί της στο κρεβάτι μου, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Ένιωθε στο σπίτι μου σαν εισβολέας. Δεν το είπε με λέξεις, αλλά με τον τρόπο που στεκόταν στην κουζίνα ή στο ανοιχτό πάσο, με τον τρόπο που πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο, γυρόφερνε τα βιβλία του πατέρα, καθόταν να φάει μαζί μου». Κατάλαβε ότι η Χάννα στο σπίτι του, ένιωσε σαν εισβολέας, αλλά έξι μήνες μαζί της δεν είχε καταλάβει τον αναλφαβητισμό της (!)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ταχύτητα της εναλλαγής των συναισθημάτων του ήρωα που παρομοιάζεται επιτυχημένα με την αθόρυβη πτώση ενός επιβατηγού αεροπλάνου. Για πότε πέταξε ο Μίχαελ από την απόλυτη ευτυχία και τον απόλυτο έρωτα στην απάρνηση και την προδοσία· για να κλείσει γρήγορα και βιαστικά την ερωτική ιστορία με το σκηνικό της πισίνας. Που πριν τη δει την αγαπημένη του μπροστά του είχε περίεργα αυτοκαταστροφικά συναισθήματα: Βούτηξα στο χλωριωμένο γαλακτώδες νερό χωρίς επιθυμία να ξαναβγώ στην επιφάνεια… Το ίδιο ένιωσε και μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης της Χάννα: «Δεν ήμουν καλός στο σκι αλλά μου άρεσε, έτρεχα γρήγορα και πήγαινα με τους καλούς σκιέρ. Μερικές φορές διακινδύνευα να γκρεμοτσακιστώ σε πίστες που ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Το έκανα συνειδητά». Το γεγονός ότι ήθελε να γκρεμιστεί στις πλαγιές των Άλπεων μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης το καταλαβαίνουμε. Το γεγονός ότι ήθελε να πνιγεί στην πισίνα πως να το εξηγήσουμε; Πριν το σκηνικό της πισίνας δεν αναφέρει κανένα γεγονός που να είχε προηγηθεί και να είχε γεννήσει αυτά τα αυτοκαταστροφικά συναισθήματα. Μήπως είχε διαβάσει κάποιο έγγραφο της αστυνομίας, μία επιστολή της εισαγγελίας, μήπως είχε μπουκάρει η αστυνομία στο σπίτι της και την είχανε συλλάβει;
Η ερωτική ιστορία ξετυλίγεται ανάμεσα στα χρόνια 1959 και 1960. Αν και ο Μίχαελ προσδιορίζει επακριβώς το χρόνο στο έτος 1958, η ταινία που αγαπούσαν και οι δύο ήρωες, η ταινία με τη Ντόροθυ Μαλόουν και τον Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ προβλήθηκε στη Γερμανία τέλη Μαΐου του 1959. Επίσης Νοέμβρη του 1959 ανέβηκε και η θεατρική παράσταση Έρωτας και Ραδιουργία. Εκείνο το καλοκαίρι στη Γερμανία είχε ξεκινήσει μία νέα έρευνα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εισαγγελείς σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας συγκεντρώνουν καταγγελίες και στοιχεία εμπλεκομένων. Μέχρι και το Δεκέμβριο του 1963 που ξεκίνησε η κύρια δίκη Der AuschwitzProzess είχανε κατηγορηθεί 789 άτομα τα οποία παραπέμφθηκαν σε διάφορες δίκες. Από την ιστορία καταλαβαίνουμε ότι μία εκ των κατηγορουμένων ήταν και η Χάννα που συνελήφθη και προφυλακίστηκε.

Το 2ο μέρος ξεκινάει με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης. Ο ήρωας βλέπει τη Χάννα ξανά μέσα στο δικαστήριο. Αν το υπολογίσουμε χρονικά είναι περίπου 4 χρόνια μετά τη «φυγή» της από τη Χαϊδελβέργη.  Ο Μίχαελ είναι πλέον φοιτητής  και μέλος μίας ομάδας ενός ιδιόρρυθμου καθηγητή της Νομικής σχολής που θέλει να επεξεργαστεί τη δίκη. Μέσα στα δικαστήρια όμως μπορούσαν να παρευρεθούν αυστηρά μόνο οι παράγοντες της δίκης: δικαστές, ένορκοι, κατηγορούμενοι, δικηγόροι, δεκάδες γραμματείς που γράφανε, ιστορικοί που είχανε πάρει άδεια από την γερμανική κυβέρνηση, εκατοντάδες δημοσιογράφοι, ξένοι ανταποκριτές, φωτογράφοι και βέβαια οι στενοί συγγενείς των κατηγορουμένων.   
Για να εκφράσει τα συναισθήματά του τη στιγμή που πρωτοέμαθε για την σύλληψή της μεταφέρει το γεγονός μέσα στη δίκη. Στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της. Όμως, οι κατηγορούμενοι είχαν συλληφθεί και προφυλακιστεί πολύ πριν τη δίκη τους. Βάζει το δικηγόρο της να ζητάει από το δικαστή την άρση του εντάλματος σύλληψής της (σαν να είχε συλληφθεί εκείνη τη στιγμή- ή μία μέρα νωρίτερα) τον δικαστή να απαντάει: «Θέλετε λοιπόν να πείτε πως ο εισαγγελέας προσέδωσε εσφαλμένη βαρύτητα στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη αγνόησε τις επιστολές και της κλήσεις της αστυνομίας και της εισαγγελίας και στο ότι δεν παρουσιάστηκε στον δικαστή; Μήπως θέλετε να ζητήσετε   την άρση του εντάλματος σύλληψής της;»

«Τρόμαξα (γράφει). Κατάλαβα ότι θεωρούσα τη σύλληψη της Χάννας φυσική και σωστή. Όχι εξαιτίας της κατηγορίας, της βαρύτητάς της και του μεγέθους των υπονοιών, λεπτομέρειες των οποίων δεν γνώριζα ακόμη, αλλά γιατί στο κελί ήταν μακριά από το κόσμο μου, μακριά απ’ τη ζωή μου…». Αυτός, ο φοιτητής της Νομικής σχολής αντέδρασε στο άκουσμα της πιθανότητας να αρθεί η σύλληψη της Χάννας όπως αντιδρούσε ο μέσος Γερμανός πολίτης που ενημερωνόταν από τις εφημερίδες της εποχής του. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε το αίσθημα που δημιουργήθηκε στον κόσμο (αθώο και έμπειρο) από την συνεχή τροφοδότηση που ελάμβανε χώρα μέσω του δικαστικού ρεπορτάζ της εποχής. Η κύρια δίκη (και οι δίκες που ακολούθησαν) έλαβαν τεράστια δημοσιότητα στη Γερμανία. Ο Γενικός Εισαγγελέας Φριτς Μπάουερ που ήταν επικεφαλής της ποινικής δίωξης των κατηγορουμένων δήλωσε μετά το πέρας της δίκης πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν λειτούργησαν σωστά καθώς παρουσίαζαν τους κατηγορούμενους ως τέρατα, ως πνευματικά άρρωστους ανθρώπους και έτσι ο μέσος Γερμανός πολίτης δεν μπόρεσε να ταυτιστεί μαζί τους και να αναζητήσει τη δική του ευθύνη με όσα είχανε γίνει στο Άουσβιτς. Ας θυμηθούμε λίγο και τα δικά μας χρόνια. Πώς ενημερωνόταν ο Έλληνας τη δεκαετία του 1960 για ένα τρομακτικό έγκλημα; Συνήθως μέσω της εφημερίδας (πόσοι είχαν τηλεόραση;) που διέρρεε ελεύθερα και χωρίς κανένα περιορισμό, κάθε πληροφορία αληθινή ή ψεύτικη που έφτανε στα αυτιά του δημοσιογράφου. Οι δε φωτογραφίες των προσώπων των κατηγορουμένων κοσμούσαν τις στήλες. Κανένας σεβασμός στο πρόσωπο του συλληφθέντος ή κατηγορούμενου. Ακόμα και όταν τα στοιχεία ήταν λιγοστά, ακόμα κι όταν οι ενδείξεις ήταν αδύναμες τον έριχναν μέσα στην αρένα με τα άγρια θηρία. Θυμάμαι τον εαυτό μου στο Γυμνάσιο, δεκαετία του 1980. Όταν ο πατέρας μου έφερνε την εφημερίδα στο σπίτι την ξεφύλλιζα αμέσως και έψαχνα το δικαστικό ρεπορτάζ. Ό,τι γραφόταν τότε, το διάβαζα με δέος. Εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε ιδιωτική τηλεόραση, ούτε και πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες· ο χρόνος στη Μάνη ήταν άπλετος, η ζωή ήταν αλλιώς. Μπορώ να τον φανταστώ να διαβάζει τις εξελίξεις από την εφημερίδα. Μπορώ να τον φανταστώ να αγοράζει όλες τις εφημερίδες, κάθε μέρα, για να μάθει το κάτι παραπάνω. Μπορώ να νιώσω τον τρόμο του όταν είδε στην εφημερίδα τη φωτογραφία της για πρώτη φορά, αλλά και όλες τις επόμενες φορές · όταν ερμήνευε το βλέμμα της την ημέρα της καταδίκης της, όταν της αναγγέλθηκε η ποινή της. Μπορώ να καταλάβω την επιλογή του να σπουδάσει τη νομική επιστήμη για να μπορεί να είναι μέσα στα πράγματα.

Ο τρόμος που ένιωσε όταν έμαθε τη σύλληψη και την καταδίκη τής αγαπημένης του ως συνεργάτριας στα εγκλήματα των Ναζί είναι διάχυτος σε όλο το 2ο μέρος του βιβλίου. Ο τρόμος που του πάγωσε κάθε συναίσθημα αγάπης! 
«Την αναγνώρισα, αλλά δεν ένιωσα τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα», 
«Θυμόμουν τότε πώς φυσούσα τις τρίχες από το σβέρκο της και πώς φιλούσα την ελιά και το λαιμό της. Αλλά η θύμηση ήταν απλά καταγραφή. Δεν ένιωθα τίποτα». Δεν ένιωθα τίποτα λέει ο ήρωας και προσπαθεί να δικαιολογήσει την "απουσία" του συναισθήματος της αγάπης με το αίσθημα της νάρκωσης που είχε σκεπάσει μαζί με τα θύματα και όλους τους εμπλεκόμενους στη δίκη, που δεν παρέστη. 

«Ήταν όπως το χέρι τσιμπάει το μπράτσο που έχει μουδιάσει από την ένεση. Το μπράτσο δεν ξέρει πως το τσιμπάει το χέρι, το χέρι ξέρει πως τσιμπάει το μπράτσο και το μυαλό για μια στιγμή δεν μπορεί να ξεχωρίσει αυτά τα δύο. Στη συνέχεια όμως το καταφέρνει…», «Ποιος μου έκανε αυτή την ένεση; Μήπως την έκανα μόνος μου, επειδή δεν άντεχα χωρίς νάρκωση;» Η νάρκωση, η συμπεριφορά της απόλυτης  παθητικότητας, που δεν μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου πόσο μάλλον έναν ξένο: "Δεν άντεξα, σηκώθηκα απότομα και στήθηκα στο διπλανό τραπέζι. "Σταματήστε!". Έτρεμα από αγανάκτηση." Η νάρκωση, η συμπεριφορά της απόλυτης παθητικότητας, που δεν μπορείς να εναντιωθείς σε κανέναν και τίποτα: "Μήπως ήσασταν εσείς; Μήπως αυτός που κάθεται στο περβάζι είστε εσείς;...". Το γεγονός ότι ο άνθρωπος γίνεται φυτό όταν υφίσταται φρικαλεότητες, δεν έχει επισημανθεί και καταγραφεί μόνο από ανθρώπους που επιβίωσαν τα ναζιστικά στρατόπεδα εξοντώσεως αλλά και από άλλους αιχμαλώτους που υπέστησαν βασανιστήρια. Ένας ναρκωμένος «ρομποτοποιημένος» άνθρωπος, ένας ζωντανός – νεκρός άνθρωπος δεν μπορεί να αισθανθεί. Ο Μίχαελ αισθάνεται όμως. Οι εικόνες που έπαιζαν στο μυαλό του, οι φαντασιώσεις του και τα όνειρά του χαρακτηριστικά του τρόμου που συνέχιζε να νιώθει για αυτήν. «…Έβλεπα τη Χάννα στη φλεγόμενη εκκλησία με σκληρό πρόσωπο, μαύρη στολή και μαστίγιο ιππασίας… Την έβλεπα να βάζει να της διαβάσουν… Όταν περνάει η ώρα, ανακοινώνει στην κοπέλα που της διάβαζε ότι αύριο θα είναι στο καμιόνι για το Άουσβιτς… Η Χάννα χτυπάει με την παλάμη τον τοίχο και τότε μπαίνουν μέσα δύο γυναίκες, κρατούμενες κι αυτές… Κάνει  τα πάντα με το ίδιο σκληρό πρόσωπο, με ψυχρά μάτια και σφιγμένο στόμα… και η Χάννα στέκεται  ανάμεσά τους και δίνει παραγγέλματα, το πρόσωπό της που ουρλιάζει μοιάζει με απαίσια μάσκα και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το μαστίγιο...». Συνεχίζει «Παράλληλα με αυτές τις εικόνες έβλεπα και άλλες… Το κακό ήταν, όταν οι εικόνες ανακατεύονταν η μία με την άλλη και τότε έβλεπα: τη Χάννα να μου κάνει έρωτα με ψυχρά μάτια και σφιγμένο στόμα, να με ακούει βουβά να της διαβάζω και στο τέλος να χτυπάει με την παλάμη τον τοίχο, να μου μιλάει και το πρόσωπό της να γίνεται μάσκα. Το χειρότερο ήταν τα όνειρα, όπου η σκληρή, δεσποτική αιμοβόρα Χάννα μ’ ερέθιζε  σεξουαλικά και ξυπνούσα με νοσταλγία, ντροπή και αγανάκτηση· και με το φόβο για το ποιος ήμουν τελικά…» , 
«Φοβόμουν κι ο φόβος ήταν μία σωματική αίσθηση, κι όχι επειδή περίμενα να συμβεί κάτι κακό. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άκουγα τον αέρα. Ανακουφιζόμουν, όταν έπεφτε κι ακουγόταν λιγότερο, και φοβόμουν μη δυναμώσει πάλι· δεν ήξερα αν θα κατάφερνα να σηκωθώ το άλλο πρωί, να επιστρέψω με οτοστόπ, να συνεχίσω το διάβασμα και κάποτε να έχω επάγγελμα, γυναίκα και παιδιά.»

Νοσταλγία, ντροπή, αγανάκτηση, φόβος, πόθος, έρωτας, τρόμος· αισθήματα και συναισθήματα που δεν μπορεί να νιώσει ένας ναρκωμένος. 

Είναι όπως όταν περπατάς αμέριμνος σ’ ένα δρόμο και ξαφνικά σου επιτίθενται δύο με μαχαίρι. Φαντάσου ο ένας να σε χτυπάει απ’ τ’ αριστερά και να σε τραυματίζει στο μηρό και ο άλλος να σε καρφώνει απ’ τα δεξιά και να σε τραυματίζει στο νεφρό. Είναι σα να βγαίνεις αμέριμνος από το χώρο που εργάζεσαι και δύο ελεύθεροι σκοπευτές να σε σημαδεύουν. Φαντάσου τους να σε πυροβολούν και ο ένας να σε βρίσκει στην κοιλιά και ο άλλος στο πόδι. Σ' ένα σημείο θα βάλεις το χέρι σου. Την άλλη πληγή θα την καταλάβεις αργότερα.


Ο Μίχαελ που δεν έχασε ούτε μία μέρα της ακροαματικής διαδικασίας, που άκουσε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις (…τις πρώτες βδομάδες της δίκης κατέγραφαν εμφανώς συγκλονισμένοι ή προσπαθώντας να κρατήσουν την ψυχραιμία τους τις αθλιότητες που κατατίθεντο ή επιβεβαιώνονταν άλλοτε με δάκρυα, άλλοτε χαμηλόφωνα κι άλλοτε λαχανιασμένα ή αμήχανα...), που διάβασε το βιβλίο για τα στρατόπεδα, που επισκέφτηκε και το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αλσατία,  συλλογίζεται πως τελικά η μόνη γνώση που είχε ήταν ο έντυπος τύπος (!) Γράφει: «Όταν σκέφτομαι σήμερα εκείνα τα χρόνια, διαπιστώνω προς έκπληξή μου πόσο μικρή ήταν η ενημέρωσή μας, πόσο λίγες εικόνες που έδειχναν τη ζωή και τους φόνους στα στρατόπεδα. Ο κόσμος κοίταξε και ξανακοίταξε τις λίγες εικόνες που του έδιναν οι φωτογραφίες των συμμάχων και οι αναφορές των επιζώντων, μέχρι που και αυτές έγιναν κλισέ».
Ο Μίχαελ μέσα στη δίκη έχει την Χάννα μπροστά του. Η Χάννα κοιτάει πάντα την έδρα και τον έχει πλάτη. Στα διαλείμματα της δίκης η Χάννα ποτέ δεν σηκώνεται: «Η Χάννα δεν σηκωνόταν από τη θέση της στα διαλείμματα. Έτσι την έβλεπα από πίσω. Έβλεπα το κεφάλι της, το σβέρκο, τους ώμους της».
Γράφει για την ημέρα που εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση: "Δεν τράβηξα το βλέμμα μου απ’ το κεφάλι και το σβέρκο της... Όταν η δίκη τελείωσε και οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν έξω, περίμενα να δω εάν η Χάννα θα γυρνούσε να με δει. Καθόμουν εκεί όπου καθόμουν πάντα. Αλλά εκείνη κοιτούσε μπροστά και το βλέμμα της διαπερνούσε τα πάντα. Ένα αλαζονικό, πληγωμένο, χαμένο και ατελείωτα κουρασμένο βλέμμα. Ένα βλέμμα που δεν ήθελε να δει κανέναν και τίποτα…» 
Ήταν πίσω της αλλά μπόρεσε να δει το βλέμμα της (!)

"Ήθελα ταυτόχρονα να κατανοήσω και να κρίνω το έγκλημα της Χάννας...Αν δεν την κατανοούσα, θα την πρόδιδα ακόμα μία φορά... Ήθελα να κάνω δύο πράγματα μαζί: να κατανοήσω και να κρίνω..."
  
Η (μεταγενέστερη) μελέτη της δικογραφίας και του οπτικοακουστικού υλικού της δίκης τον αφύπνισε. Τον έβγαλε από τον τρόμο. Μπόρεσε να κατανοήσει και συνειδητοποίησε τελικά ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα είχε φανταστεί και κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: α) Η Χάννα δεν έτυχε καλής νομικής εκπροσώπησης (Χρειαζόταν ένα δικηγόρο με μεγαλύτερη πείρα και σιγουριά ή απλώς έναν καλύτερο δικηγόρο. Δεν είχε φροντίσει να πάρει δικηγόρο τής εμπιστοσύνης της κι έτσι ο συνήγορος της είχε οριστεί από το δικαστήριο),  β) Ο αναλφαβητισμός της ήταν εκείνη η συνθήκη που την οδήγησε να εργαστεί στα στρατόπεδα αλλά και να μην προετοιμαστεί σωστά στο δικαστήριο (δεν είχε διαβάσει το κατηγορητήριο, επειδή δεν μπορούσε να δει τις δυνατότητες της υπεράσπισής της, δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα… δέχτηκε όσα της καταμαρτυρούσαν, δεν ήθελε όμως να αποκαλύψει περισσότερα), και γ) το αδίκημά της δεν είχε σχέση με εγκλήματα μέσα στο στρατόπεδο αλλά με το ότι ήταν υπερβολικά συνειδητή στις επαγγελματικές της υποχρεώσεις.  
Η προσωπική του εκτίμηση για τη στάση της στο δικαστήριο; Δεν κοίταζε το συμφέρον της· πολεμούσε για την αλήθειά της, τη δικαιοσύνη της. Κι επειδή πάντα ήταν αναγκασμένη να προσποιείται λίγο και δεν μπορούσε να είναι ποτέ πολύ ειλικρινής ποτέ ακριβώς ο εαυτός της, η αλήθεια και η δικαιοσύνη της ήταν αξιοθρήνητες ·αξιοθρήνητες αλλά δικές της· γι’ αυτό και η μάχη που έδινε ήταν η δική της μάχη.   Για τον Μίχαελ, η Χάννα ήταν ένας άνθρωπος που λόγω του αναλφαβητισμού της δεν μπορούσε να είναι ποτέ ο εαυτός της, ποτέ πολύ ειλικρινής εκτός βέβαια από τις πολύ ιδιαίτερες στιγμές τους. 

Όταν ανοιγόμαστε
σ’ εμένα εσύ κι εγώ σ’ εσένα,
όταν βυθιζόμαστε
εσύ σ’ εμένα κι εγώ σ’ εσένα,
όταν σβήνουμε
σ’ εμένα εσύ κι εγώ σ’ εσένα,
τότε
εγώ είμαι εγώ
κι εσύ είσαι εσύ.

Σύμφωνα με το βιβλίο, η Χάννα καταδικάστηκε σε ισόβια και θα αποφυλακιζόταν με απονομή χάριτος στα 18 χρόνια. Αποκρύβεται όμως ο χρόνος της σύλληψής της αλλά και ο χρόνος της προσωρινής της κράτησης. Θεωρώ αδύνατο να γράφτηκε η αληθινή της ποινή. Είναι εύκολο να εντοπιστεί μία ισοβίτισσα. Πιο πιθανό είναι να καταδικάστηκε ως συνεργός με τη ποινή φυλάκισης που δίνανε σε ανάλογες περιπτώσεις: τα 15 χρόνια. Τι σημαίνει αυτό; Καταρχάς θα πρέπει να πούμε ότι η προφυλάκιση πάντα μετράει σε μία συνολική ποινή και αφαιρείται. Για παράδειγμα: Εάν η Χάννα συνελήφθη το 1960 το καλοκαίρι, που είναι και το πιο πιθανό σενάριο, μέχρι το καλοκαίρι του 1965 (εάν είναι η πραγματική ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση και δεν έγινε το δικαστήριο νωρίτερα, ας πούμε το φθινόπωρο του 1964) είχε ήδη εκτίσει 4 ή 5 χρόνια που πρέπει να αφαιρεθούν. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι εάν καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 ετών όφειλε να μείνει μέσα στη φυλακή άλλα 11 ή 10 χρόνια. Επίσης να μην ξεχνάμε ότι η εργασία μέσα στη φυλακή μετριέται και υπολογίζεται και ο χρόνος της αφαιρείται από την συνολική ποινή. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει λιγότερος χρόνος στη φυλακή.
Με έναν υπολογισμό της ποινής και του χρόνου εργασίας της μέσα στη φυλακή, εικάζω ότι η Χάννα αποφυλακίσθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ 1973 το αργότερο μέχρι και το 1975, οκτώ περίπου χρόνια μετά την καταδίκη της. Στο βιβλίο ο 8ος χρόνος της είναι ο χρόνος που ο Μίχαελ ξεκίνησε να της στέλνει κασέτες (!) 
Ας ξαναθυμηθούμε όμως ότι οκτώ (8) χρόνια φυλάκιση συν 4 ή 5 χρόνια που είχε ήδη εκτίσει (αφού ήταν προφυλακισμένη) μας κάνει 13 ή 14 χρόνια. Δεν είναι και λίγα. Αλλά πάλι μπορείς να σκεφτείς ότι είναι και πολλά, εάν αναλογιστείς ότι, με ανάλογα κατηγορητήρια εκείνη την εποχή, κάποιοι άλλοι την γλύτωσαν με 4 -5 χρονάκια. Οπότε μπροστά σ' αυτές τις μικρές ποινές των άλλων, η δική της ποινή όντως φάνταξε άδικη.

Μία αναλφάβητη ισοβίτισσα, πρώην εργάτρια των στρατοπέδων του Άουσβιτς, μαθαίνει στα πενήντα της γράμματα και στο ράφι της μέσα στο κελί της θα βρεις την λογοτεχνία των θυμάτων. Μία μέρα πριν αποφυλακισθεί, αυτοκτονεί και επιθυμεί να δωρίσει τον χρόνο που εργάστηκε μέσα στη φυλακή, στο παιδί -θύμα που επέζησε στην πυρκαγιά της εκκλησίας.

Δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσε να κλείσει αυτό το βιβλίο. Να έγραφε τί; 

Αποφυλακίστηκε η Χάννα το 1973 και οι δύο ερωτευμένοι ήταν πάλι μαζί;

Αυτή τη φορά για πάντα; 



Στεφανία Ι. Σουλή
Δικηγόρος- Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.