Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Αμετάκλητη καταδίκη Ψυχιάτρου - Νευρολόγου





Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 1250/2003 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ  


"....Από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, στην οποία ορίζεται, ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατόν, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφ' ενός να μη καταβλήθηκε από το δράστη η κατά αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο δεν προείδε. Ως υπηρεσία δε ή επάγγελμα, νοούνται εκείνες οι ενασχολήσεις, οι οποίες, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα τους, προϋποθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από την φύση τους εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας, άλλων ανθρώπων και απαιτούν, για την αποφυγή του κινδύνου αυτού, ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις ενασχολήσεις. Ακόμα απαιτείται να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ειδικώς προς θεμελίωση ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, απαιτείται η σωματική βλάβη να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 παρ. 1 εδαφ. β' ΠΚ δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο  Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του εν λόγω αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6089/2002 απόφασής του τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η σύζυγος και συνεργάτης του κατηγορουμένου … διατηρούσε ινστιτούτο Αισθητικής επί της ενταύθα οδού …. Ο ίδιος ήταν ιατρός (ψυχίατρος-νευρολόγος) και ενεργούσε αισθητικές επεμβάσεις βελτίωσης της εικόνας του στήθους γυναικών. Έτσι τον μήνα Ιούνιο 1995 και Οκτώβριο με αρχές Νοεμβρίου επεσκέφθησαν το παραπάνω ινστιτούτο αισθητικής οι πολιτικώς ενάγοντες …. και …. (τον Ιούνιο του 1995) και η …. (Οκτώβριο με αρχές Νοεμβρίου 1996), των οποίων το στήθος παρουσίαζε δυσμορφία (των δύο πρώτων) και πτώση (της τρίτης). Εκεί συνάντησαν τον κατηγορούμενο και την ως άνω σύζυγο και συνεργάτιδά του, οι οποίοι τους πρότειναν για την αποκατάσταση του προβλήματός τους να τους κάνουν μερικές υποδόριες ενέσεις στους μαστούς τους, οι οποίες όπως τους διαβεβαίωσε ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως ιατρού, ήταν εντελώς ακίνδυνες για την υγεία τους και θα επιτυγχανόταν το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς καμία επιπλοκή. Την εν λόγω μέθοδο ενεφάνισαν ως διαδεδομένη και δοκιμασμένη ήδη με επιτυχία με άριστα αποτελέσματα, ενώ αρνήθησαν να τους δώσουν περαιτέρω εξηγήσεις επιμένοντας στις διαβεβαιώσεις τους ότι επρόκειτο για μέθοδο ευρέως διαδεδομένη και ασφαλή, που το υλικό που θα τους χορηγείτο υπό την μορφή υγρού διαλύματος, ονομαζόμενο «γλυκογόνο», θα το απορροφούσε ο οργανισμός τους χωρίς τοπικές ή γενικές αντιδράσεις. Εν όψει των διαβεβαιώσεων αυτών οι πολιτικώς ενάγουσες αποφάσισαν να προχωρήσουν στην εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου. Έτσι ο κατηγορούμενος κατά το διάστημα Ιουνίου-Αυγούστου 1995 και Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1996 εφήρμοσε την παραπάνω μέθοδο βελτίωσης της εικόνας των μαστών των εγκαλουσών (τον Ιούνιο 1995 της ….. το διάστημα Ιουνίου-Αυγούστου 1995 της …. και Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1996 της  …... ), προβαίνοντας σε έγχυση με υποδόριες ενέσεις σε αυτούς (μαστούς) μίγματος τύπου «παραφίνης» ή περιέχοντος υπέρτονο δεξτρόζης και κάποιας λιποειδούς ουσίας (ποσότητας 5ml για κάθε ένεση), που παρασκεύαζε ο ίδιος και του οποίου (μίγματος) η σύσταση δεν εξακριβώθηκε, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων στον οικείο χώρο επαγγελματικής δραστηριότητας κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και σε αντίθεση με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, δεδομένου ότι η υποδόροια έγχυση ουσίας ή ουσιών στους μαστούς για την αισθητική βελτίωσή τους - και ιδιαίτερα ουσία τύπου «παραφίνης» ή υπέρτονου δεξτρόζης ή δεξτρόζης σε μίξη με λιποειδή ουσία - δεν αποτελεί κοινώς αναγνωρισμένη στην αισθητική ιατρική πρακτική, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψαν - μετά πάροδο χρονικού διαστήματος ενός περίπου έτους από της εφαρμογής της πιο πάνω μεθόδου η μεν πρώτη παθούσα (….) να εμφανίσει στους μαστούς έντονο οίδημα, λεμφαγγεϊτιδα του δέρματος και του υποδορίου, ογκίδια με εξαιρετικά διαταραγμένη αρχιτεκτονική, οφειλόμενα στην παρουσία εκτεταμένης λιπονεκρώσεως, κοκκώδη δερματίτιδα, φαγωκοκκιώματα με πολυπύρηνα γιγαντικύτταρα τύπου ξένου σώματος, λεμφοκυτταρικές φλεγμονώδεις διηθήσεις και πολλαπλούς κυστικούς χώρους, αλλοιώσεις μαστού και λεμφαδένος, ανταποκρινόμενες σε αντίδραση σε ξένο σώμα τύπου εγχυθείσης παραφίνης, η δεύτερη παθούσα (…. ) να εμφανίσει στους μαστούς - και ιδιαίτερα στον αριστερό, στον οποίο είχε λάβει χώρα έγχυση μεγαλύτερης ποσότητας της άγνωστης σύνθετης ουσίας τύπου «παραφίνης» που χρησιμοποιήθηκε, απ'  ό,τι στο δεξιό μαστό - φλεγμονή, εκσεσημασμένη διόγκωση του αριστερού μαστού, σκληρότητα, ερυθρότητα με σύστοιχη λεμφαδενοπάθεια και λεμφαδενίτιδα μασκάλης, διαφόρου μεγέθους οζώδεις σκιάσεις, αύξηση του ινώδους συνδετικού ιστού, ογκίδια με εξαιρετικά διαταραγμένη αρχιτεκτονική, οφειλόμενα στην παρουσία εκτεταμένης λιπονεκρώσεως, φαγωκοκκιώματα με πολυπύρηνα γιγαντικύτταρα τύπου ξένου σώματος, λεμφοκυτταρικές φλεγμονώδεις διηθήσεις και πολλαπλούς λιποκενοτοπιώδεις κυστικούς χώρους, εξαιρετική διάταση και ιστοκυττάρωση των λεμφοκόλπων και αλλοιώσεις μαστού και λεμφαδένος, ανταποκρινόμενες σε αντίδραση σε ξένο σώμα τύπου εγχυθείσης παραφίνης, και η τρίτη παθούσα (…..) να εμφανίσει στους μαστούς άτονα πυορροούντα έλκη, πολλαπλά μορφώματα υγρού περιεχομένου διαμέτρου μέχρι και 2 cm, αύξηση του πάχους του δέρματος των μαστών, εκτεταμένες δερματικές αλλοιώσεις των μαστών, υποδόρια μορφώματα ποικίλου μεγέθους, κυστικά μορφώματα στο υποδόριο αμφοτέρων των μαστών, ανάπτυξη ινοκυστικών στοιχείων και οιδήματος διαμέσου ιστού.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων, όπως στο διατακτικό, σημειουμένου ότι ως ιατρός, που ασκούσε τα καθήκοντά του στο ινστιτούτο της συζύγου και συνεργάτιδάς του, υποπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 315 παρ. 1β' του Π.Κ., καθόσον ήταν υπόχρεος να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση της ως άνω υπηρεσίας του και του επαγγέλματος του ιατρού που ασκούσε ως άνω στο εν λόγω ινστιτούτο αισθητικής της συζύγου του και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι είχε συνταξιοδοτηθεί από το Δημόσιο, στο οποίο ασκούσε προηγουμένως τα εν λόγω καθήκοντά του, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που ορθώς εφάρμοσε (αρθρο.314 παρ. 1α και 315 παρ. 1β ΠΚ), και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβιάσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση όταν αυτή δέχεται ότι «ο κατηγορούμενος έκαμε έγχυση με υποδόριες ενέσεις στους μαστούς των ως άνω παθουσών μίγματος τύπου «παραφίνης» ή περιέχοντος υπέρτονο δεξτρόζης και κάποιας λιποειδούς ουσίας (ποσότητας 5 ml για κάθε ένεση). που παρασκεύαζε ο ίδιος και του οποίου (μίγματος) η σύσταση δεν εξακριβώθηκε, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων στον οικείο χώρο επαγγελματικής δραστηριότητας κανόνων της επιστήμης», εφόσον αμφότερες οι ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν απαγορευμένες. Ειδικότερα επαρκώς η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί την υπηρεσία και το επάγγελμα του κατηγορουμένου ως ιατρού, όταν δέχεται ότι ως ιατρός ασκούσε τα καθήκοντά του στο ινστιτούτο της συζύγου του και συνεργάτιδάς του. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ,΄ και Ε του ΚΠΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.4 ν.2943/2001)..."





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος- Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.