Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Διαγραφή ανάρμοστων φράσεων από δικόγραφο




Παρατίθεται κατωτέρω μικρό απόσπασμα της υπ.αρ. 444/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

«… Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ «ο δικαστής μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις...». Με τη διάταξη αυτή, η οποία, όπως και εκείνη του άρθρου 205 αποβλέπει στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και ευκόσμιας συμπεριφοράς από όλους τους παράγοντες της δίκης, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, ανεξάρτητα αν υπάρχουν σ’ αυτές θεμελιωτικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εξύβρισης περιστατικά ή άλλου (εγκλήματος) που ανάγεται στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης διαδίκου, πληρεξουσίου δικηγόρου ή και του δικαστηρίου. Κάθε διάδικος, κατά την υπεράσπιση των απόψεων του, σε σχέση με την επίδικη διαφορά, κατά την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του υπέχει υποχρέωση να τηρεί το επιβαλλόμενο μέτρο ευπρέπειας του δικανικού λόγου κατά τη σύνταξη των δικογράφων και των προτάσεων του, για να θεωρείται ότι μετέχει στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να μην διατυπώνει, όταν μάλιστα δεν είναι αναγκαίο για την προσήκουσα υπεράσπιση της υπόθεσης δηλαδή των συμφερόντων του, φράσεις με οξείς χαρακτηρισμούς και κρίσεις σε βάρος του αντιδίκου του ή του πληρεξουσίου του ή του δικαστηρίου, οι οποίες ενέχουν καταφρονητική, ειρωνική μεταχείριση, ονειδισμό και περιφρόνηση των άνω παραγόντων της δίκης. Η από τα δικαστήρια χρήση του μέτρου αυτού απαιτεί περίσκεψη, φειδώ και βαθεία εκτίμηση και αξιολόγηση των φράσεων για να κριθεί αντικειμενικά αν αυτές συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά που απαιτεί ο νόμος για να μην καταλήξει σε κατασταλτική λογοκρισία. Η απόφαση για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος ούτε συνιστά επιβολή πειθούς, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση της οποίας οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού εκείνος είναι ο συντάκτης του κειμένου, που οφείλει να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά των διαδίκων οριοθετείται στα όρια της ευπρέπειας. Το αίτημα του καθ' ου περί διαγραφής ολόκληρης της τέταρτης παραγράφου των αιτήσεων της αιτούσας, κρίνεται απορριπτέο, καθώς, ο ίδιος το ζητεί λόγω του ότι τα όσα αναφέρονται για το πρόσωπό του, όπως ισχυρίζεται, είναι άσχετα με την επίδικη διαφορά, ανάρμοστα και συκοφαντικά καθώς τον παρουσιάζουν ως άστοργο πατέρα και κακό σύζυγο. Σε αμφότερες τις αιτήσεις της αιτούσας στην παράγραφο αυτή αναφέρονται περιστατικά που αφορούν την έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, τους λόγους που η αιτούσα αναγκάστηκε να μετοικήσει με το ανήλικο τέκνο τους από την οικογενειακή στέγη καθώς και τους λόγους που καθιστούν την ίδια καταλληλότερη για την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου, δεν συντρέχει λόγος διαγραφής των εν λόγω φράσεων. Ωστόσο, με τις φράσεις αυτές αποδίδονται ιδιότητες στον καθ' ου, που συνάπτονται με την θεμελίωση των περιεχομένων στις αιτήσεις ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι αυτός δεν είναι κατάλληλος για να του ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου του αλλά και ζητήματα που αφορούν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και έτσι αιτιολογείται το υποβαλλόμενο με την αίτηση αίτημα αποκλεισμού του από την άσκηση της επιμέλειας του τέκνου και ανάθεσή της αποκλειστικά στην αιτούσα, μητέρα του τέκνου αλλά και της κατανομής της χρήσης των κινητών της μέχρι πρότινος οικογενειακής στέγης. Ανεξάρτητα, συνεπώς, αν οι χαρακτηρισμοί αυτοί, που αποδίδονται στον καθ' ου, ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα, είναι αναγκαίοι για τη θεμελίωση της βάσης της αίτησης και δεν συντρέχει περίπτωση διαγραφής τους, αλλά αποτελούν αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο και συνεπώς το σχετικό αίτημα του καθ' ου πρέπει να απορριφθεί…»



Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος- Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/



Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Συναπόφαση των γονέων για εμβολιασμό του τέκνου




Συνεκδίκαση αντίθετων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής ανηλίκου. Ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα με συναπόφαση των γονέων στα ζητήματα υγειονομικής περίθαλψης του τέκνου, λόγω άρνησης της μητέρας να προβεί στον εμβολιασμό του κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής του. Καθορισμός των μηνιαίων δαπανών του ανηλίκου 4 ετών σε 800 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης ιδιωτικού παιδικού σταθμού, από τα οποία αναλογούν στον πατέρα τα 500 ευρώ. Ρύθμιση εκτεταμένης επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο την 1η και 3η εβδομάδα από Παρασκευή 14..00 έως Κυριακή 20.00 και κάθε Τετάρτη από την αποχώρηση του τέκνου από τον παιδικό σταθμό έως την παράδοσή του σ’ αυτόν την Πέμπτη πρωί, από 7 ημέρες κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και ένα μήνα εναλλάξ Ιούλιο ή Αύγουστο.




Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 4029/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων) , δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ. 

«…Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ... (της αιτούσας - καθ' ης η αίτηση) και ... (του καθ' ου η αίτηση - αιτούντος), που αμφότεροι εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, όπως και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσκομισθείσα από τον καθ' ου της πρώτης αίτησης από 5-2-2019 δήλωση του …, δοθέντος ότι αυτή αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τον πολιτικό τύπο, στις …. 2015, στο ...  Αττικής. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα (1) τέκνο, τον ..., που γεννήθηκε στις … 2015. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη οριστικά τον Αύγουστο του έτους 2017, όταν η αιτούσα αποχώρησε από τη συζυγική οικία και μετοίκησε με το ανήλικο τέκνο της στη … Αττικής, σε μισθωμένη από την ίδια οικία, επί της οδού ... Η αιτούσα έχει μέχρι σήμερα ανταποκριθεί με επάρκεια στα καθήκοντα της απέναντι στο ανήλικο τέκνο της, το οποίο φροντίζει με αγάπη και αφοσίωση, συμβάλλοντας θετικά στην ψυχική και πνευματική του ανάπτυξη, ενώ έχει δημιουργήσει σταθερό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, που παρέχει όλα τα εχέγγυα για την ομαλή εξέλιξη του, καλύπτοντας παράλληλα με επιμέλεια τις διατροφικές ανάγκες του τέκνου, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων του καθ' ου (αιτούντος της β' αίτησης). Το ανωτέρω ανήλικο, λόγω και της πολύ μικρής ηλικίας του, έχει απόλυτη ανάγκη των μητρικών περιποιήσεων και της στοργής, αγάπης και θαλπωρής, που του παρέχεται από τη μητέρα του. Ενόψει των ανωτέρω, πιθανολογείται ότι πραγματικά είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου, στο οποίο το Δικαστήριο αποβλέπει (άρθρο 1511 ΑΚ), να ανατεθεί προσωρινά αποκλειστικά στην αιτούσα μητέρα του η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου αυτού, με την επισήμανση ότι σε ζητήματα που αφορούν την υγειονομική περίθαλψη του τέκνου (συνεπώς και του εμβολιασμού αυτού), ορίζεται ότι απαιτείται συναπόφαση των διαδίκων, λαμβανομένης υπόψη της άρνησης της αιτούσας να συναινέσει στον εμβολιασμό του τέκνου έως την ηλικία των δύο ετών. Η εκ περιτροπής δε ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων σε αμφότερους τους γονείς του, όπως αιτείται ο πατέρας του - αιτών της υπό στοιχείο β' αίτησης, πιθανολογείται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου, παρά την αδιαμφισβήτητη αγάπη του πατέρα του προς το πρόσωπο του, λόγω της έλλειψης συμφωνίας των γονέων ως προς το θέμα αυτό και των τεταμένων μεταξύ τους σχέσεων, οι οποίες θα οδηγούσαν σε συγκρούσεις και διαφωνίες ως προς τον τρόπο άσκησης της επιμέλειας, γεγονός που θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στη συναισθηματική σταθερότητα του ανηλίκου, το οποίο βίωσε πρόσφατα το χωρισμό των γονέων του και έχει ανάγκη σταθερού περιβάλλοντος διαβίωσης.
Σημειώνεται ότι στην ανωτέρω κρίση άγεται το Δικαστήριο χωρίς να λάβει τη γνώμη του ανηλίκου, καθώς κρίνει ότι αυτό, λόγω του νεαρού της ηλικίας του (τεσσάρων ετών περίπου), δεν έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να αντιληφθεί τη σημασία της διαφοράς των γονέων του ή να εκφράσει τη γνώμη του…»


Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος- Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

Παράνομη στέρηση επιμέλειας τέκνου






Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 586/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«…Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2657/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 518 παρ. 1, 520 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα την …, (υπ’ αριθμ…, έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, ), η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 5/7/2017 και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) ενώ καταβλήθηκε και το νόμιμο παράβολο ποσού 100 ευρώ (e- Παράβολο με κωδικό …, , το ποσό του οποίου καταβλήθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς), το οποίο επισυνάπτεται στην από 5/7/2017 έκθεση που συνέταξε η Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, στην από 30/7/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίστηκε ότι με την εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα, τέλεσαν νόμιμο γάμο την …, , από τον οποίο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε την … , ότι πριν το γάμο τους διαβίωναν και συνέχισαν να ζουν και μετά από αυτό σε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό …, στον Πειραιά, σε πολυκατοικία που ανήκει στην οικογένειά του, στον δεύτερο όροφο της οποίας κατοικούσαν οι γονείς του, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανέκυπταν κατά καιρούς έριδες και καυγάδες μικρής έκτασης, που ως γενεσιουργό αιτία είχαν διάφορες απαιτήσεις που είχαν από αυτόν συγγενείς της εναγόμενης, ότι την …, έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ της μητέρας του και της μητέρας και της αδελφής της εναγόμενης, οι οποίες είχαν έλθει από την …., τόπο καταγωγής της εναγόμενης, για τη γέννηση του τέκνου και φιλοξενούνταν στο διαμέρισμα των γονιών του, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αγωγή του, ότι αν και οι σχέσεις των διαδίκων τις επόμενες ημέρες δεν ξαναδιαταράχθηκαν από άλλο επεισόδιο, την …, επιστρέφοντας στην οικία του από την εργασία του συνάντησε ένα δικαστικό επιμελητή ο οποίος του επέδωσε την από …, εξώδικη πρόκληση - διαμαρτυρία - δήλωση εκ μέρους της εναγόμενης, με την οποία τον ενημέρωνε ότι αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία μαζί με το ανήλικο τέκνο τους εξαιτίας της συμπεριφοράς του, καλώντας τον να διευθετήσουν εξωδικαστικά τα οικογενειακά τους θέματα και ότι με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη του στέρησε παράνομα την επιμέλεια του τέκνου τους διαπράττοντας το ποινικό αδίκημα της αρπάγης ανηλίκου, με συνέπεια, εξαιτίας της υπαίτιας και άδικης αυτής πράξης, αυτός να δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη. Ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με την απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της επίδοσης της αγωγής του. 
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η εναγόμενη διέπραξε το ποινικό αδίκημα της αυτοδικίας σε βάρος του εναγόμενου, προσβάλλοντας την προσωπικότητά του στερώντας του την απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος της συνεπιμέλειας του τέκνου τους δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή της για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει η έφεση της δεκτή ώστε να εξαφανιστεί η αγωγή στο σύνολό της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 του ΚΠολΔ, 297, 298, 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος (ΑΠ …, ). Αν με την αγωγή αδικοπραξίας ο ενάγων ζητεί και (ή μόνο) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του ΑΚ) πρέπει για το ορισμένο του αιτήματός του να αναφέρει και την ηθική βλάβη που υπέστη από την άδικη πράξη και το συνολικό χρηματικό ποσό που θεωρεί εύλογο ο παθών για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συνολική αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου (ΑΠ …, ). Εν προκειμένω από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι αυτή είναι πλήρως ορισμένη, διότι αναφέρονται η κατά τον ενάγοντα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης (αρπαγή του ανηλίκου κοινού τέκνου και στέρηση από αυτόν της επιμέλειάς του), ότι εξαιτίας αυτής υπέστη ηθική βλάβη, το ποσό αυτής καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης της εναγόμενης και της ηθικής του βλάβης, χωρίς να αίρεται το ορισμένο της αγωγής από την ενδεχόμενη ουσιαστική αβασιμότητα των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών και της αιτίας της συμπεριφοράς της εναγόμενης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ίδια έκρινε και απέρριψε τη σχετική προβαλλόμενη ενώπιόν του ένσταση της εναγόμενης, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νομό και ο πρώτος λόγος της έφεσής της με τον οποίο η εκκαλούσα … εναγόμενη παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένστασή της, διότι όλα τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή και διότι δεν εξετάστηκε η ένσταση της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 914 του ΑΚ οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η παράνομη και υπαίτια ανθρώπινη συμπεριφορά, β) η επέλευση ζημίας και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ …, ΝΟΜΟΣ). Κατά την κρατούσα γνώμη, το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα, με την έννοια, ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν δηλαδή προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων. Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δεν αρκεί μόνον ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος ως παράνομης. Περαιτέρω αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο. Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του ΑΚ (άρθρο 300), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμα της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση. Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του συνίσταται, είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτήν (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά). Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Η ικανότητα προς καταλογισμό είναι απαραίτητη για την κατάφαση της υπαιτιότητας και περαιτέρω της αδικοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στο δράστη. Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου, είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη. Η ηθική βλάβη αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης στις περιπτώσεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ (προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας) και 932 του ΑΚ (αδικοπραξία). Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ’ άρθρο 914 του ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση και αποτελέσματος μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη) και του αποτελέσματος (ζημίας). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ …, ). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη (ΑΠ …, ). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 324 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ «όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε που δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκων συνίσταται στην πραγματική κατάλυση από το δράστη της επί του ανηλίκου εξουσίας, που συντελείται με το χωρισμό του ανηλίκου από τον έχοντα σύμφωνα με τον νόμο την επιμέλεια του προσώπου του κατά τρόπο που αποκλείει την άσκησή της. Επομένως αξιόποινη κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι μόνο η αφαίρεση του ανηλίκου από τη σφαίρα της εξουσίας και των δύο γονέων του, αλλά και η αφαίρεσή του από εκείνον, που έχει από το νόμο ή από δικαστική απόφαση την επιμέλεια του προσώπου του. Συνεπώς δράστης του προκειμένου εγκλήματος μπορεί να είναι και ο γονέας του ανηλίκου που αφαιρεί τον ανήλικο από τον άλλο γονέα ή τρίτο που έχει την επιμέλεια. Ποιος έχει σύμφωνα με το νόμο την επιμέλεια του ανηλίκου ορίζεται από το αστικό δίκαιο. Έτσι κατά το άρθρο 1510 του ΑΚ η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα) οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Επομένως η γονική μέριμνα αποτελεί λειτουργικό δικαίωμα (Μπαλή, Οικογ. Δίκαιο …, ) και σαν τέτοια ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ΑΚ, όπως ισχύουν σήμερα. Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερθέντα, δεν διαπράττει το αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου ο γονέας που αφαιρεί το ανήλικο τέκνο από τον άλλο γονέα, εκτός εάν ο ένας από τους δύο γονείς στερήθηκε το δικαίωμα της επιμέλειας του προσώπου του παιδιού μετά από δικαστική απόφαση, ή όταν αρπάζει το παιδί από τον άλλο γονέα για σκοπό διάφορο από την άσκηση επιμέλειας και διατροφής σε αυτό. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι εφόσον δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση που να αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στο γονέα με τον οποίο διαμένει και από τον οποίο περιθάλπτεται, η αφαίρεσή του από τον άλλο γονέα, δεν πληροί τους όρους της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου γιατί και αυτή είναι πράξη επιμελείας. Εν τούτοις, η αφαίρεση του ανηλίκου που γίνεται αυθαίρετα και αυτοδύναμα χωρίς να υπάρχει από πριν δικαστική απόφαση που να ρυθμίζει γενικά την κατάσταση του παιδιού και μάλιστα σύμφωνα με το συμφέρον του, με την γνώση από μέρους του δράστη ότι ενεργεί αυθαίρετα και αυτοδύναμα χωρίς να προσφύγει στη δικαστική αρχή για την αξίωση που έχει για δικαιολογημένη αφαίρεση του δικαιώματος επιμελείας καθώς και με την πεποίθησή του (δράστη) ότι το δικαίωμα της επιμελείας του παιδιού πρέπει να ανήκει μόνο σε αυτόν, στοιχειοθετεί τη μορφή του εγκλήματος της αυτοδικίας που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 331 του ΠΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξιώσεως κατά τρόπο αυθαίρετο αναφορικά με δικαίωμα που έχει ή από πεποίθηση οικειοποιείται ο δράστης. Ως αυθαίρετη ενέργεια θεωρείται οποιαδήποτε υλική πράξη, που τείνει στην ικανοποίηση αξιώσεως, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, με την οποία ρυθμίζεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυτογνωμόνως και περαιτέρω πεποίθηση ότι το δικαίωμα ανήκει σε αυτόν. Κοινό χαρακτηριστικό και περιεχόμενο και των δύο αναφερόμενων στη διάταξη αυτή λόγων, σε έναν από τους οποίους μόνο μπορεί να στηρίζεται η αποδοκιμαζόμενη από τον ουσιαστικό ποινικό νόμο ενέργεια του δράστη, είναι η πεποίθηση τούτου, ότι είναι δικαιούχος του δικαιώματος, από το οποίο ασκεί ο ίδιος την αξίωση, πεποίθηση που υπάρχει αναμφίβολα και στην πρώτη περίπτωση που ο δράστης έχει το δικαίωμα πραγματικά και στη δεύτερη περίπτωση που αυτός από πεποίθηση το οικειοποιείται, δηλαδή και όταν ανήκει στο δράση το δικαίωμα και όταν δεν ανήκει (ΑΠ(…, ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση αυτοδικίας, ο άμεσα παθών από την αυθαίρετη άσκηση αξίωσης εκ μέρους του δράστη έχει το δικαίωμα να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ (ΑΠ …, ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι συνήψαν ερωτικό δεσμό το έτος …, , μετά από γνωριμία τους που συνέβη στα …., τόπο καταγωγής και μόνιμης τότε κατοικίας της εναγόμενης και τέλεσαν νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη …, Αττικής στον Ιερό …., την 15/6/2013, από τον οποίο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, το οποίο γεννήθηκε την ….  Αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό …, στον Πειραιά, όπου ήδη συμβίωναν από το Σεπτέμβριο του έτους 2012. Η πολυκατοικία αυτή ανήκει στην οικογένεια του ενάγοντος, στον πρώτο όροφο της οποίας κατοικεί συγγενικό ζευγάρι του ενάγοντος και στο δεύτερο όροφο οι γονείς του ενάγοντος. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν είχε αξιοσημείωτες εντάσεις ή τουλάχιστον τέτοιας έντασης που να διαταράσσουν την ήρεμη οικογενειακή ζωή τους. Το μοναδικό μελανό σημείο ήταν οι συχνές παρεμβάσεις της μητέρας του ενάγοντος στα του οίκου των διαδίκων, επιμένοντας στα πλαίσια των οικογενειακών δεσμών, να συμβουλεύει και να έχει άποψη σε επιλογές των διαδίκων. Οι παρεμβάσεις της αυτές, ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι ήταν κακοπροαίρετες και ότι απέπνεαν διάθεση επίβουλής στην προσωπικότητα της εναγόμενης ως νέου μέλους της οικογένειας του ενάγοντος, ήταν αναμενόμενο όμως να προκαλεί δυσαρέσκεια και αρνητικά συναισθήματα στην εναγόμενη η έκφραση γνώμης της μητέρας του ενάγοντος για τον τρόπο διακόσμησης της οικίας των διαδίκων, την επιλογή των οικιακών βοηθών που εκτελούσαν τις οικιακές εργασίες στην οικία των διαδίκων, την οργάνωση της γαμήλιας δεξίωσης τους, το νυφικό και την εμφάνιση της εναγόμενης ως νύφης κ.λ.π. Η σύλληψη και η αναμονή της γέννησης του τέκνου δεν εξομάλυνε τις σχέσεις των δυο γυναικών αφού οποιαδήποτε πρόταση της μητέρας του ενάγοντος που αφορούσε την επιλογή των ενδυμάτων και των λοιπών βοηθητικών αντικειμένων του μωρού (σαλιάρες, πιπίλες κ.λ.π.), ακόμα και τη διακόσμηση του δωματίου του ήταν αιτία αντίδρασης εκ μέρους της εναγόμενης. Το ήδη επιβαρυμένο κλίμα οξύνθηκε ακόμα περισσότερο όταν αρχές Ιουνίου 2014, η αδελφή της εναγόμενης ήλθε από τα …, και εγκαταστάθηκε φιλοξενούμενη στην οικία των διαδίκων, αφενός μεν για να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις και αφετέρου για να συνδράμει την εναγόμενη εν όψει του τοκετού, ενώ για το σκοπό της συνδρομής της έφτασε μετά από λίγες ημέρες και η μητέρα της εναγόμενης. Τόσο η μητέρα όσο και η αδελφή της εναγόμενης διανυκτέρευαν στο διαμέρισμα των γονιών του ενάγοντος, σε δωμάτιο που τους είχαν παραχωρήσει. Ολόκληρη την ημέρα όμως και οι δυο βρίσκονταν στο διαμέρισμα των διαδίκων, ο χώρος του οποίου ήταν περιορισμένος, καθώς αυτός αποτελείται από δυο υπνοδωμάτια, το ένα από τα οποία ήταν το παιδικό δωμάτιο και μια σαλοτραπεζαρία. Η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε μικρό χώρο δυσαρεστούσε τον ενάγοντα, ο οποίος την εποχή εκείνη είχε πάρει άδεια εν αναμονή του τοκετού, με συνέπεια αυτός να προτιμάει να διάγει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στην κατοικία των γονιών του, γεγονός που πυροδοτούσε νέες έριδες και παρεξηγήσεις από την οικογένεια της εναγόμενης. Η γέννηση του τέκνου την …, δεν εκτόνωσε την έκρυθμη κατάσταση, αλλά αντίθετα η καθημερινή ένταση και ο εκνευρισμός εντάθηκαν εξαιτίας της ανάγκης για την καθημερινή και πολύωρη φροντίδα του βρέφους από την εναγόμενη, η ανά ολίγων ωρών ανάγκη για το θηλασμό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ορμονικές μεταβολές στο σώμα της εναγόμενης μετά τον τοκετό, αλλά και οι ευθύνες της ως νέας μητέρας, επηρέασαν αναπόφευκτα την ψυχολογική της διάθεση και της προκάλεσαν συναισθηματικές διαταραχές. Στα ανωτέρω προστέθηκε η διαφαινόμενη πρόθεση της μητέρας και της αδελφής της εναγόμενης να αναλάβουν την αποκλειστική φροντίδα της εναγόμενης και του βρέφους, μην επιτρέποντας στους γονείς του ενάγοντος να έχουν τη δυνατότητα προσέγγισης σε αυτό όποτε θελήσουν, προφασιζόμενες ότι η εναγόμενη και το βρέφος έχουν ανάγκη ανάπαυσης και περιορισμού των επισκέψεων με αποτέλεσμα αυτοί σταδιακά να μην επισκέπτονται την εναγόμενη στην οικία της. Η δυσθυμία και η απογοήτευση που προκάλεσε στους γονείς του ενάγοντος η έστω ακούσια, απομάκρυνση τους από κάθε επαφή με το βρέφος, ήταν η αφορμή του τελευταίου επεισοδίου που έλαβε χώρα την … , μόλις επτά ημέρες μετά τον τοκετό. Το επεισόδιο ξεκίνησε όταν ο ενάγων, επικαλούμενος ασθένεια της μητέρας του και ισχυριζόμενος ότι η επαφή της μητέρας και της αδελφής της εναγόμενης με αυτή (τη μητέρα του) θα επέφερε ενδεχόμενη μεταφορά μικροβίων από την ασθενή μητέρα του μέσω των συγγενών της εναγόμενης στο τέκνο τους, πρότεινε τις επόμενες λίγες ημέρες έως την αναχώρησή τους για τα …, οι δυο γυναίκες να διανυκτερεύουν στην κατοικία του άλλου αδελφού της εναγόμενης, ο οποίος κατοικούσε στο …, σε μικρή απόσταση από την κατοικία τους. Η πρόταση αυτή ανεξάρτητα αν διατυπώθηκε με ήπιο, σχεδόν παρακλητικό τρόπο (όπως ισχυρίζεται ο ενάγων) ή προσβλητικά και επιτακτικά (όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη) ή αν η ασθένεια της μητέρας του ενάγοντος ήταν πραγματική (όπως ισχυρίζεται ο ενάγων) ή μόνο πρόφαση για να εκδιώξει τη μητέρα και την αδελφή της εναγόμενης (όπως αυτή ισχυρίζεται), προκάλεσε την έντονη αντίδραση κυρίως της εναγόμενης, η οποία άρχισε να διαπληκτίζεται έντονα με τον ενάγοντα, χωρίς όμως από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο να αποδεικνύεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου ο ενάγων προέβη σε απειλητική, εξυβριστική ή απαξιωτική συμπεριφορά προς την εναγόμενη. Λόγω της έντασης του επεισοδίου προσήλθε και παρενέβη και η μητέρα του ενάγοντος, με συνέπεια το επεισόδιο να κλιμακωθεί και να ακολουθήσει έντονος φραστικός διαπληκτισμός κυρίως μεταξύ της μητέρας του ενάγοντος και της μητέρας της εναγόμενης και την ίδια την εναγόμενη, να εκτοξεύονται εκατέρωθεν εξυβριστικές και απαξιωτικές εκφράσεις και να αναγκάσει τις συγγενείς της εναγόμενης να αποχωρήσουν από την πολυκατοικία και να διανυκτερεύσουν στην κατοικία του αδελφού της, από όπου αποχώρησαν την επόμενη ημέρα για τα…. Έκτοτε και παρά την επιφανειακή ηρεμία που υπήρχε τις επόμενες ημέρες οι σχέσεις των διαδίκων ως συζύγων ουδέποτε ομαλοποιήθηκαν, αφού ασχολούνταν μόνο με τη φροντίδα του τέκνου και όχι με την συναισθηματική επαναπροσέγγισή τους. Μετά ταύτα και χωρίς να προηγηθεί ουδεμία άλλη συζήτηση ή αναφορά για το πιο πάνω γεγονός, την 17:30 ώρα της …, ο ενάγων επιστρέφοντας από την εργασία του στην οικία του συνάντησε στην είσοδο αυτής ένα δικαστικό επιμελητή, ο οποίος του επέδωσε την από …, εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία - δήλωση της εναγόμενης, συνταχθείσα από δικηγόρο, με την οποία τον ενημέρωνε ότι λόγω της συμπεριφοράς του ίδιου και των γονιών του που έκαναν αφόρητη την έγγαμη συμβίωσή τους και εξ αφορμής του επεισοδίου της …, μετοίκησε από τη συζυγική κατοικία μαζί με το τέκνο τους και εγκαταστάθηκε στην πατρική της κατοικία στα …, καλώντας τον να ρυθμίσουν τα οικογενειακά τους ζητήματα από τη διάσταση και δηλώνοντάς του παράλληλα ότι οποιαδήποτε άσκηση των δικαιωμάτων του προ το τέκνο τους θα γίνεται κατόπιν συνεννόησής τους.
Επομένως με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ενεργώντας αυτοβούλως, έχοντας την πεποίθηση ότι έχει το δικαίωμα να ασκεί μόνο η ίδια την επιμέλεια του τέκνου, αφαίρεσε το τέκνο από την επιμέλεια του ενάγοντος, πατέρα του, χωρίς να ακολουθήσει τη δικαστική οδό και διέπραξε το ποινικό αδίκημα της αυτοδικίας κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι μετοίκησε από τη συζυγική κατοικία μαζί με το τέκνο της ακολουθώντας συμβουλές κάποιων ψυχολόγων που απευθύνθηκε για την αντιμετώπιση της διαμορφωθείσας στην κατοικία της κατάστασης και έχοντας την πεποίθηση ότι έχει το δικαίωμα αυτό για να προστατέψει το τέκνο της από τις συνέπειες που θα επέρχονταν από τη συνεχιζόμενη ψυχολογική επιβάρυνσή της, αν εξακολουθούσε την έγγαμη συμβίωση της με τον ενάγοντα και την ψυχοφθόρα συναναστροφή με τη μητέρα του, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης, αδελφός της, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επανειλημμένως κατάθεσε ότι δεν ήταν παρών στο τελευταίο επεισόδιο, καθώς ειδοποιήθηκε και μετέβη στην κατοικία των διαδίκων για να παραλάβει τη μητέρα και την αδελφή του μετά από το επεισόδιο, όσα δε κατέθεσε σχετικά με τις σχέσεις των διαδίκων και αυτών μεταξύ της εναγόμενης και της πεθεράς της τα πληροφορήθηκε από την εναγόμενη, όπως επίσης ρητά κατέθεσε. Εξάλλου αλυσιτελώς προβάλει τον ισχυρισμό ότι η μετοίκηση της δικαιολογείται τόσο από την από 23/12/2014 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Χανίων, με την οποία επιτράπηκε προσωρινά η μετοίκησή της, όσο και από την υπ’ αριθμ. 186/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο δέχεται ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν ψυχρανθεί εξαιτίας της ανάμιξης των γονέων των διαδίκων στα οικογενειακά τους θέματα και ότι με αφορμή το περιστατικό της …, κλονίσθηκαν ακόμα περισσότερο οι σχέσεις τους, διότι η έκδοσή τους ακολούθησε της αυτόβουλης ενέργειας της για την απομάκρυνση του ανήλικου τέκνου από τον ενάγοντα. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της ούτε νομιμοποιείτο να στερήσει την επιμέλεια του τέκνου του από τον ενάγοντα, χωρίς να έχει μεσολαβήσει δικαστική απόφαση. Μάλιστα ουδεμία σχέση έχει η αυτόβουλη ενέργειά της με το αν είναι εύλογη ή όχι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πολύ δε περισσότερο που δεν επικαλείται ουδένα επαπειλούμενο κίνδυνο σε βάρος του τέκνου από τον ενάγοντα ή από μέλος του οικογενειακού περιβάλλοντός του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια έκρινε ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο δεύτερος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγόμενη εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία από εύλογο λόγο, ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και ο τέταρτος λόγος κατά το μέρος που ισχυρίζεται ότι η πράξη της ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ενάγοντος και των γονιών του απέναντί της, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εξαιτίας της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 1.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο, ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ …, ), σταθμίζοντας το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, το είδος και την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, το βαθμό πταίσματος της εναγόμενης, τις άνω συνθήκες της αδικοπραξίας και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (28/4/2017) ο ενάγων εργαζόταν σε ναυτιλιακή εταιρία με μηναίο μισθό περίπου 1.760 ευρώ, η δε εναγόμενη ούσα άνεργη από το Σεπτέμβριο του έτους 2012, οπότε παραιτήθηκε από την εργασία της για να συμβιώσει με τον ενάγοντα, εργάζεται ξανά από την 27/3/2017 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…, » με μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 2.142,86 ευρώ (υπ΄ αριθμ. 7/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων  Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 4.000 ευρώ έσφαλε και πρέπει ο τέταρτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος που η εκκαλούσα - εναγόμενη παραπονείται για την επιδίκαση του ποσού αυτού να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ΄ του ΚΠολΔ η επιστροφή στην εκκαλούσα - εναγόμενη, λόγω της εν μέρει νίκης της, του παράβολου άσκησης έφεσης, ποσού 100 ευρώ, που κατέθεσε…»



Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος- Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/


Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

Προσθήκη δεύτερου κυρίου ονόματος στο αρχικό


Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 545/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.




"...Όπως ρητά ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 του ΚΠολΔ, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εφαρμόζονται οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου για τη βεβαίωση γεγονότος με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, δηλαδή η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η οριζόμενη δωσιδικία του ειρηνοδικείου της έδρας του ληξιάρχου, που είναι εξωδικαστικό όργανο της εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπίπτει με τον κανόνα της τοπικής αρμοδιότητας του ληξιάρχου, κατ' άρθρο 5 του Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», που ορίζει ότι οι ληξιαρχικές πράξεις καταρτίζονται στο ληξιαρχείο της περιφέρειας στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα που βεβαιώνουν και ανταποκρίνεται με το γεγονός ότι, στον τόπο αυτό βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των βεβαιουμένων γεγονότων. Στον τόπο αυτό είναι αποτελεσματικότερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη η συλλογή τους, γι' αυτό προτιμήθηκε από το νόμο έναντι του τόπου της γενικής δωσιδικίας του αιτούντος και θεσπίσθηκε η εν λόγω αποκλειστική αρμοδιότητα, επί της οποίας δε χωρεί παρέκταση (κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 740§2 ΚΠολΔ, όπως συνομολογείται στην άποψη, κατά την οποία «λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας στο νόμο δεν έχει δεσμευτικό αλλά καθοδηγητικό χαρακτήρα, οπότε δεν αποκλείεται να απευθύνεται η αίτηση και σε άλλο κατά τόπο δικαστήριο, όπως εκείνο της κατοικίας του αιτούντος, εφόσον διευκολύνεται η συλλογή των αποδείξεων - ορ. ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234 κι εκεί παραπομπές). Η κατά την εκούσια δικαιοδοσία διόρθωση ληξιαρχικής πράξης αντιστοιχεί στον κανόνα που θέτει το άρθρο 13 του Ν. 344/1976 ότι, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξεως απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Δε δύναται, συνεπώς, να εκδοθεί διάταξη ειρηνοδίκη (του νόμου λαμβάνοντος θέση επί προϊσχύσασας θεωρητικής διχογνωμίας), ενώ με εισαγγελική διάταξη (του εισαγγελέως της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκου), που παρέχει τη σχετική άδεια στο ληξίαρχο, προβλέπεται η δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, προφανώς εκ παραδρομής, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη και μη αφορώντα το χρόνο σύνταξης της, η οποία διάταξη εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος συμφέροντος, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων. Καθόσον πρόκειται για άδεια του εισαγγελέως (ή του περιφερειακού ειρηνοδίκη) και όχι περί διαταγής, απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγγελική διόρθωση είναι η συμφωνία του ληξιάρχου, εν περιπτώσει δε ασυμφωνίας αυτού, τα εν λόγω σφάλματα διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001 ΠοινΔνη 2002/33). Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δε συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης με τελεσίδικη απόφαση ειρηνοδικείου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας κατ' άρθρο 5§1 του Συντάγματος (ορ. απαρίθμηση των δύο περιπτώσεων σε ΕιρΑΘ 1290/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το κύριο όνομα του ατόμου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο αναγνώρισης και ταυτοποίησης του, χαρακτηρίζει την αστική του κατάσταση και το συνοδεύει σε όλο το δημόσιο και κοινωνικό του βίο και, με την έννοια αυτή, αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας του, που ενδιαφέρει την δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 344/1976 δεν ορίζει προθεσμία της ονοματοδοσίας του νεογνού, καθώς δεν είναι νοητή η χρήση ληξιαρχικής πράξης χωρίς αναφορά του ονόματος του προσώπου που αφορά. Επομένως, η ονοματοδοσία θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στον ελάχιστο εύλογο χρόνο ταυτοποίησης του τέκνου, καθώς λ.χ. δε δύναται να καταχωρηθεί σε έγγραφο βρεφονηπιακής φροντίδας ως «αβάπτιστο» (ή κατ' εκμοντερνισμό «Α.Κ.Ο.») ή να ασκηθεί για λογαριασμό του ένδικο βοήθημα (ενώ δεν υπάρχει και τρόπος ταυτοποίησης επί διδύμων «Α.Κ.Ο.» του ιδίου φύλου). Όπως και πριν τη θέση σε ισχύ της ισχύουσας διατύπωσης της διάταξης (αντικατασταθείσα με το άρθρο 15 του Ν. 1438/1984), η ονοματοδοσία, που αποτελεί τη μοναδική νόμιμη διαδικασία κτήσης ονόματος νεογνού, γίνεται με δήλωση του δικαιουμένου γονέα ή επιμελητή (του ασκούντος την πατρική εξουσία κατά το προϊσχύον δίκαιο) και είναι ανεξάρτητη από τη «βάπτιση» του τέκνου, χριστιανική ή αντίστοιχη τελετουργία άλλης θρησκείας, της οποίας η καταχώρηση στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, με αποκλειστικό σκοπό την αναγραφή τυχόν υπάρχοντος θρησκεύματος (άρθρα 25 - 27 του ίδιου νόμου), ουδόλως επιδρά στο ήδη δηλωθέν ή δυνάμενο να δηλωθεί όνομα (ορ. παρουσίαση διαμεσολάβησης - στις αναφορές υπ' αρ. πρωτ. 20169/19.12.2005 & 60/3.1.2006- του Συνηγόρου του Πολίτη «Ονοματοδοσία και Βάπτιση», κατά την οποία έκθεση, δύναται να ζητηθεί η διαγραφή της δήλωσης βάπτισης και, σε κάθε περίπτωση, να γίνει δήλωση ονοματοδοσίας, καθώς οι δύο δηλώσεις είναι άσχετες μεταξύ τους, ακόμη και όταν γίνονται ταυτόχρονα - ορ. όμως και ΕφΑΘ 3718/2008 Δνη 2009/249: «η κατά την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος πραγματοποιούμενη ονοματοδοσία συνιστά ένα εκ των τρόπων κτήσεως του κυρίου ονόματος» και ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 κατά την οποία «στη βάπτιση εκφράστηκε η βούληση των γονέων»).
Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα (και ελλείψει αυτής από τον επίτροπο). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης έγκυρης ονοματοδοσίας (οπότε, κατά το Συνήγορο του Πολίτη συντρέχει «έλλειψη νομικής ισχύος του ονόματος»), ο ενηλικιωθείς, στερούμενος κυρίου ονόματος, θα προβεί ο ίδιος στη σχετική δήλωση, ενώ σαφώς δικαιούται να προσβάλει το κύρος της γενόμενης ονοματοδοσίας και δια της διοικητικής οδού (εάν λ.χ., μετά το 1984, δε συνέπραξαν και οι δύο γονείς ή εάν ο ληξίαρχος βασίστηκε παρανόμως στη δήλωση βάπτισης χωρίς ταυτόχρονη δήλωση ονοματοδοσίας και από τους δύο ή ακόμη και για λόγους ακυρωσίας -πλάνη, απάτη, απειλή- των δηλούντων, καθώς η ληξιαρχική πράξη παράγει πλήρη απόδειξη μέχρι αποδείξεως του εναντίου -ΓνΝΣΚ 27/2003- ορ. αντίστοιχες περιπτώσεις δικαστικής διόρθωσης ΜΠρΑΘ 828/1998 Δνη 2000/862 - διόρθωση σε περίπτωση άκυρης ονοματοδοσίας- και ΜΠρΑΘ 5735/1998 Τ.Ν.Π. Νόμος - διόρθωση επί εσφαλμένης καταχώρησης λόγω ανυπαρξίας γονικής μέριμνας στο δηλούντα «πατέρα»).
Ρητά ορίζεται, στο τέταρτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 25, με την τροποποίηση του έτους 1984, ότι γενόμενη δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται. Ο κανόνας του μη ανακλητού της ονοματοδοσίας υφίστατο και πριν τη ρητή θεσμοθέτηση του (ορ. όμως ΜΠρΠειρ 86/2005 ΝοΒ 2005/930: «δεν απαγορεύεται η μεταβολή ονόματος από διάταξη νόμου»), ως έκφραση του δημοσίας τάξεως κανόνα του σταθερού και αμεταβλήτου του ονόματος, που απορρέει από το συνδυασμό των διαχρονικών διατάξεων των άρθρων 58 Α.Κ. (σταθερότητα του ονόματος για χάρη της προστασίας της προσωπικότητας - ορ. ΜΠρΗλείας 131/2010) και 415 Π.Κ. (αυθαίρετη μεταβολή ονόματος) και προσβλέπει στην προστασία του ονόματος, ως χαρακτηριστικού στοιχείου της προσωπικότητας (έναντι της αυθαίρετης χρήσης του από μη δικαιούμενο) εντός πλαισίου παράλληλης διαφύλαξης της έννομης τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών (ορ. ΜΠρΡόδου 785/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Και μετά τη θεσμοθέτηση του, όμως, ο κανόνας του αμετάβλητου του ονόματος δεν είναι ανεξαίρετος, καθώς ο νομοθέτης δέχεται παρεκκλίσεις (εκτός από την αλλαγή επωνύμου, που γίνεται με τη διοικητική διαδικασία -άρθρο 9§9 Ν. 2307/1995- και επί αναγνωρίσεως τέκνου γεννημένου χωρίς γάμου και επί υιοθεσίας και, ασφαλώς, επί εξελληνισμού των ονομάτων κατά την πολιτογράφηση), ενώ δε συνιστά μεταβολή και επιτρέπεται η συμπλήρωση της δήλωσης ονοματοδοσίας με μεταγενέστερη δήλωση και προσθήκη και δευτέρου ονόματος στο αρχικά δηλωθέν, ο δε ληξίαρχος είναι υποχρεωμένος να καταχωρήσει σχετική δήλωση συμπληρωματικής ονοματοδοσίας (ιδίως από το ενηλικιωθέν πρόσωπο, χωρίς έλεγχο αντίθεσης του προσθέτως δηλούμενου ονόματος στη δημόσια τάξη), ελεγχόμενος διοικητικά επί αρνήσεως του. Με βάση τις εν λόγω παρεκκλίσεις και τη συνταγματική προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5§1), που επιβάλλεται σε περιπτώσεις δυσμενών επιπτώσεων του ονόματος επί του προσώπου που το φέρει, η, νομολογία συνάγει δικαίωμα του προσώπου, ή αυτών που το επιμελούνται νομίμως έως την ενηλικίωση του, να ζητήσει δικαστικώς τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης της ονοματοδοσίας του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13§1 του Ν. 344/1976 και με τη διαδικασία του άρθρου 782 ΚΠολΔ (εμμέσως συναγόμενης της δυνατότητας από την ΟλΑΠ 99/1985). Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει ν' ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜΠρΧίου 175/1990 ΑρχΝ 1990/680) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜΠρΘεσσαλ 20438/2010 επί ονοματοδοσίας τέκνου από τη φυσική του μητέρα, πριν την υιοθεσία του).
Δε συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος (μάλιστα, χωρεί βάσει των διατάξεων ονοματοδοσίας δια της διοικητικής οδού ΓνΝΣΚ 431/2006 - ορ. όμως ΕφΑθ 1905/2003 Δνη 2004/247, ΕιρΑΘ 1290/2015, όπου και δικαστική προσθήκη δεύτερου ονόματος, λόγω «τάματος» στην Παναγία και ΕιρΑκράτας 64/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, όπου προσθήκη και του από βαπτίσεως ονόματος ως κύριου - επί μη συμφωνίας των γονέων ΕφΑθ 4971/1993 ΝοΒ 1994/75), ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα (ορ. ΕφΑθ 2064/2005 Δνη 2005/1547 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το «..»-ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το  «....»,  ΕιρΘεσσαλ 93Ε/2015 οίκοθεν -απαλείφεται το «....» και παραμένει το «....», ομοίως απαλοιφή δευτέρου ονόματος στην ΜΠρΗλείας 131/2010, ενώ στην προαναφερθείσα ΜΠρΠειρ 86/2005 απλώς μεταβάλλεται η σειρά κύριου και δεύτερου ονόματος). Κρίθηκε, όμως, ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής ή αποποίησης του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜΠρΠατρ 430/2003 ΧρΙΔ 2003/790) ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜΠρΘεσσαλ 32576/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος - μεταβολή τουρκικού ονόματος σε ελληνικό). Στο θετό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του νεογνού λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος (και δη πολύ αργότερα της ενηλικίωσης), ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματος του και πέραν αυτού που χρησιμοποιεί στην κοινωνική του δραστηριότητα («υποκοριστικό» ή «καλλιτεχνικό») και να δικαιολογεί δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του βάσει, απλώς, ενός μη θεμελιωμένου νομοθετικά δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς την ονοματοδοσία, θα πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών (προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, εφόσον δεν είναι ο φέρων το όνομα), προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα (και όχι του τρίτου αιτούντος) από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ad hoc ΕφΔωδ 347/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Τέλος, αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά τη διόρθωση ή συμπλήρωση ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει ούτε επιτρέπεται να περιέχει διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωση του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον (άρθρα 4 περ. β' και 14 §1 Ν. 344/1976 - τελεσίδικη προσθήκη ή μεταβολή ονόματος καταχωρίζεται στις «μεταβολές» εντός μηνός - ορ.  και ΜΠρΘεσσαλ 8/2013 Δνη 2014/221, ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234).

Με την κρινόμενη αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκαν τα νόμιμα ένσημα και τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748§2 ΚΠολΔ (κοινοποιήθηκε η αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. ./08.02.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας, ...), η αιτούσα ζητεί να επιτραπεί, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η προσθήκη στο κύριο όνομα της «Ανδρομάχη» και του δεύτερου κύριου ονόματος «Ασημίνα», ώστε το κύριο όνομα της να διαμορφωθεί από το βαπτιστικό «Ανδρομάχη» στο επιθυμητό «Ασημίνα - Ανδρομάχη» και να διαταχθεί η διόρθωση της αναφερόμενης κατ' αριθμό ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Ληξιαρχείου Βόλου και να διαταχθεί ο αρμόδιος Ληξίαρχος να προβεί σε καταχώρηση της παραπάνω μεταβολής του κυρίου ονόματος της, επικαλούμενη ότι, το όνομα της λειτουργεί αποτρεπτικά στις κοινωνικές της σχέσεις, ιδίως στον χώρο εργασίας της, καθόσον τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της από την γέννηση της έως και σήμερα, δηλαδή για όλο το διάστημα, της ανήλικης ζωής της αλλά και της μέχρι τώρα ενήλικης ζωής της Χρησιμοποιούν κι έχουν καθιερώσει την προσφώνηση της με το όνομα «Ασημίνα». Αντιθέτως, δεν έχει γίνει καθόλου χρήση του βαπτιστικού της ονόματος «Ανδρομάχη» και ως εκ τούτου δημιουργείται σύγχυση από την χρήση σε όλες τις κοινωνικές συναναστροφές και εκδηλώσεις του κυρίου ονόματος που επιθυμεί και της εγγραφής στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του βαπτιστικού της ονόματος.

Η παραπάνω αίτηση αρμοδίως καθ' ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρ. 739 και επ. του ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 782 του ΚπολΔ, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας.

Από την χωρίς όρκο κατάθεση της αιτούσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, τα έγγραφα που προσκομίζει νόμιμα με επίκληση η αιτούσα, σε συνδυασμό με όσα εκτίθενται στην κρινόμενη αίτηση της, αποδεικνύονται, Κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα έλαβε το βαπτιστικό όνομα «Ανδρομάχη», συνταχθείσας σχετικώς της υπ' αριθ. ./30-12-1983 ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως από τον Ληξίαρχο Βόλου. Πάρα ταύτα από τη γέννηση της έως και σήμερα οι γονείς της, το συγγενικό και κοινωνικό της περιβάλλον αλλά και η ίδια η αιτούσα χρησιμοποιούσαν το κύριο όνομα «Ασημίνα» αντί το βαπτιστικό της «Ανδρομάχη». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η αιτούσα να αποκρίνεται μόνο στο κύριο όνομα «Ασημίνα». Η εν λόγω διάσταση ανάμεσα στο κύριο όνομα «Ασημίνα» που χρησιμοποιεί η αιτούσα στις κοινωνικές της συναναστροφές από την παιδική της ηλικία, με πρωτοβουλία των γονέων της, και στο βαπτιστικό της όνομα «Ανδρομάχη», που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη γέννησης της, δημιουργεί κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της, δοθέντος ότι προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές της σχέσεις και λειτουργεί αποτρεπτικά κυρίως στον χώρο εργασίας της, καθόσον δημιουργεί αμφιβολίες, καχυποψία και αμφισβήτηση περί του προσώπου της και της ταυτότητας της. Η διόρθωση (συμπλήρωση) της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της αιτούσας επιβάλλεται λόγω της ασφαλείας των συναλλαγών, καθώς σχετίζεται με τον ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας της και το βαπτιστικό της όνομα της έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες.

Συνακολούθως των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συμπληρώσεως της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της αιτούσας ως προς την καταχωρηθείσα ονοματοδοσία της και ως εκ τούτου θα πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και να συμπληρωθεί η παραπάνω ληξιαρχική πράξη γέννησης δια της προσθήκης του ονόματος «Ασημίνα», πριν από το ήδη καταχωρηθέν κύριο όνομα αυτής «Ανδρομάχη», ώστε να καταστεί αυτό «Ασημίνα - Ανδρομάχη», όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας παρουσία της αιτούσας.

Δέχεται την αίτηση.

Βεβαιώνει, με σκοπό την συμπλήρωση, σχετικά με το κύριο όνομα της αιτούσας, της παρακάτω ληξιαρχικής πράξης, ήτοι της με αριθμό ./30-12-1983 ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως, που συντάχθηκε από τον Ληξίαρχο του Δήμου Βόλου, ότι το κύριο όνομα της αιτούσας είναι το «Ασημίνα - Ανδρομάχη».

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Βόλο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, και με την παρουσία της Γραμματέα της έδρας, την 16η Ιουλίου 2019..." 



Στεφανία Σουλή 
Δικηγόρος- Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια 
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/