Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Για ποια βοήθεια μιλάμε; (άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε)





Αρκετά χρόνια πριν, νεαρό κορίτσι, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, τηλεφωνεί σε υποστηρικτική υπηρεσία για θύματα βίας, και ζητάει να μάθει πως μπορεί να βοηθήσει τον 12χρονο μαθητή της, ο οποίος υπήρξε θύμα σωματικής και λεκτικής κακοποίησης από τον πατέρα του. Η νεαρή καθηγήτρια παρέδιδε κατ'οίκον μαθήματα, στον έφηβο και μέσα από την σχεδόν καθημερινή επαφή της με την ευκατάστατη οικογένεια του παιδιού είχε την δύσκολη και τραυματική εμπειρία να γίνει κοινωνός της βίας που ζούσε η οικογένεια αυτή (υπήρχαν και άλλα παιδιά ) αλλά κυρίως ο μικρός μαθητής της, τον οποίο αρκετές φορές είχε δει τραυματισμένο στα χέρια και στα πόδια, φοβισμένο, θλιμμένο και κλαμένο. Στις ερωτήσεις της για τα τραύματα ο μικρός δεν απαντούσε και όσες φορές τον ρώτησε, εάν συνέβαινε κάτι άσχημο μέσα στο σπίτι του, παρέμενε αμίλητος και δεν σήκωνε τα μάτια του από τα βιβλία. Το νεαρό κορίτσι είχε απελπιστεί τόσο, που σκεφτόταν να σταματήσει και τα μαθήματα.   


Πως θα βοηθούσε τον μικρό μαθητή της; 

Η ίδια είχε συνειδητοποιήσει από την αρχή την δυσκολία της κατάστασης: 

  • Δεν θα μπορούσε να προχωρήσει μονομερώς σε μία καταγγελία  εις βάρος του γονέα. Δεν ήταν αυτόπτης, ούτε καν αυτήκοος μάρτυρας και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα το παιδί να αρνηθεί την κακοποίηση, το ίδιο και ο έτερος γονέας (μητέρα). Φοβόταν επίσης μην γίνουν τα πράγματα χειρότερα για το παιδί.   
  • Δυνατότητα να μιλήσει στον πατέρα δεν υπήρχε και δεν το ήθελε. Ήταν αυταρχικός, υπερόπτης και όταν έμπαινε στο σπίτι άλλαζε η συμπεριφορά όλων των μελών της οικογένειας. Τον φοβόντουσαν. Επίσης εργαζόταν πολλές ώρες και τον έβλεπε μόνο όταν την πλήρωνε.
  • Η μητέρα ήταν πολυάσχολη. Η νεαρή εκπαιδευτικός ήθελε και είχε προσπαθήσει να της μιλήσει, αλλά αυτή (η μητέρα) κράταγε τεχνηέντως απόσταση. Αν και υπήρξαν πολλές ευκαιρίες να ειπωθεί κάτι παραπάνω μεταξύ καθηγήτριας και μητέρας, η τελευταία περιοριζόταν στα τυπικά και στην ενημέρωση για την πρόοδο του παιδιού της. 
  • Ο έφηβος, όπως έχω ήδη προαναφέρει, ήταν κλεισμένος στον εαυτό του.                                                                                                                                 Θύματα και θύτες είχαν χτίσει τοίχους 


Θα ρωτήσει τώρα κάποιος, πως γνώριζε η καθηγήτρια την κακοποίηση του παιδιού, αφού δεν υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας; Με τις 2 ώρες που πήγαινε μέρα παρά μέρα, και με όλα τα μέλη της οικογένειας σιωπηλά και απόμακρα;  

Θα του απαντήσω ότι είχε σοβαρές ενδείξεις. Τα τραύματα που προανέφερα, την αναιτιολόγητη θλίψη του παιδιού, τον φόβο του, τα κλαμένα μάτια του. Στην πορεία οι ενδείξεις αυτές, έγιναν και αποδείξεις όταν η νεαρά καθηγήτρια κέρδισε την εμπιστοσύνη του παιδιού, γιατί δεν τα παράτησε τα μαθήματα τελικά.    


Την προηγούμενη εβδομάδα τηλεφώνησε μία νεαρά κυρία. Το ιστορικό διαφορετικό αλλά το θύμα το ίδιο: Ένα παιδί, ένας 12χρονος έφηβος. Η κυρία, που μένει στο γειτονικό διαμέρισμα άκουσε τον πατέρα να δέρνει με σφοδρότητα τον 12χρονο γιο του. Μετά, άκουγε το μικρό αγόρι που έκλαιγε με λυγμούς. Την ρώτησα εάν έκανε κάτι εκείνη την ώρα. Εάν κάλεσε το 100. 

Μου απάντησε ότι δεν έκανε τίποτα και μου ξεκαθάρισε αμέσως ότι δεν προτίθεται να κάνει και κάτι σε ένα νέο περιστατικό ξυλοδαρμού. Ο κύριος λόγος, όπως μου ανέφερε, ήταν ότι έμενε ακριβώς δίπλα (μεσοτοιχία) και δεν ήθελε να γίνει στόχος. 

Την ενημέρωσα ότι θα μπορούσε να καλέσει την Άμεσο Δράση και ΑΝΩΝΥΜΑ . Μου ανταπάντησε ότι δεν θέλει να το κάνει γιατί θα είναι η πρώτη που θα υποψιαστούν!

Την ενημέρωσα ότι θα μπορούσε να απευθυνθεί στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής και να ζητήσει να μιλήσει στον Αξιωματικό Υπηρεσίας. Την ενημέρωσα ότι οι αστυνομικοί είναι εκπαιδευμένοι και πολύ ευαισθητοποιημένοι με τα παιδιά και ότι δεν πρόκειται να εκτεθεί. Μου το απέκλεισε εντελώς.  

Την ρώτησα εάν γνωρίζει του γονείς του παιδιού, εάν μιλάνε. Μου απάντησε ότι αραιά τους βλέπει στην πολυκατοικία και με τη μητέρα μιλούσε σπάνια και με τον πατέρα καθόλου (παραθέτω ακριβώς τα λόγια). 
Την ρώτησα εάν μιλάει με τον έφηβο. Μου απάντησε αρνητικά. Οι σχέσεις και με τους γονείς αλλά και με το παιδί ήταν ...ανύπαρκτες.  

Μετά έπεσε σιωπή …
Και τότε με ρώτησε πάλι πως θα μπορούσε να κάνει κάτι δραστικό αλλά να διασφαλίσει και τη θέση της...   

Καταλαβαίνω και συναισθάνομαι τον κάθε τρίτο (γείτονα, καθηγητή, φίλο, γνωστό, συγγενή) που έχει απλά μόνο ενδείξεις, που είναι διστακτικός, που είναι σκεφτικός, που τα αναλύει όλα πάρα πολύ και φοβάται ακόμα πιο πολύ μήπως κάνει κάτι και δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στο παιδί.


Δεν καταλαβαίνω όμως και δεν συναισθάνομαι αυτόν/ην που ακούει τον ξυλοδαρμό ενός παιδιού, ξανά και ξανά και δεν κάνει τίποτα.  





Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.