Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Συζυγική απιστία και Facebook


Όλο και πιο συχνά βλέπουμε να φτάνουν στα δικαστήρια υποθέσεις που έχουν σχέση με την συζυγική απιστία που γίνεται  αντιληπτή από τον απατημένο σύζυγο ή την απατημένη σύζυγο με τη «βοήθεια» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.  

Σύζυγος παραβίασε το λογαριασμό της συζύγου του στο Facebook και βρέθηκε μπροστά σε σωρεία ερωτικών μηνυμάτων της προς τρίτο πρόσωπο. Άμεσα κατέθεσε αγωγή διαζυγίου και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μετοίκησής της από την συζυγική οικία, ιδιοκτησίας του. 

Σε άλλη περίπτωση σύζυγος, εντελώς κακόβουλα, με σκοπό να ενοχοποιήσει την σύζυγό του που δεν ήθελε να του δώσει διαζύγιο, αφού μπήκε στο λογαριασμό της, τον οποίο αυτή δεν είχε αποσυνδέσει, άρχισε να στέλνει μηνύματα ερωτικού περιεχομένου σε άρρενες «φίλους» της και να κάνει περίεργα σχόλια και δημόσιες αναρτήσεις επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να θεμελιώσει υπαιτιότητα στο πρόσωπό της για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης.

Η μοιχεία αποτελεί μαχητό τεκμήριο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 1439 παρ. 2 του ΑΚ, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται, μεταξύ άλλων οριζομένων, και σε περίπτωση μοιχείας. Ο απατημένος σύζυγος ή η απατημένη σύζυγος έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λύση του γάμου αλλά θα πρέπει να αποδείξει την μοιχεία που διέπραξε η σύζυγός του ή ο σύζυγός της αντίστοιχα.   

Και ενώ με το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος και το ν.3471/2006 (Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ΕΕ L 201/37 της 31ης Ιουλίου 2002) προστατεύεται το απόρρητο της προσωπικής επικοινωνίας ακόμα και αυτής που γίνεται μέσω της κοινωνικής ιστοσελίδας Facebook και ενώ απαγορεύεται η χρήση στο δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου, της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα πάλι με το Σύνταγμα (άρθρο19 παρ.3) εντούτοις η ζημία έχει γίνει.

Τα αποδεικτικά στοιχεία της «συντελούμενης» συζυγικής απιστίας θα μοιραστούν σε γνωστούς, συγγενείς, φίλους και παιδιά του ζευγαριού με κύριο σκοπό τη διαπόμπευση του μοιχού ή της μοιχαλίδας.

Επειδή έχουμε εισέλθει προ πολλού σε έναν κόσμο επικοινωνίας,  πραγματικό και καθόλου εικονικό, που επιφέρει συνέπειες, έννομες και μη, με θύματα κάποιες φορές και ανήλικα παιδιά, φρόνιμο και συνετό θα είναι να είμαστε πολύ προσεκτικοί και στον τρόπο που επιλέγουμε να επικοινωνήσουμε αλλά και στην φύλαξη και μη αποκάλυψη σε τρίτους, των κωδικών πρόσβασης και ασφαλείας των διαδικτυακών λογαριασμών μας.  


Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/   

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Ενδοοικογενειακή βία και υποχρεώσεις εκπαιδευτικών


Δασκάλα έκανε αναφορά στην Εισαγγελέα Υπηρεσίας για περιστατικό κακοποίησης ανήλικης μαθήτριας. Το κοριτσάκι φέρεται να εκμυστηρεύτηκε στους δασκάλους του κάποια περιστατικά που συνέβησαν σε βάρος του από τον πατέρα του, γεγονός που τους θορύβησε, κρίνοντας ότι πρέπει να υπάρξει Εισαγγελική διερεύνηση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας  «Πατρίς» Ηρακλείου (21/2/2013), η μητέρα είχε πάρει τα παιδιά της και είχε καταφύγει σε ξενώνα κακοποίησης.  

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ο δάσκαλος να αντιληφθεί την κακοποίηση του ανήλικου μαθητή του, είτε βλέποντας, ιδίοις όμμασι, τα σημάδια στο σώμα του ανήλικου παιδιού, είτε όταν το ίδιο το παιδί, ζητώντας του στην ουσία βοήθεια, του εξομολογείται το Γολγοθά που βιώνει μέσα στο σπίτι του.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3500/2006 (Υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών) ο Εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος, κατά την εκτέλεση του εκπαιδευτικού του έργου, με οποιονδήποτε τρόπο πληροφορείται ή διαπιστώνει ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, τον διευθυντή της σχολικής μονάδας. Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ανακοινώνει, αμέσως, την αξιόποινη πράξη στον αρμόδιο εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ή στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των ιδιωτικών σχολείων, καθώς και οι υπεύθυνοι των πάσης φύσεως Μονάδων Προσχολικής Αγωγής.

Οι εκπαιδευτικοί ενημερώθηκαν ενυπόγραφα αφού εστάλη από το Υπουργείο Παιδείας εγκύκλιος (η υπ.αρ. 73444/Γ2/06-07-2007) προς όλα τα σχολεία της χώρας εφιστώντας την προσοχή των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την αυστηρή εφαρμογή του Νόμου ζητώντας παράλληλα την ενυπόγραφη ενημέρωση όλων των εκπαιδευτικών. 

Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη ( άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3500/2006), ο εκπαιδευτικός υποχρεούται να αναφέρει στον διευθυντή του την αξιόποινη πράξη εις βάρος του μαθητή και αυτός με την σειρά του στον Εισαγγελέα.

Πόσο εύκολο όμως είναι για έναν εκπαιδευτικό να αναφέρει το έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας που έχει διαπραχθεί εις βάρος του μαθητή του; Η σκέψη πως μπορεί να μπερδευτούν τα πράγματα και η κατάσταση να χειροτερέψει για το ίδιο το παιδί μέσα στην οικογένεια, δρα ανασταλτικά.

Πριν την θέσπιση του νόμου για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αρκετοί εκπαιδευτικοί τηλεφωνούσαν στις υποστηρικτικές υπηρεσίες και ρωτούσαν τι πρέπει να κάνουν για να  βοηθήσουν το ανήλικο θύμα εκδηλώνοντας παράλληλα το φόβο τους  και την αγωνία τους μήπως άθελά τους, του δημιουργούσαν μεγαλύτερα προβλήματα.

Σήμερα, έξι χρόνια μετά την εφαρμογή του νόμου, οι εκπαιδευτικοί εξακολουθούν να επικοινωνούν με τις υποστηρικτικές υπηρεσίες και να δημοσιοποιούν πρώτα σε αυτές την ενδοοικογενειακή βία που βιώνουν οι μαθητές τους.

 
Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/     

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Υποστηρικτικές Υπηρεσίες και Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα



Ο Ν. 2472/1997 (Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει), θέσπισε τις προϋποθέσεις για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 1). 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 εδάφιο α’  του νόμου, νοούνται ως «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, και όπου «υποκείμενο των δεδομένων» νοείται το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική (εδάφιο γ).  
Περαιτέρω ως «ευαίσθητα δεδομένα»  νοούνται τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων (εδάφιο β). 

Οι Υποστηρικτικές Υπηρεσίες Συμβουλευτικής και Ενημέρωσης που καταγράφουν ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών που καταφεύγουν σε αυτές, (δεδομένα που είναι σημαντικά για την επεξεργασία του περιστατικού και την ψυχοκοινωνική στήριξη και νομική συμβουλευτική του προσώπου) υποχρεούνται να υποβάλλουν αίτηση-γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αρχείου με ευαίσθητα δεδομένα. Στην Άδεια λειτουργίας αρχείου με ευαίσθητα δεδομένα που θα χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997 θα ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα αντίμετρα ασφάλειας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που πρέπει να λάβει ο υπεύθυνος επεξεργασίας (Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης, Πολιτική Ασφαλείας, κα) καθώς και η υποχρέωσή του να υποβάλλει στην Αρχή κείμενο Κώδικα Δεοντολογίας σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας για το προσωπικό που δεν καλύπτεται από απόρρητο.

  Στεφανία Σουλή         
      Δικηγόρος