Translate

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης. Νόμιμη μοίρα



Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 58/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

«… Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά αυτή, δηλαδή, η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827 και 1829 Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη. Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλει τη νόμιμη μοίρα. Η αγωγή του μεριδούχου προς απόδοση της νόμιμης μοίρας, είτε εξολοκλήρου, είτε του ελλείποντος, κατά το ποσοστό της οποίας αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, είναι η περί κλήρου αγωγή, με την οποία αναζητούνται, κατά το άρθρο 1871 Α.Κ., αντικείμενα της κληρονομιάς, τα οποία κατακρατεί ο νομέας της κληρονομιάς, που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα (ΑΠ 1440/2010, ΕλΔνη 52,473, ΕΑ 4181/2008 ΕλΔνη 50, 589). Για τον υπολογισμό, δε, της νόμιμης μοίρας λαμβάνεται, κατά το άρθρο 1831 Α.Κ., η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αφαιρουμένων των χρεών κ.λ.π. και προστιθεμένων των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό στοιχείων. Επομένως, ο μεριδούχος με την περί κλήρου αγωγή πρέπει να επικαλεστεί το θάνατο του κληρονομουμένου, το κληρονομικό του δικαίωμα, αναφέροντας τη συγγενική σχέση που τον συνδέει με τον κληρονομούμενο και στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομιά ως μεριδούχου, την ιδιότητα των επιδίκων ως κληρονομιαίων αντικειμένων, την κατοχή και την κατακράτηση τους από τον εναγόμενο ως κληρονόμο (pro herede) του διαθέτη (ΑΠ 400/2009, ΧΡΙΔ 2010, 127, ΕΠολΔ 2010.47, ΑΠ 1126/2009 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 788/2005, ΕλΔνη 2006, 1654, ΑΠ 1374/2000 ΕλΔνη 2002, 423, ΕΑ 1396/2012 ΕφΑΔ 2011, 69) την κατά τους νομίμους τύπους σύσταση διαθήκης με την οποία προσεβλήθη η νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 1369/2014 ΧΡΙΔ 2015, 125, ΕφΘεσ 2040/2012 Αρμ 2013.735) καθώς και να προσδιορίσει το επί της κληρονομιάς ποσοστό, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του, και για τον υπολογισμό αυτού, τα περιουσιακά στοιχεία - ως και την αποτίμηση του σε χρήμα - τα οποία αποτελούν την κληρονομιά, και δη το είδος, την έκταση και την αξία καθενός, καθώς και την ιδιότητα τους ως κληρονομιαίων (ΑΠ 1440/2010 οπ). Όταν, όμως, ο διαθέτης δεν κατέλιπε τίποτε στον ενάγοντα ή αυτός αποποιήθηκε ενοχική κληροδοσία και δεν προβάλλονται απ' αυτόν δωρεές εν ζωή του κληρονομουμένου καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα, χρέη και έξοδα κηδείας αυτού, δεν παρίσταται ανάγκη αποτιμήσεως της κληρονομιάς, αλλά ούτε και να αναφέρεται η αξία των καταλειφθέντων στον εναγόμενο συγκληρονόμο περιουσιακών στοιχείων (ΟλΑΠ 769/1970 ΝοΒ 19, 334, ΑΠ 721/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 948/2008 ΧΡΙΔ 2008, 142, ΕφΘεσ 2040/2012 οπ Εφ Θεσ 2472/1995 ΕλΔνη 1997, 1161) διότι με την αγωγή περί νόμιμης μοίρας, η οποία όπως προαναφέρθηκε, είναι η περί κλήρου αγωγή, ζητείται ορισμένο ποσοστό, κλάσμα της κληρονομιάς και δη επί όλων των υπαρκτών κληρονομιαίων αντικειμένων, είτε επί μερικών εξ αυτών

Με βάση δε τις διατάξεις αυτές στην εν λόγω αγωγή (περί νόμιμης μοίρας) ενάγων νόμιμα απαιτεί να είναι ο νόμιμος μεριδούχος, όταν αυτός ζητεί είτε τη νόμιμη μοίρα του ή τη συμπλήρωση της κατά το ελλείπον ποσοστό και εναγόμενος εκείνος που αξιώνει για τον εαυτό του κληρονομικό δικαίωμα και κατακρατεί την κληρονομιά ή αντικείμενο αυτής, ως κληρονόμος αδιάφορα αν πραγματικά πιστεύει του αξιουμένου απ' αυτόν κληρονομικού δικαιώματος (Εφ.Πατρ. 594/2007 ΑΧΑ NO Μ 2008, 287). Περαιτέρω, η περί κλήρου αξίωση μεταβιβάζεται ενεργητικά και στους κληρονόμους του αρχικού δικαιούχου (ορ. Α.Π. 1480/2001). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 Α.Κ., για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία, που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτόν στην κληρονομιά {πραγματική κληρονομική ομάδα), στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο, και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ηθικό καθήκον (ΟλΑΠ 1404/1984). Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, η αφαίρεση δε των χρεών έχει νόημα, μόνο εφόσον υπάρχουν και προστιθέμενες παροχές κατ' άρθρο 1831 παρ. 2 Α.Κ. ή εφόσον καταλείπεται η νόμιμη μοίρα με κληροδοσία (Απ. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδ. 2010, σελ. 551 αρ. 27), γ) στο ποσό που απομένει, μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν, κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση αυτή την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίσθηκε, θα εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) θα αφαιρεθεί η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής, που τυχόν έχει λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά, στ) αν προκύπτει ότι έχει καταλειφθεί σε αυτόν λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα του, θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή το υπόλοιπο από την παραπάνω αφαίρεση και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία (χωρίς αφαίρεση των παραπάνω χρεών και δαπανών) θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του (ΟλΑΠ 935/1975). Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό, το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, πέραν εκείνων που τυχόν είχαν καταλειφθεί σε αυτόν, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να συμπληρωθεί ή ληφθεί η νόμιμη μοίρα του. Στην περίπτωση της μη καταλείψεως στο μεριδούχο κάποιου περιουσιακού στοιχείου με παροχή εν ζωή ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, δεν γίνεται αποτίμηση της κληρονομιάς και ως εκ τούτου δεν έχουν θέση τα προρρηθέντα περί υπολογισμού της νόμιμης μοίρας, κατά τα άρθρα 1831, 1833 και 1834 Α.Κ. (ΟλΑΠ 769/1970 ΝοΒ 19.334,ΑΠ 1029/2014, ΑΠ 1440/2010, ΑΠ 64/2006, ΕΠειρ 262/2016, ΕΑ 4230/2015, ΕΘ 33/2014 ΑΡΜ 2015.29, ΕΑ 1432/2007, ΕΑ 2238/2003 ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδ. 2010 σελ. 544 αρ. 7, σελ. 551 αρ. 27, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, εκδ. 1995, τόμος Β, σελ. 84), διότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό επί κάθε υπαρκτού κληρονομιαίου στοιχείου (Μπαλής, Κληρονομικό Δίκαιο, παρ. 148, σελ. 217).

Τέλος, εάν ο εναγόμενος, αμυνόμενος στην περί κλήρου αγωγή περί απόδοσης της νόμιμης μοίρας, ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση (Α.Π. 1440/2010 ΝΟΜΟΣ). Κατά δε το άρθρο 1832 παρ. 1 Α.Κ., η αξία της κληρονομιάς, εφόσον είναι αναγκαία, βρίσκεται «με εκτίμηση». Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς «με εκτίμηση» σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση και η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία (ορ.Α.Π. 507/2014, Α.Π. 1233/2009, Εφ.Θρακ. 27/2015 ΝΟΜΟΣ)…»  

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Διαζύγιο με στοιχεία αλλοδαπότητας – Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων



Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 664/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

Με την έναρξη ισχύος του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 «περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας», ο οποίος ρυθμίζοντας τα ίδια ζητήματα, κατήργησε τον Κανονισμό 1347/2000 και άρχισε να εφαρμόζεται από 1-3-2005, επέρχεται μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνέπραξαν στην αποδοχή του, υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου από τις διατάξεις του. Περιορισμοί σε αυτήν υφίστανται μόνο στα πλαίσια που καθορίζει ο ίδιος ο Κανονισμός. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3§1 του ανωτέρω Κανονισμού δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους (πλην της Δανίας): α) στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται: (ί) η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή (ίί) η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων, εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, ή (ίίί) η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή (ίν) σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή (ν) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή (νί) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι είτε υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, έχει εκεί "domicile" (κατοικία), β) της ιθαγένειας των δύο συζύγων ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, του "domicile" (κατοικία) των δύο συζύγων. Συνήθης διαμονή, κατά τον ορισμό του ΔΕΚ, είναι ο τόπος, όπου το πρόσωπο έχει ορίσει, με σταθερό χαρακτήρα, το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των ενδιαφερόντων του, προκειμένου δε να καθοριστεί αυτή πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά συστατικά στοιχεία. Η συνδρομή ενός των κριτηρίων σχετικά με την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και δεν χωρεί, λόγω της ιδιομορφίας των γαμικών διαφορών, ρητή ή σιωπηρή παρέκταση (ΕφΑΘ 2712/2011 ΕλλΔνη 2012,799, ΕφΘεσ 1377/2014 ΕΠολΔ 2014,738, ΕφΘεσ 1689/2005 Αρμ 2005,1782, ΠΠΑθ 1630/2013 Αρμ 2014,1561, Το Διαζύγιο και οι Συνέπειες του στις Οικογενειακές Έννομες Σχέσεις, Ε.NO.Β.Ε, 2016 [Βασίλειος Κούρτης, Διεθνής Δικαιοδοσία και Εφαρμοστέο Δίκαιο στο Διαζύγιο κατά τους Κανονισμούς 2201/2003 («Βρυξέλλες Μα») και 1259/2010 (Ρώμη III»)], Αρβανιτάκη/Βασιλακάκη (-Κράνη), ΕρμΕΚ (1)-ΚανΒρ ΙΙα, 2016, σελ. 15, άρθρο 3, αρ. 1 -3, 14, 22 και 33, σελ. 50 - 52, 57- 58, 62 και 71, αντίστοιχα, Ε. Κιουπτσίδου, Ζητήματα των κανονισμών 2201/2003 και 1347/2000 της 2 ο / 464 / 2017 Συμβουλίου της ΕΚ σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και αναγνώριση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές, ΕλλΔνη 2005,653, Εισήγηση Ε. Κιουπτσίδου για τη Διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές βάσει του 1347/2000 Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΚ, Αρμ 2001,1648, Ε. Βασιλακάκη, Ζητήματα εφαρμογής του Κανονισμού 2201/2003 σε θέματα διεθνούς δικαιοδοσίας, ΧρΙΔ 2009,193 επ.). Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (EE) 1259/2010 του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2010 για τη θέσπιση της ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό (Κανονισμός Ρώμη IIIσκοπήθηκε ο καθορισμός κανόνων σύνδεσης στα συμμετέχοντα κράτη μέλη σε σχέση με το διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό. Σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτό, ο οποίος εφαρμόζεται μεταξύ των συμμετεχόντων στην ενισχυμένη συνεργασία κρατών μελών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, όπου ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται μόνο όσον αφορά αγωγές που υποβάλλονται και στις συμφωνίες κατά την έννοια του άρθρου 5 αυτού που συνάπτονται από τις 29-7-2015, δυνάμει της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Ιανουαρίου 2014 που επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της Ελλάδας σε ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό (2014/39/ΕΕ), οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν με κοινή συμφωνία το δίκαιο που θα είναι εφαρμοστέο σε περίπτωση διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι ένα από τα ακόλουθα δίκαια και δη α) το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή β) το δίκαιο του κράτους της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή γ) το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας ενός εκ των συζύγων κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (άρθρο 5 παρ. 1 Κανονισμού). Κατά το άρθρο 8 του ίδιου Κανονισμού, εξάλλου, ελλείψει επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 5, το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους α) της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής, β) της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την υποβολή αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής, γ) της ιθαγένειας των δύο συζύγων κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο, ή, ελλείψει αυτής, δ) του επιληφθέντος δικαστηρίου. Εξάλλου, το άρθρο 1 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού προσθέτει ότι αυτός εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση δικαίων. Το νέο, δηλαδή, αυτό νομοθέτημα αφορά αποκλειστικά σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, αρκεί δε ο διεθνής χαρακτήρας του γάμου, η λύση του οποίου επιδιώκεται, με την έννοια ότι αρκεί οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο είναι πιθανό να δώσει στην κατάσταση διακρατικό χαρακτήρα, είτε λόγω των προσωπικών συνθηκών των συζύγων είτε λόγω των αντικειμενικών χαρακτηριστικών της σχέσης τους, ώστε ένα διαζύγιο μεταξύ συζύγων με διαφορετική ιθαγένεια είναι εξίσου διακρατικό με ένα διαζύγιο μεταξύ συζύγων με κοινή ιθαγένεια που ζουν σε ένα άλλο κράτος μέλος από αυτό της ιθαγένειας τους, ουδόλως δε επηρεάζεται το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού από τον ενδεχομένως εσωτερικό χαρακτήρα της λύσης του γάμου (βλ. σχετ. Α. Αρχοντάκη, Ο Κανονισμός Ρώμη III, Κανονισμός 1259/2010 του Συμβουλίου της 20ης.12.2010, ΕφΑΔ 2014,11). Εξάλλου, το άρθρο 4 του Κανονισμού (EE) 1259/2010 περιλαμβάνει τη ρήτρα περί οικουμενικής ή (καθολικής) εφαρμογής. Έτσι, το καθοριζόμενο από τον ΚανΡΙΙΙ δίκαιο, δηλαδή είτε το δίκαιο που επέλεξαν οι σύζυγοι (άρθρο 5), είτε ελλείψει επιλογής, το δίκαιο που προσδιόρισε βάσει αντικειμενικών κανόνων το forum, εφαρμόζεται ακόμα και αν δεν πρόκειται για δίκαιο συμμετέχοντος κράτους μέλους (Προοίμιο, αιτιολογική σκέψη 12). Αλλά μπορεί να είναι το δίκαιο ενός από τα κράτη μέλη της Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην εφαρμογή του ΚανΡΙΙΙ ή το δίκαιο τρίτης χώρας. Επίσης, εφαρμόζεται σε όλες τις αγωγές διαζυγίου με στοιχείο αλλοδαπότητας, για τις οποίες είναι αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΚανΡΙΙΙ, ανεξαρτήτως εάν οι σύζυγοι είναι αμφότεροι πολίτες μη συμμετέχοντος κράτους μέλους ή τρίτης χώρας. Παρέπεται ότι, ο ΚανΡΙΙΙ αντικαθιστά πλήρως τους εθνικούς κανόνες καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό των συμμετεχόντων στον εν λόγω Κανονισμό κρατών μελών. Ως προς το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, αντικαθιστά το άρθρο 16 ΑΚ, που περιλάμβανε τους κανόνες συνδέσεως, για το διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό {Το Διαζύγιο και οι Συνέπειες του στις Οικογενειακές Έννομες Σχέσεις, Ε.NO.Β.Ε, 2016 [Βασίλειος Κούρτης, Διεθνής Δικαιοδοσία και Εφαρμοστέο Δίκαιο στο Διαζύγιο κατά τους Κανονισμούς 2201/2003 («Βρυξέλλες ΙΙα») και 1259/2010 (Ρώμη III»)]}.





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/



Δημόσιο ή ιδιωτικό (κλειστό) προφίλ στο Facebook ;



Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 188/2019 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

“…Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος από τη φύση του ανοικτός, χωρίς σύνορα και κεντρική διακυβέρνηση, προσιτός σε οποιονδήποτε, παντού στον κόσμο (Π. Κιόρτση, Η λογοκρισία και η ελευθερία της έκφρασης στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, ΤοΣ 2013, σελ. 589), η δε χρήση των νέων μέσων επικοινωνίας εμπλέκει τη δημιουργία νέων μορφών δράσης και αλληλεπίδρασης, νέα είδη κοινωνικών σχέσεων και νέους τρόπους συσχέτισης προς τους άλλους και τον εαυτό μας (βλ. Λ. Μήτρου, σε Λ. Μήτρου/Α.-Μ. Πισκοπάνη/Σ. Τάσση/Μ. Καρύδα/Σ. Κοκολάκη, Facebook, blogs και δικαιώματα, 2013, σελ. 10). Ειδικότερα, το «facebook» είναι μια δημοφιλής ηλεκτρονική υπηρεσία (ιστοσελίδα) κοινωνικής δικτύωσης στον παγκόσμιο ιστό (world wide web). Ο χρήστης του «facebook», αφού πρώτα εγγραφεί στην υπηρεσία μέσω μια απλής διαδικασίας και αποκτήσει την προσωπική του σελίδα δημιουργώντας το προσωπικό του προφίλ, μπορεί να επικοινωνεί μέσω μηνυμάτων με τις επαφές του, να ειδοποιεί αυτούς όταν ανανεώνει τις προσωπικές πληροφορίες του, να δημιουργεί καινούργιες σχέσεις ή να συγκροτεί ομάδες κοινού ενδιαφέροντος. Ο χρήστης του «facebook» έχει τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας τις επιλογές απορρήτου της εν λόγω υπηρεσίας, να παρέχει απεριόριστη πρόσβαση των άλλων χρηστών του διαδικτύου στα περιεχόμενα της προσωπικής του σελίδας ή να περιορίζει αυτήν (την πρόσβαση) μόνο στους ορισμένους από αυτόν ως «φίλους» του. Ειδικότερα η λειτουργία του «facebook», σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στους παραδοσιακούς ιστοτόπους (websites) ενημέρωσης, οι οποίοι δημοσιεύουν τις εκάστοτε πληροφορίες στις ιστοσελίδες τους (webpages), στηρίζεται στις καταχωρήσεις/αναρτήσεις του κατόχου του εκάστοτε λογαριασμού και στις απαντήσεις αυτών που τον επισκέπτονται είτε ως απλοί χρήστες του διαδικτύου είτε ως «φίλοι» του διαχειριστή, οι οποίοι με τη σειρά τους αναρτούν κείμενα, σχόλια ως απάντηση σε προηγούμενα σχόλια του κατόχου ή άλλων χρηστών, φωτογραφίες, ζεύξεις (links) που παραπέμπουν σε άλλες ιστοσελίδες, blogs, ή σελίδες χρηστών του «facebook». Έτσι, με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται οι συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων μεταξύ του κατόχου και των αναγνωστών. Επομένως, το «facebook» ως υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης είναι διαδραστικό μέσο και στο σημείο αυτό διαφέρει από τις ιστοσελίδες που διατηρούν τα μέσα ενημέρωσης στο διαδίκτυο, διότι η διαμόρφωση του περιεχομένου του δεν αποφασίζεται μόνο από τον κύριο και τους δημοσιογράφους του μέσου ενημέρωσης, αλλά, αφενός μεν από τον ίδιο τον κάτοχο-διαχειριστή του λογαριασμού, αφετέρου δε από όλους τους χρήστες του διαδικτύου, οι οποίοι είναι αναγνώστες όσων αναρτώνται στον αντίστοιχο κάθε φορά ηλεκτρονικό χώρο. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, ο σκοπός της δημιουργίας και ο προορισμός των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, όπως εν προκειμένω αυτή του «facebook» δεν είναι η διάδοση πληροφοριών με σκοπό τη μαζική ενημέρωση, αλλά η ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, σκέψεων και αναλύσεων, μέσω ενός μηχανισμού δυναμικής επικοινωνίας και με τη χρήση ενός μέσου, που λόγω της φύσεως του έχει μεν πράγματι ως άμεσο και αναγκαίο επακόλουθο να καθίσταται το περιεχόμενό του (αναρτήσεις, σχόλια, φωτογραφίες κλπ.) προσβάσιμο σε περιορισμένο (κατόπιν επιλογής του κατόχου-διαχειριστή) ή απεριόριστο αριθμό ατόμων, δίχως όμως αυτό να αποτελεί τον αυτοσκοπό του διαχειριστή και κατόχου τους καθώς και των αναγνωστών τους (ΠΠρΑΘ 1122/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ - βλ. επίσης Α.-Μ. Πισκοπάνη, Η προστασία της ιδιωτικότητας των χρηστών του Facebook, ΔιΜΕΕ 2009, 338 επ. και Η ίδια, Η ελευθερία της έκφρασης στο ιδιωτικοποιημένο δημόσιο δίκτυο του Facebook, σε Λ. Μήτρου/Α.-Μ. Πισκοπάνη/Σ. Τάσση/Μ. ΚαρύδαΙΣ. Κοκολάκη, Facebook, blogs και δικαιώματα, 2013, σελ. 19 επ.). Τέλος, «ανεβάζοντας» οποιαδήποτε πληροφορία που μας αφορά σε μια υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook ουσιαστικά δημοσιεύουμε προσωπικά μας δεδομένα στο Διαδίκτυο. Στην Ελλάδα, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει ειδική νομοθεσία που προστατεύει τα άτομα από την ανεξέλεγκτη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είναι ο αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας στην Ελλάδα (νόμοι 2472/1997 και 3471/2006). Βασικός κανόνας της διαχείρισης από τρίτον προσωπικών μας δεδομένων για έναν συγκεκριμένο σκοπό είναι η προγενέστερη συγκατάθεση του ατόμου. Αυτό αποτελεί και τη συνήθη περίπτωση κατά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο και σημαίνει πρακτικά ότι πρέπει ο φορέας του προστατευόμενου αγαθού να έχει δηλώσει άμεσα ή έμμεσα ότι συναινεί στην επεξεργασία, αφού προηγουμένως έχει ενημερωθεί ακριβώς για το ποιος είναι αυτός που θέλει να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα του (ή αλλιώς ο «υπεύθυνος επεξεργασίας»), για ποιον λόγο θέλει να τα χρησιμοποιήσει, ποια στοιχεία θέλει να αποκτήσει και σε ποιους θα τα διαβιβάσει. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις (π.χ. η επεξεργασία των δεδομένων μας κάποιες φορές επιβάλλεται από νόμο ή αποτελεί έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας, οπότε και επιτρέπεται να γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση μας). Οι εξαιρέσεις αυτές ορίζονται ρητά στους νόμους για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (αρθ. 340 ΚΠολΔ), μη λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθεισών μετ` επικλήσεως από την εφεσίβλητη-ενάγουσα αποτυπωμένων σε έγγραφο προσωπικών πληροφοριών που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο στο μέσον κοινωνικής δικτύωσης facebook από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, διότι δεν προκύπτει εάν το προφίλ που εκείνος διατηρεί είναι δημόσιο (δηλαδή «ανοικτό» προς όλους) ή προσβάσιμο σε περιορισμένο αριθμό «φίλων», ούτε εάν υπάρχει η συναίνεσή του για την επεξεργασία τους και ως εκ τούτου πρόκειται για απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα (πρβλ. ΑΠ 996/2010, ΑΠ 981/2009, ΕφΛαρ346/2015, ΕφΘεσ 389/2002 στη ΝΟΜΟΣ)..."





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/




Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Κέντρο Διαρκούς Επιμόρφωσης, Κατάρτισης και Δια Βίου Μάθησης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών



Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2020  το ΔΣ του ΔΣΑ αποφάσισε τη σύσταση Κέντρου Διαρκούς Επιμόρφωσης, Κατάρτισης και Δια Βίου Μάθησης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως διακριτό νομικό πρόσωπο.

Η σύσταση του Κέντρου θα συμβάλλει, σε αρμονία με τα κρατούντα σε όλους τους ευρωπαϊκούς Δικηγορικούς Συλλόγους, στην ουσιώδη αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, κατάρτισης και επιμόρφωσης και θα επιτρέψει την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων που είναι αναγκαίες ή χρήσιμες για την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.

Παράλληλα, θα δοθεί η δυνατότητα, παροχής συστηματικής και υψηλού επιπέδου κατάρτισης για συγκεκριμένες δραστηριότητες, σε επιμέρους νομικά αντικείμενα.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/



Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

Αποζημίωση προσώπου που φυλακίσθηκε και αθωώθηκε αμετάκλητα



Παρατίθεται απόσπασμα της υπ.αρ. 129/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών δημοσιευμένης στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών του ΔΣΑ

«… Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 533-537 ΚΠΔ, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου και γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας. Επίσης, αποζημίωση δικαιούνται όσα από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρήθηκαν μετέπειτα με ποινή μικρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισαν αρχικά (άρθρο 533 § 1). Το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάστηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησης (άρθρο 535). Σχετικά με την υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν (άρθρο 536 § 1). Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των οκτώ ευρώ και ογδόντα λεπτών (8,80) ούτε ανώτερη των είκοσι εννέα (29) ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (άρθρο 536 § 2). Εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα την αίτηση του για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 537 § 1). Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προσωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Η παραπάνω προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως (άρθρο 537 § 2).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, με την από 8-6-2016 αίτηση του, που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών στις 10-6-2016, ζητεί να αναγνωριστεί έναντι του Δημοσίου το δικαίωμα αποζημίωσης του ιδίου, ύψους 11.914,882 ευρώ, για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη για τον λόγο ότι κρατήθηκε προσωρινά, επί χρονικό διάστημα 406 ημερών, και εν συνεχεία αθωώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. …/3-6-2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την ως άνω αθωωτική απόφαση για την υπόθεση, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης στο ακροατήριο την 3-6-2016, με την επισήμανση ότι η εκδίκαση της ένδικης αίτησης γίνεται μετά το αμετάκλητο της αθωωτικής απόφασης, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 18-6-2018 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό με την ακρόαση του αιτούντος και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά του αιτούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της αγοράς, κατοχής και διαμεσολάβησης, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, και της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, που φέρονταν ως διαπραχθείσες από αυτόν στην Αμαλιάδα, στην ευρύτερη περιοχή των Νομών Ηλείας, Μεσσηνίας και Λακωνίας, καθώς και σε άλλα μέρη της ελληνικής επικράτειας, από τις αρχές Οκτωβρίου 2014 μέχρι την 4η-12-2014. Ο ανωτέρω κρατήθηκε προσωρινά από 23-4-2015, δυνάμει του υπ' αριθμ…. ./2015 εντάλματος προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, εν συνεχεία, πριν τη συμπλήρωση εξαμήνου, διατάχθηκε η εξακολούθηση της προσωρινής του κράτησης για ένα ακόμη εξάμηνο, δυνάμει του υπ' αριθμ. …./2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, και ακολούθως διατάχθηκε η παράταση της προσωρινής κράτησης αυτού, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης των 18 μηνών. Τελικώς, με την υπ' αριθμ. …../3-6-2016 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ο κατηγορούμενος απηλλάγη αμετακλήτως των προαναφερθεισών κατηγοριών, και αποφυλακίσθηκε την ίδια ημέρα. Συνεπώς, κρατήθηκε προσωρινά επί χρονικό διάστημα 406 ημερών. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψε ότι ο αιτών, ο οποίος ευθύς εξ αρχής αρνούνταν κατηγορηματικά την οποιαδήποτε εμπλοκή του στις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις, έγινε από πρόθεση παραίτιος της προσωρινής του κράτησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω, κατά τον χρόνο της σύλληψης του, ήταν ... ετών, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, ηλικίας τότε ... και ... ετών, αντίστοιχα, και εργαζόταν ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου … Καλαμάτας, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 780 ευρώ. Μετά τη σύλληψη και την προσωρινή του κράτηση, τέθηκε σε αργία και ελάμβανε μέρος μόνο του μισθού του, ύψους 240 ευρώ περίπου, χωρίς μέχρι σήμερα να του καταβληθεί το υπόλοιπο μέρος των μηνιαίων αποδοχών του, είναι δε εξαιρετικά αμφίβολο εάν τελικώς θα επιτύχει την καταβολή του σε αυτόν. Τέλος, η στέρηση της ελευθερίας του επί χρονικό διάστημα 406 ημερών, του προκάλεσε έντονη ψυχική ταλαιπωρία και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης. Με βάση όλα τα ανωτέρω, ο αιτών, ως προσωρινά κρατηθείς που αθωώθηκε αμετάκλητα με απόφαση δικαστηρίου, χωρίς να έχει καταστεί από πρόθεση παραίτιος της προσωρινής του κράτησης, έχει δικαίωμα, κατ' άρθρο 533 § 1 περ. α' ΚΠΔ, να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση για τις 406 ημέρες της προσωρινής του κράτησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον τελευταίο κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, το ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ την ημέρα και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων ενενήντα (6.090) ευρώ (15 ευρώ/ημέρα Χ 406 ημέρες). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό…»



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/




Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

Υποχρεωτική η διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης από τον Εισαγγελέα



Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ. αρ. 498/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«… Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 4531/2018, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με τα οποία τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αποφαίνονται αμετακλήτως, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από την πρώτη των άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και αυτός της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 αριθ. 1).

Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμό έκθεσης .../08-11-2018 για αναίρεση του υπ' αριθμό 180/08-10-2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, το οποίο απέρριψε την με αριθμό πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων …/28-6-2018 αίτηση του κατηγορουμένου, …. του ...., κατοίκου ... περί ακύρωσης της ποινικής δίωξης και της παραπομπής του στο ακροατήριο επί της υπ' αρ. ΑΒΜ: …./2015 δικογραφίας και επιστροφής της υπόθεσης στο στάδιο της κατά το άρθρο 11 επ. του Ν. 3500/2006 ποινικής διαμεσολάβησης ενώπιον του Εισαγγελέως για απόλυτη ακυρότητα έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός μηνός από την έκδοσή του, στις 08-10-2018. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4531/2018) και 6 παρ. 1 του N. 3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", "Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα. 2, α. οικογένεια ή κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. (6 παρ. 1). Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νομοθετήματος, σκοπός του είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας, στη βάση των αρχών της ελευθερίας, της αυτοδιαθέσεως και της αξιοπρέπειας του ατόμου, ώστε να ενισχυθεί η αρμονική συμβίωση των προσώπων στο πλαίσιο της οικογένειας, θύματα του φαινομένου αυτού είναι πρωτίστως οι γυναίκες, αλλά και οι ανήλικοι, οι υπερήλικοι, καθώς και οι ανάπηροι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 11 του Ν. 3500/2006 αναφέρεται στις προϋποθέσεις της ποινικής, διαμεσολάβησης: "1. Στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα διαμεσολάβησης κατά τη διαδικασία των επόμενων. 2 Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά: α) να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. Για την υπόσχεση αυτή συντάσσεται έκθεση κατά τα άρθρα 148 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. β) να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό - θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράμματος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της παρακολούθησής του. Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σε αυτό, αναλυτικά, το αντικείμενο του συμβουλευτικού - θεραπευτικού προγράμματος και ο αριθμός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της παρακολούθησης του προγράμματος εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 13. γ) να άρει ή να αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα". Ακόμη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ίδιου νόμου "1. Αν σε βάρος του υπαιτίου κινηθεί η διαδικασία των άρθρων 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ποινική διαμεσολάβηση επιτρέπεται μόνον εφόσον το δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διαδικασία χωρεί κατά τις παραγράφους 3 έως 6 του παρόντος άρθρου. Το δικαστήριο που αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το πρώτο εδάφιο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν στον υπαίτιο περιοριστικοί όροι κατά το άρθρο 18 του παρόντος νόμου. 2. Αν σε βάρος του φερόμενου ως δράστη ενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ο εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια α) μπορεί να διατάσσει τη διενέργεια ιατρικής άλλη ενέργεια: πραγματογνωμοσύνης στο φερόμενο ως θύμα, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα της καταγγελίας για την σε βάρος του τέλεση της πράξεως, β) εξετάζει ο ίδιος κάθε μάρτυρα που προτείνεται, καθώς και τα πρόσωπα της οικογένειας ή παραγγέλλει την εξέταση αυτών από τους αρμόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους, και γ) καλεί το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση της πράξεως να παράσχει στον ίδιο ή στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο εξηγήσεις υπό τους όρους του άρθρου 31 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Αν ο παρέχων εξηγήσεις δεν υποβάλει ο ίδιος, ή μέσω του συνηγόρου του, την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 δήλωση περί ποινικής διαμεσολάβησης, καλείται, προς τούτο, από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να λάβει προθεσμία τριών ημερών για να απαντήσει. 4. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι θετική, ο εισαγγελέας ενημερώνει τον παθόντα ή τον συνήγορό του για την κατά τα ανωτέρω δήλωση του ενδιαφερομένου και, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα, παρέχεται στον παθόντα προθεσμία, το πολύ τριών ημερών, για να δηλώσει αν δέχεται τη διαμεσολάβηση. 5. Αν η απάντηση του παθόντος είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει ή δεν επέλθει συμφωνία ως προς τους όρους της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 11, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παθόντος είναι θετική, ο εισαγγελέας με διάταξή του θέτει τη δικογραφία σε ειδικό αρχείο της εισαγγελίας. Κατά της διατάξεως αυτής δεν χωρεί προσφυγή. 6. Αν τα πρόσωπα στα οποία αποδίδεται η τέλεση της πράξης είναι περισσότερα, για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης απαιτείται μεταξύ τους συμφωνία. Το ίδιο ισχύει και αν η φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη αφορά περισσότερα θύματα. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία κατά τα προηγούμενα εδάφια, η διαμεσολάβηση δεν είναι δυνατή. 7. Η συμφωνία των διαδίκων μερών για την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 του παρόντος έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης μπορεί να υποβληθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα και με σχετικό πρακτικό εκ μέρους των συνηγόρων τους.".
Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του ίδιου ως άνω νόμου "1. Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης καταχωρίζεται σε ειδική μερίδα στο δελτίο ποινικού. μητρώου και τηρείται για χρονικό διάστημα ίσο προς τον εκ του νόμου προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής του εγκλήματος στο οποίο αφορά. 2. Αν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά. 3. Η διαπιστούμενη από τον εισαγγελέα υπαίτια μη ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης διακόπτει τη διαδικασία και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, η δε ποινική διαδικασία συνεχίζεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να επιτρέπεται πλέον η υποβολή νέου αιτήματος για ποινική διαμεσολάβηση. 4. Ενόσω διαρκεί η διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, τελεί σε εκκρεμοδικία η πράξη στην οποία αυτή αφορά. Η άσκηση ποινικής δίωξης για πράξη για την οποία εξαλείφθηκε η ποινική αξίωση της πολιτείας, λόγω ολοκληρώσεως της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης, είναι απαράδεκτη. Η παραγραφή της πράξης αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης. 5. Η άρνηση ενός εκ των διαδίκων μερών να δεχθεί τη διαμεσολάβηση ή η αποτυχία ολοκληρώσεώς της, για οποιαδήποτε αιτία, δεν επάγονται σε βάρος αυτών καμία αρνητική ουσιαστική ή δικονομική συνέπεια στην ποινική δίκη που επακολουθεί....".
Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίσθηκε ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης σε συμμόρφωση της Χώρας προς την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 15.3.2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες. Αφετηρία της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι είτε η έναρξη της προκαταρκτικής εξετάσεως, μετά από έγκληση του παθόντα ή καταγγελία τρίτου, είτε η κίνηση της διαδικασίας του αυτοφώρου. Πρώτη ενέργεια του Εισαγγελέα είναι η διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολαβήσεως. Αρχικώς πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα διάδικα μέρη θα συμφωνήσουν να συνδιαλλαγούν, διαφορετικά η ποινική διαδικασία θα ακολουθείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3500/2006 και τους σκοπούς στους οποίους ο νόμος αυτός αποβλέπει, προκύπτει ότι η προηγούμενη διερεύνηση από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολαβήσεως, πριν ακολουθήσει την ποινική διαδικασία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, έχει αναχθεί από τον νόμο σε ειδική δικονομική προϋπόθεση, για την έγκυρη άσκηση της προβλεπόμενης επί των ανωτέρω παραβάσεων ποινικής διώξεως. Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 β ΚΠΔ), η οποία αφορά την προδικασία και πρέπει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 Κ ΠΔ, να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή (Πρβλ. ΑΠ 621/2014, ΑΠ 1465/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατόπιν της από 6-9-2017 εγκλήσεως της ...., κατοίκου ..., ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χανίων ποινική δίωξη σε βάρος του συζύγου της, .... με παραπομπή αυτού δι' απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης (άρθρα 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 και άρθρο 308 παρ. 1α ΠΚ) που φέρεται ότι τέλεσε στις 14-8-2015 και η υπόθεση προσδιορίστηκε προς εκδίκαση για τη δικάσιμο της 2-11-2018, χωρίς να ακολουθήσει η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε χωρίς την προηγούμενη διερεύνηση από τον αρμόδιο ως άνω Εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης με αποτέλεσμα η ασκηθείσα, κατά τα άνω, δίωξη να πάσχει από απόλυτη ακυρότητα. Ο κατηγορούμενος, .... με την υπ' αρ. .../28-6-2018 αίτησή του προσέφυγε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ισχυριζόμενος ότι της άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του δεν προηγήθηκε η επιβαλλόμενη από τον Ν. 3500/2006 διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης, με αποτέλεσμα η σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη να πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 β ΚΠΔ). Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Χανίων με το προσβαλλόμενο 180/2018 βούλευμά του, υιοθετώντας το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης, απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο, όπως και η προτείνουσα εισαγγελέας, ότι η παράλειψη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης από τον αρμόδιο εισαγγελέα δεν αποτελεί λόγο απόλυτης ακυρότητας. Δεν επιφέρει δηλαδή ακυρότητα της κίνησης της ποινικής δίωξης, κατά την έννοια του άρθρο 171 παρ. 1 β ΚΠΔ, ούτε επίσης καθιστά απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Ωστόσο, με την άσκηση ποινικής δίωξης χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία για της διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης, η οποία, κατά τα εκτεθέντα, αποτελεί ειδική δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ και ως εκ τούτου συντρέχει ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για απόλυτη ακυρότητα είναι ουσιαστικά βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη (άρθρα 485 παρ. 1, 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμό 180/08-10-2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα ποινική δίωξη…»




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

Δικαστική απόφαση για απαγόρευση βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb)



Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 16158/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«… Από τον συνδυασμό των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2, 3, 4, 5, 8, 13, 14 του Ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας δημιουργείται, κατά κύριο λόγο, χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος και παρεπόμενη, αναγκαστική συγκυριότητα, αποκτώμενη αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, των χρησιμευόντων σε κοινή χρήση των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση του νόμου, το έδαφος, οι αυλές, η στέγη (δώμα) κ.α. Έτσι, τόσο επί κάθετης συνιδιοκτησίας όσο και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 621/ 2013, ΑΠ 849/2013, ΑΠ 2228/2013 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο προσδιορισμός των προς κοινή χρήση μερών, συνεπαγομένων αυτοδίκαια συγκυριότητα, ως και τα επί αυτών δικαιώματα των ιδιοκτητών γίνεται είτε με συστατική πράξη της οριζοντίου ιδιοκτησίας είτε και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ αυτών και σε περίπτωση σιωπής τούτων, ρυθμίζεται από τις παρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 3741/1929, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 5 εδ. α' του Ν. 3741/1929, με το οποίο ορίζεται ότι έκαστος των συνιδιοκτητών δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων και να προβαίνει στην επισκευή και στην ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, ούτε να μεταβάλει τον συνήθη προορισμό αυτών. Επίσης, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι συνιδιοκτήτες μπορούν με συμβολαιογραφικώς καταρτιζόμενη σύμβαση, που υπόκειται σε μεταγραφή, να ρυθμίσουν τη χρήση κοινοκτήτου και κοινοχρήστου πράγματος, όπως επιθυμούν, στο πλαίσιο δε αυτής της ρύθμισης δεν αποκλείεται η επιφύλαξη της χρήσης κοινοχρήστου χώρου αποκλειστικώς υπέρ κάποιου ή κάποιων από αυτούς, με την έννοια ότι οι λοιποί συνιδιοκτήτες θα αποκλείονται της σύγχρησης του κατ' αρχήν προορισθέντος ως κοινοχρήστου χώρου (ΑΠ 131/2010, ΑΠ 303/2009, ΑΠ 984/2009, ΑΠ 1681/2008, ΑΠ 374/2003, ΑΠ 1305/2002, ΑΠ 759/2002 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Οι ενάγοντες, με την κρινόμενη α' αγωγή τους, ισχυρίζονται, ότι δυνάμει των αναφερομένων στο αγωγικό δικόγραφο συμβολαίων πώλησης ακινήτων, νομίμως μετεγγραμμένων, κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι τριών κατοικιών, που βρίσκονται σε συγκρότημα κατοικιών στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος…. του ομώνυμου Δήμου, του Νομού Χαλκιδικής. Ότι η εναγόμενη τυγχάνει, δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή τίτλου κυριότητας, κυρία όμορης κατοικίας του ίδιου ως άνω συγκροτήματος, όπως ειδικότερα το ακίνητο αυτό περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι το ανωτέρω αναφερόμενο συγκρότημα διέπεται από την καθοριζόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως νόμιμα τροποποιήθηκε, και Κανονισμού πολυκατοικίας (Ν. 3741/1929), που έχουν μεταγράφει νόμιμα, με βάση την οποία (σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) καθορίστηκαν οι κοινόκτητοι χώροι, καθώς και οι χώροι αποκλειστικής χρήσης ενός εκάστου συνιδιοκτήτη. Ότι η εναγόμενη, κατά παράβαση του Κανονισμού, προέβη σε καταχώρηση του ακινήτου της ως τουριστικής επιχείρησης - καταλύματος σε πάνω από 15 τουριστικούς επαγγελματικούς οδηγούς κρατήσεων και σχετικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο με το διακριτικό τίτλο «….», έλαβε ειδικό σήμα του EOT για τις εκμισθωμένες επιπλωμένες επαύλεις, το οποίο διαφημίζει σε όλους τους τουριστικούς καταλόγους κρατήσεων, και καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του έτους 2016 χρησιμοποιούσε τη διηρημένη ιδιοκτησία της ως τουριστικό κατάλυμα. Ότι η κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) του συγκροτήματος, που αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κεφαλαίου Β' του ως άνω Κανονισμού κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, είναι μόνιμα κατειλημμένη από τους πελάτες της εναγομένης, αποκλείοντας τους ενάγοντες από την ελεύθερη χρήση αυτής. Ότι σε καθημερινή βάση οι πελάτες της εναγομένης οργάνωναν εκδηλώσεις, μη σεβόμενοι τις ώρες κοινής ησυχίας, υπήρχε οχλαγωγία λόγω των συναθροίσεων τους σε χώρους της αποκλειστικής της χρήσης αλλά και σε κοινόχρηστους χώρους, με κατανάλωση αλκοόλ, με φωτιές και με αλόγιστη χρήση ψησταριάς αλλά και επικίνδυνη για το λόγο ότι το συγκρότημα βρίσκεται πλησίον δασικής περιοχής. Ότι πρέπει να καταπέσουν σε βάρος της εναγομένης, στην οποία αφορούν οι παραβάσεις του Κανονισμού, ποινικές ρήτρες, συνολικού ποσού 4.400 ευρώ, για την παράνομη μετατροπή της χρήσης της κατοικίας της εναγομένης σε επαγγελματική χρήση, για τη μη γνωστοποίηση της εκμίσθωσης του ακινήτου της, για τη μη γνωστοποίηση και τήρηση του Κανονισμού στους οικιστές πελάτες της, για την κατάληψη της κοινόχρηστης πισίνας και τον αποκλεισμό των εναγόντων από τη χρήση αυτής, καταβαλλόμενες στο κοινό ταμείο του συγκροτήματος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφαλαίου Γʼ του Κανονισμού. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζητούν α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παύσει την προσβολή του Κανονισμού της Σύστασης και να απέχει από οποιαδήποτε σχετική προσβολή αυτών στο μέλλον και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παύσει και μην επαναλάβει την επαγγελματική χρήση της διηρημένης ιδιοκτησίας της ως τουριστικού καταλύματος και να περιοριστεί στη χρήση αυτής ως κατοικίας, να τους ενημερώσει για τυχόν παραχώρηση της ιδιοκτησίας της λόγω εκμίσθωσης, τέτοιας που δεν τείνει στην επιχειρηματική εκμετάλλευση του ακινήτου της, να ενημερώνει τον εκάστοτε φιλοξενούμενο της για τη χρήση που επιτάσσει ο Κανονισμός και η Σύσταση, να της επιβληθεί χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε παραβίαση της απόφασης που θα εκδοθεί, β) να καταπέσουν σε βάρος της οι ποινικές ρήτρες, ποσού 4.400 ευρώ για τις παραβιάσεις του Κανονισμού και των όρων της Σύστασης και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει το ως άνω ποσό των 4.400 ευρώ στο κοινό ταμείο του συγκροτήματος. Επίσης, ζητείται η κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής καθώς και η καταδίκη της εναγομένης στην καταβολή των εν γένει δικαστικών εξόδων των εναγόντων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο (καί άρθρα 17§3, 29§1 ΚΠολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον αφορά σε διαφορά (διένεξη) μεταξύ συνιδιοκτητών και συγκεκριμένα διαφορά που αφορά στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκάστου συνιδιοκτήτη, όπως αυτά πηγάζουν από τη συνδέουσα τους διαδίκους σχέση οροφοκτησίας, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά - άρθρα 591, 614 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διαλαμβανόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 907, 908, 946 παρ. 1 και 947 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. το με αριθμό …./27-8-2018 e-παράβολο).
Η εναγόμενη της α΄ αγωγής με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο πριν από την επί της ουσίας συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και επαναλαμβάνεται στις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις, αρνήθηκε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή, για την απόδειξη των οποίων υποχρεούνται, κατ' άρθρο 338 του ΚΠολΔ, οι ενάγοντες.
Κατά μεν το άρθρο 4 § 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, κανονίσουν τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δίδουν με καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να παίρνει για το κοινό συμφέρον, κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών της οικοδομής, κατά δε το άρθρο 9 του ν. 1562/1985 "Αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ' ορόφους ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυριών δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών. Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυριών μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όπου εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών να ρυθμίσουν τον τρόπο χρήσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της συνιδιοκτησίας και να καθορίσουν το ποσοστό συμμετοχής κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες αυτής, έστω και αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση θα ληφθεί από την παμψηφία των συνιδιοκτητών. Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυριών μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού, ενώ σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυριών η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού. Για να συμβεί όμως το τελευταίο αυτό, πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών και μόνο τότε. Έτσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά, ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του. Τούτο δε διότι ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά την αγορά της έλαβε υπόψη για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της και τη στάθμιση του συμφέροντος του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του. Άρα, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερομένο τρόπο τροποποίηση του κανονισμού, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο, που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 (βλ. σχετ. ΕΑ 4474/96 ΕλλΔνη 38.1919, ΕΑ 4554/1995 ΕΔΠ 1996.69, I. Κατρά: "Πανδέκτης Μισθώσεων και οροφοκτησίας" έκδ. 2000, παρ. 293 Γ, 297 Δ', I. Κωστόπουλο: "Προβλήματα που έχουν σχέση με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας και τον κανονισμό των πολυκατοικιών μετά το ν. 1562/1985" ΕΔΠ 1994 σελ. 161,163).
Η ενάγουσα, με την κρινόμενη β' αγωγή της, ισχυρίζεται, ότι δυνάμει του αναφερομένου στο αγωγικό δικόγραφο συμβολαίου πώλησης ακινήτου, νομίμως μετεγγραμμένου, κατέστη αποκλειστική κυρία μιας κατοικίας, που βρίσκεται σε συγκρότημα κατοικιών στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος…, του ομώνυμου Δήμου, του Νομού Χαλκιδικής. Ότι οι εναγόμενοι τυγχάνουν, δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή τίτλων κυριότητας, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου όμορων κατοικιών του ίδιου ως άνω συγκροτήματος, όπως ειδικότερα τα ακίνητα αυτά περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι το προαναφερόμενο συγκρότημα και οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών αυτού διέπονται από την με αριθμό …/2002 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, η οποία τροποποιήθηκε με την με αριθμό .../2002 πράξη της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου και από τον με αριθμό …/2002 κανονισμό λειτουργίας του συγκροτήματος της ιδίας Συμβολαιογράφου, πράξεις οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …Ότι η ίδια (ενάγουσα) εκμισθώνει την εξοχική της κατοικία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4179/2013, που αφορά στη μίσθωση τουριστικών επιπλωμένων επαύλεων, για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ότι οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα κατά την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου 2016 (πρώτη εβδομάδα διαμονής των μισθωτών) έκλεισαν για πρώτη φορά τον μηχανισμό καθαρισμού της πισίνας, με αποτέλεσμα αυτή να μετατραπεί σε έλος και να καθίσταται αδύνατη η χρήση της για το σκοπό που εξυπηρετεί. Ότι η πισίνα επαναλειτούργησε, αφού εκλήθη από την ενάγουσα και με έξοδα αυτής εξειδικευμένο συνεργείο, το οποίο προέβη στις απαραίτητες ενέργειες και επισκευές. Ότι ακολούθησαν και άλλες διακοπές της λειτουργίας της πισίνας κατά τον αυτό ως άνω τρόπο και, παρότι η ίδια (ενάγουσα) διαμαρτυρήθηκε για την επαναλαμβανόμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν και έκτοτε η πισίνα παραμένει με τους μηχανισμούς εκτός λειτουργίας σε ελώδη κατάσταση. Ότι ο μηχανισμός της πισίνας είναι εντός κυτίου, χωρίς κλειδαριά ασφαλείας και είναι δυνατό οποιοσδήποτε επιθυμεί να διακόπτει τη λειτουργία του. Για τους λόγους αυτούς ζητεί, όπως παραδεκτά διόρθωσε την αγωγή και περιόρισε το αίτημά της με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 223, 224 ΚΠολΔ) α) να αναγνωριστεί το δικαίωμά της να εκμισθώνει την κατοικία της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4179/2013, όπως αυτός αντικατασταθεί στο μέλλον ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού νομοθετικού διατάγματος υπάρχει ή πρόκειται να εκδοθεί και θα ρυθμίζει τις περιουσιακές μισθώσεις εξοχικών κατοικιών, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή του δικαιώματος της για χρήση των κοινοχρήστων χώρων και δη της πισίνας και να μην παρεμποδίζουν τη χρήση αυτής στην ίδια και στους εκάστοτε μισθωτές της κατοικίας της, γ) να απέχουν οι εναγόμενοι στο εξής από κάθε ενέργεια διακοπής της λειτουργίας των μηχανισμών της πισίνας ή αλλοίωσης καθ' οποιονδήποτε τρόπο της σωστής και εύρυθμης λειτουργίας της και να απέχουν γενικά από κάθε πράξη που συνιστά προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων της, δ) να αναγνωριστεί, στην περίπτωση κατά την οποία οι εναγόμενοι προκαλέσουν στο μέλλον εκ νέου τη διακοπή λειτουργίας καθαρισμού της πισίνας το εκ του άρθρου 945 ΚΠολΔ δικαίωμά της να επιχειρήσει η ίδια τον καθαρισμό της και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, για την παραπάνω περίπτωση, στην προκαταβολή της δαπάνης που απαιτείται για τον καθαρισμό και την επαναλειτουργία της πισίνας από το εξειδικευμένο συνεργείο της εταιρίας με την επωνυμία «…. A.Ε.-», που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ευρώ (1.300€), ε) να διαταχθεί η τοποθέτηση κλειδαριάς ασφαλείας στο κυτίο που φυλάσσεται ο παραπάνω μηχανισμός και η παράδοση του κλειδιού είτε στο σημερινό υπεύθυνο λειτουργίας του συγκροτήματος κ. …. άλλως στον εκάστοτε υπεύθυνο είτε σε έναν από τους συνιδιοκτήτες.
Επίσης, ζητείται η κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής καθώς και η καταδίκη των εναγομένων στην καταβολή των εν γένει δικαστικών εξόδων της ενάγουσας. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ ύλη και κατά τόπο (καί άρθρα 17§3, 29§1 ΚΠολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον αφορά σε διαφορά (διένεξη) μεταξύ συνιδιοκτητών και συγκεκριμένα διαφορά που αφορά στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκάστου συνιδιοκτήτη, όπως αυτά πηγάζουν από τη συνδέουσα τους διαδίκους σχέση οροφοκτησίας, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά - άρθρα 591, 614 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 5 περ. α' του ν. 3741/1929, 1002, 1117 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 945 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην του πρώτου αιτήματος, το οποίο τυγχάνει μη νόμιμο και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί. Ειδικότερα, από την ενδελεχή επισκόπηση του περιεχομένου του με αριθμό …./2002 Κανονισμού λειτουργίας του άνω συγκροτήματος της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης … προκύπτει ότι στο άρθρο 3 του Κεφαλαίου Γʼ ορίζεται ότι «Αποκλειστικός προορισμός χρήσης των διηρημένων ιδιοκτησιών είναι για κατοικίες θερινές ή χειμερινές, αποκλείοντας τη χρησιμοποίησή τους για οποιονδήποτε άλλο σκοπό», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφαλαίου ΣΤ' «Τροποποιήσεις του παρόντος Κανονισμού επιτρέπονται με απόφαση που λαμβάνεται παμψηφεί στο σύνολο των ψήφων». Επομένως, εφόσον ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεν εμφανίζει έλλειψη όσον αφορά στη χρήση και στον προορισμό των οριζοντίων ιδιοκτησιών των διαδίκων και ειδικότερα της κατοικίας της ενάγουσας της β' αγωγής, για την τροποποίηση της σχετικής διάταξής του δεν έχει εφαρμογή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας σκέψης διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985 αλλά ο σχετικός όρος του ιδίου αυτού κανονισμού (βλ. ΕΑ 4554/1995 ΕΔΠ 1996.69, ΕΑ4474/1996 ΕλλΔνη 38.1919), ο οποίος απαιτεί απόφαση της παμψηφίας των συνιδιοκτητών (Κεφάλαιο ΣΤ' , άρθρο 3 του Κανονισμού). Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίνεται παραδεκτή και νόμιμη, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατά την ουσιαστική βασιμότητά της.
Οι εναγόμενοι της β' αγωγής με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο πριν από την επί της ουσίας συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και επαναλαμβάνεται στις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις, αρνήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή, για την απόδειξη των οποίων υποχρεούται, και άρθρο 338 του ΚΠολΔ, η ενάγουσα.
Από την εκτίμηση απάντων των προσκομιζόμενων μετʼ επικλήσεως αποδεικτικών μέσων και στοιχείων και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του νομοτύπως εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα αποδείξεως, που περιλαμβάνεται στα με αριθμό 6.099/2018 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμάται καθʼ εαυτή και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, κατά το λόγο της γνώσης και κατά το μέτρο της αξιοπιστίας του μάρτυρα, επίσης από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, τις φωτογραφίες που προσκομίζονται από τους διαδίκους, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα (άρθρα 443, 444§3, 448§2, 457§4 ΚΠολΔ), επιπροσθέτως από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), από όσα οι διάδικοι ομολογούν είτε ρητώς είτε στο βαθμό που συνάγονται σιωπηρώς από το σύνολο των ισχυρισμών τους και κατά το μέτρο που δεν αρνούνται ειδικώς την αλήθεια ορισμένων πραγματικών ισχυρισμών σε συνδυασμό και με την εν γένει δικονομική συμπεριφορά τους (άρθρα 261, 352§1, 353 ΚΠολΔ) και από όλους τους λοιπούς εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων μερών, καθώς και από την εν γένει διαδικασία στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη στοιχεία για την υπόθεση τούτη: Οι ενάγοντες της α' αγωγής είναι ιδιοκτήτες τριών (3) κατοικιών σε συγκρότημα τεσσάρων (4) ισόγειων κατοικιών με υπόγειο, που ανεγέρθηκε στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος …., του ομώνυμου Δήμου, του Νομού Χαλκιδικής. Συγκεκριμένα, η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων είναι ιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της υπό στοιχείο 1 κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο χώρο, εμβαδού 49,59 τ.μ., και από ισόγειο όροφο, εμβαδού 49,59 τ.μ., με αναλογία επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων 25/100, δυνάμει του με αριθμό …../2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο …... στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ….. σε συνδυασμό με το με αριθμό ….../2002 συμβόλαιο (πράξη εξόφλησης), νομίμως μετεγγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο … στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό … Ως παρακολούθημα η ανωτέρω κατοικία έχει θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, εμβαδού 12 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό …../2002 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόντων είναι ιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της υπό στοιχείο 3 κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο χώρο, εμβαδού 49,59 τ.μ., και από ισόγειο όροφο, εμβαδού 49,59 τ.μ., με αναλογία επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων 25/100, δυνάμει του με αριθμό …./2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο ….στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό … Ως παρακολούθημα η ανωτέρω κατοικία έχει δύο (2) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με αριθμούς 5 και 6, εμβαδού 12 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό ……../2002 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Η πέμπτη και η έκτη των εναγόντων είναι ιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της υπό στοιχείο 4 κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο χώρο, εμβαδού 49,59 τ.μ., και από ισόγειο όροφο, εμβαδού 49,59 τ.μ., με αναλογία επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων 25/100, δυνάμει του με αριθμό …./2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης … που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο … στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … Ως παρακολούθημα η ανωτέρω κατοικία έχει δύο (2) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με αριθμούς 7 και 8, εμβαδού 12 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό …./2002 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Το εν λόγω συγκρότημα έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ με την με αριθμό .../2002 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ….., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …. και με αριθμό .., στη συνέχεια δε τροποποιήθηκε με την με αριθμό …./2002 πράξη της ως άνω Συμβολαιογράφου, η οποία επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. στον τόμο …..με αύξοντα αριθμό .... Με το με αριθμό …../2002 συμβόλαιο της πιο πάνω Συμβολαιογράφου συντάχθηκε ο Κανονισμός των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών του συγκροτήματος, με τον οποίο καθορίστηκαν οι σχέσεις και τα δικαιώματα τόσο των εκάστοτε ιδιοκτητών των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών όσο και των διαδόχων τους καθολικών και ειδικών, αποτελώντας ο ως άνω Κανονισμός αναπόσπαστο μέρος του τίτλου ιδιοκτησίας του καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Όλα τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω, η εναγόμενη της α' αγωγής είναι ιδιοκτήτρια της υπό στοιχείο 2 κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο χώρο, εμβαδού 49,59 τ.μ., και από ισόγειο όροφο, εμβαδού 49,59 τ.μ., με αναλογία επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων 25/100, δυνάμει του με αριθμό …./2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο …. στον τόμο …... και με αύξοντα αριθμό ... Ως παρακολούθημα η ανωτέρω κατοικία έχει δύο (2) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με αριθμούς 3 και 4, εμβαδού 12 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό …./2002 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη της α' αγωγής την 16 Σεπτεμβρίου 2014 έλαβε από την αρμόδια υπηρεσία του EOT ειδικό σήμα λειτουργίας μη κύριων τουριστικών καταλυμάτων με αριθμό μητρώου τουριστικών επιχειρήσεων (ΜΗΤΕ) …. σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 5 του Ν. 4179/2013 και σε αυτό αναγραφόταν η κατοικία της ως τουριστική επιπλωμένη έπαυλη ειδικού καθεστώτος, με υποχρέωση να εκμισθώνεται σε φυσικά πρόσωπα, ενιαία και όχι τμηματικά για περίοδο τουλάχιστον μίας εβδομάδας και όχι πέραν των τριών μηνών συνολικά ανά έτος. Επίσης, η εναγόμενη της α' αγωγής προέβη σε καταχώρηση του ακινήτου της ως τουριστικής επιχείρησης - καταλύματος σε πάνω από 15 τουριστικούς επαγγελματικούς οδηγούς κρατήσεων και σχετικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο με το διακριτικό τίτλο «…». Η τιμή για τη διαμονή στη «…» μεταβάλλεται ανάλογα με την περίοδο, τηρώντας τις κλίμακες χαμηλής και υψηλής περιόδου, όπως όλες οι τουριστικές επιχειρήσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του έτους 2016, όπως διαπίστωσαν οι ενάγοντες της α' αγωγής που χρησιμοποιούσαν τις παραθεριστικές τους κατοικίες, η κατοικία της εναγομένης της α' αγωγής χρησιμοποιούνταν από άγνωστο, μεγάλο αριθμό παραθεριστών, οι οποίοι εναλλάσσονταν σχεδόν ανά εβδομάδα. Η κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) του συγκροτήματος, που αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κεφαλαίου Β' του ως άνω Κανονισμού κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, ήταν μόνιμα κατειλημμένη από τους πελάτες της εναγομένης της α' αγωγής, αποκλείοντας τους ενάγοντες της α' αγωγής από την ελεύθερη χρήση αυτής. Σε καθημερινή βάση οι πελάτες της εναγομένης της α' αγωγής οργάνωναν εκδηλώσεις, μη σεβόμενοι τις ώρες κοινής ησυχίας, υπήρχε οχλαγωγία λόγω των συναθροίσεων τους σε χώρους της αποκλειστικής της χρήσης αλλά και σε κοινόχρηστους χώρους, με κατανάλωση αλκοόλ, με φωτιές και με αλόγιστη χρήση ψησταριάς αλλά και επικίνδυνη για το λόγο ότι το συγκρότημα βρίσκεται πλησίον δασικής περιοχής. Οι επισκέπτες των πελατών της εναγομένης της α' αγωγής, όταν δεν μπορούσαν να εισέλθουν από την πόρτα του συγκροτήματος, πηδούσαν από τα τοιχία της περίφραξης. Οι τελευταίοι δεν έκαναν λελογισμένη χρήση των κοινόχρηστων μερών και εγκαταστάσεων, εφόσον ήταν προσωρινοί παραθεριστές. Οι δε καλεσμένοι των πελατών της εναγομένης της α' αγωγής όχι μόνο έκαναν χρήση των κοινόχρηστων χώρων αλλά τις περισσότερες φορές διανυκτέρευαν. Επίσης, οι ομάδες ανθρώπων που έκαναν χρήση του ακινήτου της εναγομένης της α' αγωγής και των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος δεν γνώριζαν ότι δικαιούνται δύο μόνο συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να σταθμεύουν όπου επιθυμούσαν και πολλές φορές, για να αποφύγουν τον ήλιο, τοποθετούσαν τα αυτοκίνητά τους κάθετα στις γραμμές στάθμευσης, παραβιάζοντας τις αποκλειστικές χρήσεις των εναγόντων της α' αγωγής και παρακωλύοντας της δική τους στάθμευση. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη της α' αγωγής πληρώνει τους λογαριασμούς της κατοικίας της και επίσης παρέχονται και άλλες υπηρεσίες, πέραν μιας επιπλωμένης οικίας, όπως καθαριότητα στην κατοικία και στους κοινόχρηστους χώρους, κηπουρός για τους κοινόχρηστους χώρους, ίντερνετ, ασφάλεια, παροχή κλινοσκεπασμάτων, καθώς η κατοικία της εναγομένης της α' αγωγής στις φωτογραφίες των τουριστικών οδηγών και γραφείων εμφανίζεται πλήρως εξοπλισμένη και από λευκά είδη. Η εναγόμενη της α' αγωγής καθαρίζει πριν και μετά την έλευση του πελάτη. Η καθαριότητα της κατοικίας της προκύπτει και από την αυστηρή ώρα άφιξης και αναχώρησης. Παρέχει υποδοχή και παροχή τουριστικών οδηγιών και ξενάγησης, οργανώνει την έλευση και την αποχώρηση, ειδικά όταν υπάρχουν διαδοχικοί μισθωτές, οι οποίοι μπορούν να συνυπάρχουν την ίδια ημέρα. Η ενάγουσα της β' αγωγής (και εναγόμενη της α' αγωγής) ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι αυτής παράνομα και αυθαίρετα κατά την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου 2016 (πρώτη εβδομάδα διαμονής των μισθωτών) έκλεισαν για πρώτη φορά τον μηχανισμό καθαρισμού της πισίνας, με αποτέλεσμα αυτή να μετατραπεί σε έλος και να καθίσταται αδύνατη η χρήση της για το σκοπό που εξυπηρετεί, ότι η πισίνα επαναλειτούργησε, αφού εκλήθη από την ίδια (ενάγουσα της β' αγωγής) και με έξοδα αυτής εξειδικευμένο συνεργείο, το οποίο προέβη στις απαραίτητες ενέργειες και επισκευές, ότι ακολούθησαν και άλλες διακοπές της λειτουργίας της πισίνας κατά τον αυτό ως άνω τρόπο και, παρότι η ίδια διαμαρτυρήθηκε για την επαναλαμβανόμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων της β' αγωγής, οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν και έκτοτε η πισίνα παραμένει με τους μηχανισμούς εκτός λειτουργίας σε ελώδη κατάσταση και επίσης ότι, ο μηχανισμός της πισίνας είναι εντός κυτίου, χωρίς κλειδαριά ασφαλείας και είναι δυνατό οποιοσδήποτε επιθυμεί να διακόπτει τη λειτουργία του. Οι ισχυρισμοί αυτοί, πλην εκείνου της ύπαρξης του μηχανισμού της πισίνας εντός κυτίου χωρίς κλειδαριά ασφαλείας, ελέγχονται ως αβάσιμοι, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλες τις προσκομιζόμενες αποδείξεις. Τα ανωτέρω στοιχεία ενισχύονται και από το γεγονός ότι την εν λόγω πισίνα χρησιμοποιούσε άγνωστος αριθμός ανθρώπων και ότι το κλείσιμο του μηχανισμού συντήρησης της πισίνας θα προκαλούσε οικονομική ζημία των εναγόμενων της β' αγωγής, καθόσον η επαναλειτουργία της θα απαιτούσε την παρέμβαση εξειδικευμένου συνεργείου. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4276/2014 ορίζονται ως τουριστικές επιχειρήσεις εκείνες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τουρισμού, με πρώτη εξ αυτών τα τουριστικά καταλύματα. Στο άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου ορίζονται τα τουριστικά καταλύματα ως «τουριστικές επιχειρήσεις που υποδέχονται τουρίστες και παρέχουν σε αυτούς διαμονή και άλλες συναφείς προς τη διαμονή υπηρεσίες, όπως εστίαση, ψυχαγωγία, αναψυχή, άθληση» και περαιτέρω αυτά διακρίνονται σε κύρια και μη κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα. Στα μη κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα (άρθρο 1 παρ. 2 περ. β' Ν. 4276/2014) υπάγονται και τα αυτοεξυπηρετούμενα καταλύματα-τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις (βίλες) (υποπερίπτωση αα'), οι οποίες ορίζονται ως «μονοκατοικίες, επιφάνειας τουλάχιστον 80 τ.μ., που έχουν ανεξάρτητη εξωτερική προσπέλαση και παρουσιάζουν αυτοτέλεια οικοπέδου/γηπέδου και κτίσματος, δομούνται με όρους δόμησης κατοικίας, ενώ για την ίδρυση και λειτουργία των τουριστικών επιπλωμένων επαύλεων (βιλών) εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46 του Ν. 4179/2013. Στο τελευταίο άρθρο προβλέπεται ρητά ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κτήση του ειδικού σήματος λειτουργίας (ΕΣΛ) είναι οι τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις να παρουσιάζουν αυτοτέλεια οικοπέδου/γηπέδου και κτίσματος, αποτελούν δε μη κύρια ξενοδοχειακά τουριστικά καταλύματα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 2160/1993 (Α' 118), χωρίς παροχή υπηρεσιών. Εν προκειμένω, η εναγόμενη της α' αγωγής διαθέτει επιπλωμένη έπαυλη (βίλα) και έχει λάβει προς τούτο ειδικό σήμα για τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις (βλ. προαναφερόμενο ειδικό σήμα λειτουργίας). Όμως, το συγκεκριμένο ακίνητο δεν έχει αυτοτελές οικόπεδο, αφού βρίσκεται σε συγκρότημα και σε κοινόχρηστο οικόπεδο, ούτε αυτοτελές κτίσμα, εφόσον το ακίνητό της είναι μεσοτοιχία με το ακίνητο του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων της α' αγωγής. Επίσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, η εναγόμενη της α' αγωγής εκμισθώνει την κατοικία της με παροχές υπηρεσιών. Παράλληλα, από την επισκόπηση του περιεχομένου του με αριθμό …../2002 Κανονισμού λειτουργίας του άνω συγκροτήματος της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. προκύπτει ότι στο άρθρο 3 του Κεφαλαίου Γʼ ορίζεται ότι «Αποκλειστικός προορισμός χρήσης των διηρημένων ιδιοκτησιών είναι για κατοικίες θερινές ή χειμερινές, αποκλείοντας τη χρησιμοποίησή τους για οποιονδήποτε άλλο σκοπό», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφαλαίου ΣΤ' «Τροποποιήσεις του παρόντος Κανονισμού επιτρέπονται με απόφαση που λαμβάνεται παμψηφεί στο σύνολο των ψήφων». «Οποιοσδήποτε άλλος σκοπός» είναι η επαγγελματική ή μη βραχυχρόνια εκμίσθωση των ακινήτων ως τουριστικά καταλύματα, με μισθωτές ή χρήστες να εναλλάσσονται κατά άγνωστο αριθμό και με άγνωστα προς τους ιδιοκτήτες στοιχεία. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη της α' αγωγής κάνει χρήση του ακινήτου της με σκοπό διαφορετικό από αυτόν της κατοικίας, παραβιάζοντας τον ως άνω Κανονισμό. Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφαλαίου Γʼ του Κανονισμού, να καταπέσουν σε βάρος της εναγομένης της α' αγωγής, στην οποία αφορούν οι παραβάσεις του Κανονισμού, οι ακόλουθες ποινικές ρήτρες, συνολικού ποσού 4.600 ευρώ, εκ των οποίων θα επιδικασθεί το αιτηθέν ποσό των 4.400 ευρώ, καταβαλλόμενο στο κοινό ταμείο του συγκροτήματος και ειδικότερα α) ποσό 100 ευρώ για την παράνομη μετατροπή της χρήσης της κατοικίας της εναγομένης της α' αγωγής σε επαγγελματική χρήση, β) ποσό 150 ευρώ εξ υποτροπής για τη συνέχιση της παράνομης μετατροπής της χρήσης της κατοικίας της εναγομένης της α' αγωγής σε επαγγελματική χρήση και επιπλέον 30 ευρώ για τις επόμενες 60 ημέρες, από Ιούλιο έως Αύγουστο 2016, κατά τις οποίες συνέχιζε να χρησιμοποιεί την κατοικία της για επαγγελματική χρήση, δηλαδή επιπλέον 1.800 ευρώ, γ) ποσό 100 ευρώ για τη μη γνωστοποίηση της εκμίσθωσης του ακινήτου της, δ) ποσό 150 ευρώ εξ υποτροπής, καθώς η εναγόμενη της α' αγωγής εκμίσθωσε το ακίνητό της τουλάχιστον 5-7 φορές σε διαφορετικούς μισθωτές μέσα στην ίδια καλοκαιρινή περίοδο, χωρίς να προβεί σε γνωστοποίηση του Κανονισμού και της υποχρέωσης τήρησής του στους οικιστές πελάτες της, ε) ποσό 100 ευρώ για τη μη γνωστοποίηση και τήρηση του Κανονισμού στους οικιστές πελάτες της, στ) ποσό 150 ευρώ εξ υποτροπής, καθώς η εναγόμενη της α' αγωγής εκμίσθωσε το ακίνητό της τουλάχιστον 5-7 φορές σε διαφορετικούς μισθωτές μέσα στην ίδια καλοκαιρινή περίοδο, χωρίς να προβεί σε γνωστοποίηση του Κανονισμού και της υποχρέωσης τήρησής του στους οικιστές πελάτες της, ζ) ποσό 100 ευρώ για την κατάληψη της κοινόχρηστης πισίνας και τον αποκλεισμό των εναγόντων της α' αγωγής από τη χρήση αυτής, η) ποσό 150 ευρώ εξ υποτροπής για τη συνέχιση της παράνομης κατάληψης της κοινόχρηστης πισίνας και του αποκλεισμού των εναγόντων της α' αγωγής από τη χρήση αυτής και επιπλέον 30 ευρώ για τις επόμενες 60 ημέρες, από Ιούλιο έως Αύγουστο 2016, κατά τις οποίες συνέχιζε να χρησιμοποιεί την κατοικία της για επαγγελματική χρήση, δηλαδή επιπλέον 1.800 ευρώ. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη α' αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη αυτής να παύσει την προσβολή του Κανονισμού της Σύστασης και να απέχει από οποιαδήποτε σχετική προσβολή αυτών στο μέλλον και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί η εναγόμενη αυτής να παύσει και μην επαναλάβει την επαγγελματική χρήση της διηρημένης ιδιοκτησίας της ως τουριστικού καταλύματος και να περιοριστεί στη χρήση αυτής ως κατοικίας, να ενημερώσει τους ενάγοντες της α' αγωγής για τυχόν παραχώρηση της ιδιοκτησίας της λόγω εκμίσθωσης, τέτοιας που δεν τείνει στην επιχειρηματική εκμετάλλευση του ακινήτου της, να ενημερώνει τον εκάστοτε φιλοξενούμενο της για τη χρήση που επιτάσσει ο Κανονισμός και η Σύσταση, να επιβληθεί στην εναγόμενη αυτής χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε παραβίαση της απόφασης που θα εκδοθεί, β) να καταπέσουν σε βάρος της οι ποινικές ρήτρες, ποσού 4.400 ευρώ για τις παραβιάσεις του Κανονισμού και των όρων της Σύστασης και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη αυτής να καταβάλει στους ενάγοντες της α' αγωγής το ως άνω ποσό των 4.400 ευρώ στο κοινό ταμείο του συγκροτήματος. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό, διότι προέκυψε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο και ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες της α' αγωγής (άρθρο 908 παρ.1 του ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας εναγομένης της α' αγωγής (άρθρα 176, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επιπροσθέτως, πρέπει η κρινόμενη β' αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η τοποθέτηση κλειδαριάς ασφαλείας στο κυτίο που φυλάσσεται ο μηχανισμός της πισίνας του εν λόγω συγκροτήματος και η παράδοση του κλειδιού είτε στο σημερινό υπεύθυνο λειτουργίας του συγκροτήματος κ….. άλλως στον εκάστοτε υπεύθυνο είτε σε έναν από τους συνιδιοκτήτες. Η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή ως προς το παραπάνω αίτημα, καθόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα της β' αγωγής (ΚΠολΔ 907, 908§1 ΚΠολΔ,), κατά τα οριζόμενα και στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της εν μέρει ήττας τους στην παρούσα δίκη, οι εναγόμενοι της β' αγωγής πρέπει να καταδικαστούν στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας αυτής, κατόπιν αιτήματος της (178, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό…»  




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια
https://stefaniasouli.gr/