Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Να κάνω μήνυση;


Η άσκηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα στις περιπτώσεις των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας αποσκοπεί τόσο στην τιμωρία του βίαιου δράστη, όσο και στην προστασία της γυναίκας –θύμα.  
Στο ελληνικό ποινικό σύστημα εφαρμόζεται η αρχή της νομιμότητας. Σύμφωνα με αυτή, ο εισαγγελέας υποχρεούται να ασκήσει την ποινική δίωξη για οποιαδήποτε εγκληματική συμπεριφορά υποπέσει στην αντίληψή του. Εξαίρεση αποτελεί ο πρωτοποριακός θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης.  Σύμφωνα με το ν. 3500/2006 ο εισαγγελέας έχει επωμισθεί  το πρωτοποριακό έργο της ποινικής διαμεσολάβησης.

Κατά τη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης, κατά δήλωση των γυναικών, ο εισαγγελέας προσπαθεί να συμφιλιώσει το ζευγάρι. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου η γυναίκα έχει ελαφρές σωματικές βλάβες ή ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία της κακοποιητικής συμπεριφοράς του βίαιου συντρόφου της, ο εισαγγελέας κινείται προς την αποκατάσταση της αρμονίας στην οικογένεια καθότι μία δικαστική επίλυση θα σήμαινε την οριστική ρήξη των οικογενειακών σχέσεων.
Στις περιπτώσεις όπου η γυναίκα φέρει σωματικές βλάβες και προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία της εξακολουθητικής συμπεριφοράς του βίαιου συντρόφου της (π.χ προγενέστερες γνωματεύσεις από νοσοκομεία) έχει παρατηρηθεί, ότι ο εισαγγελέας προβαίνει σε αυστηρή εφαρμογή του νόμου και  διατάζει την άμεση απομάκρυνση του βίαιου συντρόφου από την οικογενειακή στέγη, όταν η γυναίκα υποβάλει σχετικό αίτημα κατά τη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης.

Κάθε υπόθεση και κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας είναι ξεχωριστό  και μοναδικό και ο τρόπος που επιλέγει ένας εισαγγελέας να χειριστεί την υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας που θα του ανατεθεί είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Ειδικότερα ,

Η σοβαρότητα και η επικινδυνότητα της βίας είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που θα ωθήσουν τον εισαγγελέα να διατάξει την απομάκρυνση του βίαιου συντρόφου από την οικογενειακή στέγη, στα πλαίσια της διαδικασίας  ποινικής διαμεσολάβησης.  Η συνεργασία της γυναίκας –θύμα με τις διωκτικές αρχές και η προσκόμιση από αυτήν σοβαρών αποδεικτικών στοιχείων ενισχύουν την ανάγκη να προστατευθεί η γυναίκα-θύμα και να απομακρυνθεί ο βίαιος σύντροφος.

Μέχρι και την ψήφιση και εφαρμογή του ν. 3500/2006, η  πλειονότητα των γυναικών που κατέθεταν μήνυση εναντίον του βίαιου συντρόφου τους ανακαλούσαν την έγκληση.  Σήμερα αρκετές γυναίκες καταθέτουν μηνύσεις στα Αστυνομικά Τμήματα και δεν εμφανίζονται στον Ιατροδικαστή  για εξέταση. Η αλλοπρόσαλλη για τους αστυνομικούς αλλά και για τους εισαγγελείς,  συμπεριφορά της γυναίκας-θύμα, οφείλεται συνήθως στο ότι η γυναίκα φοβάται πως η κατάθεση μήνυσης θα οδηγήσει σε έξαρση της βίας. Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων από την πλευρά της γυναίκας και ειδικά η έλλειψη της ιατροδικαστικής  γνωμάτευσης,  όταν η επίσκεψη της γυναίκας σε ιατροδικαστή έχει διαταχθεί στα πλαίσια μήνυσης που αυτή έχει καταθέσει σε Αστυνομικό τμήμα, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην απαλλαγή του κατηγορούμενου –βίαιου συντρόφου, λόγω αμφιβολιών.  

Στο Ελληνικό ποινικό σύστημα λειτουργεί υπέρ του κατηγορούμενου το τεκμήριο της αθωότητας (in dupio pro reo).
Όταν η γυναίκα – θύμα απουσιάζει από τη δίκη ή παρίσταται σε αυτή και  δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία της κακοποιητικής συμπεριφοράς του συντρόφου της δημιουργείται καχυποψία τόσο στους εισαγγελείς όσο και στους δικαστές σχετικά με τα κίνητρα της γυναίκας. Το περιστατικό της ενδοοικογενειακής βίας αμφισβητείται και η κατηγορία αποδυναμώνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αθώωση του κατηγορούμενου –βίαιου συντρόφου.

Η πλειονότητα των γυναικών που δεν φέρει σοβαρούς τραυματισμούς, όταν αποφασίσει να κινηθεί δικαστικά, επιθυμεί την άμεση μετοίκηση του βίαιου συντρόφου και διατροφή των παιδιών. Ανάγκη ηθικής ικανοποίησης της γυναίκας –θύμα και επιθυμία τιμωρίας του βίαιου συντρόφου έχει παρατηρηθεί ότι υφίσταται όταν η γυναίκα έχει υποστεί βαριές σωματικές βλάβες.
Η γυναίκα –θύμα που θα αποφασίσει να επιτύχει την τιμωρία του βίαιου συντρόφου της θα υποστεί δευτερογενή θυματοποίηση.

Η ποινική διαδικασία είναι χρονοβόρος και επίπονη διαδικασία. Η γυναίκα ενημερώνεται για την «πορεία» της δικογραφίας από την κατάθεση μήνυσης και εφεξής, μόνο εάν έχει δηλώσει  ότι θα παρασταθεί στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα. Η γυναίκα είτε ως μάρτυρας είτε ως πολιτική αγωγή (εάν το δηλώσει στην προανάκριση ή κατά τη διαδικασία του ακροατηρίου) θα υποστεί τις πολύωρες καθυστερήσεις που περιλαμβάνει η διεξαγωγή μία δίκης, τις περισσότερες φορές παρουσία του βίαιου πρώην συντρόφου της και τις αναβολές που θα αιτηθεί αυτός. Οι απειλές και οι εκφοβισμοί είναι αρχαίο φαινόμενο στις υποθέσεις αυτές και η προστασία της γυναίκας –θύμα από το ενδεχόμενο αντεκδίκησης, από την πλευρά του βίαιου συντρόφου και της οικογένειάς του, είναι δύσκολη έως αδύνατη. Η κατάθεση μήνυσης της γυναίκας εναντίον του  βίαιου πρώην συντρόφου  και για το αδίκημα της απειλής, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κατ’ εξακολούθηση, οδηγεί σε έξαρση της βίας. Δεν είναι άξιο απορίας που ελάχιστες γυναίκες καταγγέλλουν τη βία ή που συνεχίζουν τις δικαστικές διαμάχες.

Ακόμα και όταν η γυναίκα –θύμα επιτύχει την τιμωρία του  βίαιου πρώην συντρόφου και το δικαστήριο επιβάλλει ποινή σε αυτόν, είναι αμφίβολο εάν η γυναίκα ικανοποιηθεί ηθικά, καθόσον αρκετοί  εξαγοράζουν τις ποινές που τους επιβάλλονται ή και το ίδιο το δικαστήριο  αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής.

Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εφαρμόζουν αυστηρά το νόμο με πρώτιστο σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Το τεκμήριο της αθωότητας λειτουργεί υπέρ του κατηγορούμενου και εάν η γυναίκα δεν προσκομίσει στο δικαστήριο αδιάσειστα στοιχεία της κακοποιητικής συμπεριφοράς του βίαιου συντρόφου της, αυτός θα απαλλαχθεί. Οι δικαστές εκτιμούν ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζει η γυναίκα  (αρχή της ηθικής απόδειξης) και δεν λαμβάνουν υπόψη αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο. Οι γνωματεύσεις των νοσοκομείων που πιστοποιούν την εξακολουθητική κακοποιητική συμπεριφορά του βίαιου συντρόφου και η ιατροδικαστική έκθεση που επισυνάπτεται στη δικογραφία, στα πλαίσια της κατάθεσης μήνυσης της γυναίκας στην αστυνομία, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και από τους εισαγγελείς και από τους δικαστές και δεν εκτιμώνται ελεύθερα αλλά αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη της άσκησης ενδοοικογενειακής  βίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις και ο εισαγγελέας ζητεί την επιβολή περιοριστικών όρων στον βίαιο σύντροφο και το δικαστήριο διατάσει την επιβολή των όρων αυτών .
Οι πλειονότητα των εισαγγελέων και των δικαστών όταν η δικογραφία είναι «δεμένη» και οι κατηγορίες αποδεικνύονται και από εκθέσεις αλλά και από μάρτυρες καταδικάζουν ομόφωνα την ενδοοικογενειακή βία που ασκείται και επιβάλλουν τις ποινές που ορίζει ο νόμος. Ακόμα και όταν η γυναίκα είναι κατηγορούμενη, -είναι συνηθισμένο οι βίαιοι άνδρες να αυτοτραυματίζονται και να καταθέτουν μηνύσεις, ισχυριζόμενοι κακοποίηση από την σύντροφό τους, - απαλλάσσεται από τις κατηγορίες, όταν αυτή προσκομίζει αδιάσειστα στοιχεία της  κακοποιητικής συμπεριφοράς του συντρόφου της.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες –θύματα κατά την ενάσκηση των δικονομικών τους δικαιωμάτων οφείλονται κυρίως στον χρονοβόρο γραφειοκρατικό μηχανισμό που παρατηρείται στην προανάκριση αλλά και κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της υπόθεσης, μέχρι τον προσδιορισμό τακτικής δικάσιμου και όχι στους εκπροσώπους των εισαγγελικών και  δικαστικών αρχών.

Η ίδρυση Οικογενειακών Δικαστηρίων που θα ασχολούνται αποκλειστικά με υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας  θα  βοηθήσει  στην καλύτερη εφαρμογή του νόμου,  στην πάταξη του φαινομένου ενδοοικογενειακής βίας και περαιτέρω στον περιορισμό δευτερογενούς θυματοποίησης της γυναίκας –θύμα. Η ταχύτατη εκδίκαση των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας από τα Οικογενειακά Δικαστήρια  αλλά και  η επιμόρφωση των εισαγγελέων και δικαστών στη δυναμική της βίας και στις συνέπειες που επιφέρει αυτή στον ψυχισμό της γυναίκας και των παιδιών της, θα οδηγήσει στην καλύτερη ψυχολογική υποστήριξη και προστασία της γυναίκας –θύμα. 

("Ενδοοικογενειακή βία: Ο ρόλος των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών", απόσπασμα από τον Οδηγό Συμβουλευτικής για την αντιμετώπιση της Βίας κατά των Γυναικών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων- Υπουργείο Εσωτερικών, 2011, Συγγραφέας: Στεφανία Σουλή.)

Μπορείτε να διαβάσετε τον Οδηγό εδώ

 

 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.