Translate

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2020

Ψυχιατρική Πραγματογνωμοσύνη στην ποινική διαδικασία- Αξιοποίηση πραγματογνωμόνων ψυχιάτρων με Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ψυχιατροδικαστική.

 


Παρατίθεται κατωτέρω η υπ.αρ. 3/2020 απόφαση/εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου .... 

«… Στο πλαίσιο της εκ των διατάξεων των άρθρων 19§§1 στοιχ. γ, 2 και 24§5 στοιχ. α του ΚΟΔΚΔΛ αρμοδιότητας μας, κρίνουμε αναγκαίο να προβούμε στις ακόλουθες επισημάνσεις, απευθύνοντας συνάμα σχετικές γενικές οδηγίες.

Είναι γνωστό ότι κατά την ποινική διαδικασία (προδικασία, διαδικασία στο ακροατήριο, εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων) ανακύπτουν ζητήματα σχετιζόμενα με διανοητική ή ψυχιατρική διαταραχή, η ακριβής  διάγνωση και κρίση των οποίων απαιτούν τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης (βλ. άρθρα 34, 36§1, 69Α§4 ΠΚ, 80, 200, 283§1 εδ. τελευτ., 315§6, 555 ΚΠΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 186 εδ. α ΚΠΔ, ο διορισμός των πραγματογνωμόνων πρέπει να γίνεται «με κάθε επιμέλεια» και «με επιλογή» ανάμεσα στα πρόσωπα που (κατά κανόνα) αναγράφονται στον πίνακα πραγματογνωμόνων. Τούτο σημαίνει ότι ο νόμος απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά την επιλογή ώστε η πραγματογνωμοσύνη να διενεργηθεί από το πλέον ειδικευμένο και κατάλληλο πρόσωπο, που ορίζεται πραγματογνώμονας σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση.

Έχει τεθεί υπόψη μας (και ενημερωθήκαμε σχετικά) ότι από το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 λειτουργεί στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ψυχιατροδικαστική», με διάρκεια σπουδών τεσσάρων εξαμήνων, το οποίο παρέχει Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ψυχιατροδικαστική και στοχεύει στην εκπαίδευση ψυχιάτρων για την απόκτηση ισχυρού επιστημονικού υποβάθρου εμπειρίας και τεχνογνωσίας στο ιδιαίτερα δυναμικό επιστημονικό πεδίο της Ψυχιατροδικαστικής, με τελικό σκοπό να μπορούν οι Διπλωματούχοι του Προγράμματος να λειτουργήσουν ως υψηλού επιπέδου πραγματογνώμονες στις δικαστικές διαδικασίες.

Κατόπιν τούτου, είναι ευνόητο ότι η επιμέλεια, που εκ του νόμου πρέπει να επιδεικνύεται κατά την επιλογή των ψυχιάτρων πραγματογνωμόνων (από το δικαστήριο, τον ανακριτή, τον εισαγγελέα και τους ανακριτικούς υπαλλήλους) επιβάλλει την αξιοποίηση των ψυχιάτρων, οι οποίοι συνάμα είναι κάτοχοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου στην Ψυχιατροδικαστική. Ειδικότερα, οι μεν αποκτώντες το Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ψυχιατροδικαστική πρέπει να εγγράφονται στον κατά το άρθρο 185 ΚΠΔ Πίνακα Πραγματογνωμόνων με την διευκρινιστική σημείωση «Ψυχίατρος - Κάτοχος Δ.Μ.Σ. στην Ψυχιατροδικαστική» (για την οποία οφείλουν οι ίδιοι να επιμελούνται, προσκομίζοντας το σχετικό αντίγραφο Μεταπτυχιακού Διπλώματος του ΕΚΠΑ), οι δε διορίζοντες in concreto τον ψυχίατρο πραγματογνώμονα κατά την ποινική διαδικασία πρέπει (ανταποκρινόμενοι στην υποχρέωση «επιμέλειας», που υποδεικνύει ο ΚΠΔ) να επιλέγουν κατά προτεραιότητα από αυτούς, ως πλέον εξειδικευμένους και κατάλληλους, τηρούμενης, κατά τα λοιπά, της διατάξεως του άρθρου 186 ΚΠΔ αναφορικά με την εκ περιτροπής επιλογή ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση.

Οι κ.κ. Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών της Χώρας, κοινοποιώντας την παρούσα στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών της περιφερείας τους, παρακαλούνται (ως έχοντες την εποπτεία του ανακριτικού έργου κατ' άρθρον 32 ΚΠΔ) να παραγγείλουν την περαιτέρω κοινοποίηση της στους Ανακριτές και τους Ανακριτικούς Υπαλλήλους της περιφερείας τους…»

 



Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/

 

Πρόστιμο στη ΔΕΗ Α.Ε για μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης υποκειμένου των δεδομένων

 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 2/2020 απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«…Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αριθ. πρωτ. …/06-08-2019 καταγγελία της στην Αρχή, η Α καταγγέλλει τη ∆.Ε.Η Α.Ε. για µη ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασής της σε δεδοµένα που την αφορούν.

Όπως, ειδικότερα, αναφέρει στην καταγγελία της προς την Αρχή, η καταγγέλλουσα είχε υποβάλει αίτηµα πρόσβασης στον Υπεύθυνο Προστασίας Προσωπικών ∆εδοµένων της ∆ΕΗ Α.Ε. ζητώντας αντίγραφο της φυσικής και ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους για τη χρονική περίοδο από το 2015 έως σήµερα, αλλά δεν έλαβε σχετική απάντηση.

Κατόπιν αυτών η Αρχή απέστειλε, στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας το υπ’ αριθ. πρωτ. ……/15-10-2019 έγγραφο προς παροχή διευκρινίσεων στη ∆ΕΗ Α.Ε., η οποία στην από … και µε αριθµό πρωτοκόλλου … απάντησή της προς την Αρχή, ανέφερε ότι α) έλαβε από την καταγγέλλουσα το από … ηλεκτρονικό µήνυµα µε το οποίο ζητούσε αντίγραφο της φυσικής και ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους για τη χρονική περίοδο από το 2015 έως σήµερα, β) έπειτα από ενδελεχή έλεγχο των αρµόδιων υπηρεσιών της διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει φυσική και ηλεκτρονική επικοινωνία από και προς την καταγγέλλουσα, γ) η παροχή υπ’ αρ. … αφορά επαγγελµατικό τιµολόγιο και ηλεκτροδοτεί ατοµική επιχείρηση, εστιατόριο …, που ανήκει στην καταγγέλλουσα, φέρει την επωνυµία «Χ» και βρίσκεται στη … στην οδό … αρ. …, ii. προέβη ύστερα από αίτηση της καταγγέλλουσας σε ρύθµιση των µέχρι τότε οφειλών της από κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύµατος, iii. η καταγγέλλουσα κατήγγειλε τη σύµβαση ηλεκτροδότησης και άλλαξε πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας για τον αριθµό της ως άνω παροχής ηλεκτρικού ρεύµατος, iv. παρά τον διακανονισµό, η καταγγέλλουσα εξακολουθούσε να οφείλει προγενέστερες ληξιπρόθεσµες οφειλές της και δεν προέβη σε καµία καταβολή για εξόφληση για διάστηµα µεγαλύτερο των τριών ετών, v. σύµφωνα µε το άρθρο 1 παρ. 3 του Κώδικα Προµήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας σε Πελάτες « Ο παλαιός Προµηθευτής, σε περίπτωση µη τήρησης, από µεριάς του Πελάτη, των όρων του διακανονισµού των ληξιπρόθεσµων οφειλών, διατηρεί το δικαίωµα να υποβάλλει στον αντίστοιχο ∆ιαχειριστή εντολή απενεργοποίησης της παροχής, ακόµη και εάν έχει συναφθεί σύµβαση προµήθειας µε νέο προµηθευτή». Η ∆ΕΗ Α.Ε. ως προηγούµενος προµηθευτής υπέβαλε αίτηµα στον διαχειριστή (….  Α.Ε.), για απενεργοποίηση της παροχής, καθώς η καταγγέλλουσα δεν τηρούσε τους όρους του διακανονισµού. Ο διαχειριστής πράγµατι προέβη σε απενεργοποίηση της παροχής. vi. την ηµέρα της διακοπής η καταγγέλλουσα επικοινώνησε µε τη ∆ΕΗ Α.Ε. και ζήτησε να επανασυνδεθεί το ηλεκτρικό ρεύµα στην ως άνω παροχή. Για αυτή την επικοινωνία έχει συνταχθεί και γραπτό σηµείωµα από την υπηρεσία του 11770. Η ∆ΕΗ Α.Ε. γνωστοποίησε στην καταγγέλλουσα ότι η επανασύνδεση θα πραγµατοποιηθεί µόλις εξοφληθεί η οφειλή, δ) για το έτος 2015 έως και σήµερα δεν υπάρχει αλληλογραφία φυσική και ηλεκτρονική από τη ∆ΕΗ Α.Ε. προς την καταγγέλλουσα και αντίστροφα, εκτός από τους λογαριασµούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύµατος και το γραπτό σηµείωµα του αριθµού τηλεφωνικής εξυπηρέτησης 11770, έγγραφα τα οποία δεν συνιστούν αλληλογραφία ή επικοινωνία.

Κατόπιν τούτου, η Αρχή µε την υπ’ αριθ. πρωτ. …../15.01.20 κλήση της κάλεσε τη ∆ΕΗ Α.Ε. να παραστεί στη συνεδρίαση του Τµήµατος της Αρχής την 29.01.20, προκειµένου να λάβει χώρα ακρόαση της εταιρίας επί του ενδεχοµένου παραβίασης της κείµενης νοµοθεσίας για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά την ακρόαση της 29.01.20 παρέστη ο …, δικηγόρος, …, ο οποίος, ανέπτυξε προφορικά τις απόψεις του σχετικά µε την υπόθεση και ειδικότερα ανέφερε ότι η ∆ΕΗ Α.Ε. έλαβε από την καταγγέλλουσα το από … ηλεκτρονικό µήνυµα µε το οποίο ζητούσε αντίγραφο της φυσικής και ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους για τη χρονική περίοδο από το 2015 έως σήµερα, και έπειτα από ενδελεχή έλεγχο των αρµόδιων υπηρεσιών της διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει φυσική και ηλεκτρονική επικοινωνία από και προς την καταγγέλλουσα, εκτός από τους λογαριασµούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύµατος και το γραπτό σηµείωµα του αριθµού τηλεφωνικής εξυπηρέτησης 11770, έγγραφα τα οποία δεν συνιστούν αλληλογραφία ή επικοινωνία.

Η Αρχή, µετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, την ακροαµατική διαδικασία και αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης, µετά από διεξοδική συζήτηση

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1. Ο Γενικός Κανονισµός (ΕΕ) 2016/679 (Γενικός Κανονισµός Προστασίας ∆εδοµένων –εφεξής ΓΚΠ∆), ο οποίος αντικατέστησε την Οδηγία 95/56 ΕΚ είναι σε εφαρµογή από τις 25 Μαΐου 2018.

Σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 ΓΚΠ∆, το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δικαίωµα να λαµβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συµβαίνει τούτο, το δικαίωµα πρόσβασης στα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα και στις πληροφορίες που αναφέρονται αναλυτικά στις υποπεριπτώσεις της εν λόγω παραγράφου, ενώ από την παρ. 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείµενο των δεδοµένων και αντίγραφο των προσωπικών δεδοµένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Για την ικανοποίηση του δικαιώµατος ενηµέρωσης και πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση έννοµου συµφέροντος, αφού αυτό ενυπάρχει και αποτελεί βάση του δικαιώµατος πρόσβασης του υποκειµένου προκειµένου να λάβει γνώση πληροφοριών που το αφορούν και έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο, το οποίο τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγµατώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειµένου των δεδοµένων (βλ. ΑΠ∆ΠΧ 16/2017). Οµοίως, δεν απαιτείται η επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων επιθυµεί την άσκηση του δικαιώµατος πρόσβασης.

Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήµατος του υποκειµένου των δεδοµένων, ενηµερώνει εντός µηνός από την παραλαβή του αιτήµατος το υποκείµενο των δεδοµένων για τους λόγους για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής (άρθρο 12 παρ. 4 ΓΚΠ∆). Η εν λόγω προθεσµία µπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόµη µήνες, εφόσον απαιτείται, λαµβανοµένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήµατος και του αριθµού των αιτηµάτων (άρθρο 12 παρ. 3 του ΓΚΠ∆). Επισηµαίνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας ακόµη και όταν δεν τηρεί αρχείο µε δεδοµένα του υποκειµένου, δεν απαλλάσσεται εκ του λόγου αυτού από την υποχρέωσή του να απαντήσει ακόµη και αρνητικά (ΣτΕ 2627/2017). Ακόµη, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 στοιχ. θ’ του ΓΚΠ∆, κάθε εποπτική αρχή έχει µεταξύ άλλων την αρµοδιότητα να επιβάλλει διοικητικό πρόστιµο δυνάµει του άρθρου 83, ανάλογα µε τις περιστάσεις κάθε µεµονωµένης περίπτωσης.

2. Από τα στοιχεία του φακέλου και την ακροαµατική διαδικασία προέκυψαν τα εξής:

Η καταγγέλλουσα Α µε ηλεκτρονική επιστολή προς τον Υπεύθυνο Προστασίας Προσωπικών ∆εδοµένων της ∆ΕΗ Α.Ε., είχε υποβάλει αίτηµα πρόσβασής της στη φυσική και ηλεκτρονική επικοινωνία τους για τη χρονική περίοδο από το 2015 έως σήµερα, αλλά δεν έλαβε σχετική απάντηση. Η ∆ΕΗ δια του Υπεύθυνου Προστασίας Προσωπικών ∆εδοµένων µέσω του εγγράφου παροχής διευκρινήσεων (υπ’ αριθ. ...) προς την Αρχή, απάντησε ότι δεν υπάρχει η φυσική και ηλεκτρονική αλληλογραφία που ζήτησε η καταγγέλλουσα από το έτος 2015 έως σήµερα. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο διαχειριστής (… ΑΕ) προέβη σε απενεργοποίηση της παροχής, ύστερα από αίτηµα της ∆ΕΗ Α.Ε., καθώς η καταγγέλλουσα δεν τήρησε τους όρους του διακανονισµού και δεν προχώρησε σε εξόφληση των ληξιπρόθεσµων οφειλών.

Πλην όµως, η ∆ΕΗ Α.Ε., ως υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απάντησε στην καταγγέλλουσα εντός µηνός από την παραλαβή του αιτήµατος και δεν ενηµέρωσε, ως όφειλε, την καταγγέλλουσα εντός µηνός από την παραλαβή του αιτήµατος, για την αδυναµία άµεσης ανταπόκρισης και ικανοποίησης του αιτήµατός της καθώς και για τους λόγους καθυστέρησης, ζητώντας περαιτέρω παράταση της προθεσµίας, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 του ΓΚΠ∆. Η ίδια παράβαση, δηλαδή της καθυστερηµένης απάντησης της ∆ΕΗ Α.Ε. ως υπευθύνου επεξεργασίας µετά την παρέλευση ενός µηνός από την παραλαβή του αιτήµατος διαπιστώθηκε µε την προγενέστερη απόφαση 15/2019 της Αρχής.

3. Ενόψει της συγκεκριµένης παράβασης ότι δηλαδή, µετά την παρέλευση ενός µηνός από την παραλαβή του αιτήµατος, η ∆ΕΗ ΑΕ., ως υπεύθυνος επεξεργασίας, δεν απάντησε προς την καταγγέλλουσα σχετικά µε την αδυναµία άµεσης ικανοποίησης του αιτήµατός της, και λαµβάνοντας υπόψη την υποτροπή της λόγω της προηγούµενης ίδιας παράβασης που διαπιστώθηκε µε την προαναφερόµενη απόφαση της Αρχής 15/2019, η Αρχή κρίνει οµόφωνα ότι στη συγκεκριµένη περίπτωση, µε βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, θα πρέπει κατ’ εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ ΓΚΠ∆ να επιβληθεί αποτελεσµατικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηµατικό πρόστιµο κατ’ άρθ. 83 ΓΚΠ∆ για την τιµωρία της παράνοµης αυτής συµπεριφοράς.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αρχή λαµβάνοντας υπόψη τα παραπάνω:

Επιβάλλει στη ∆ΕΗ Α.Ε το αποτελεσµατικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηµατικό πρόστιµο που αρµόζει στη συγκεκριµένη περίπτωση σύµφωνα µε τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ…»

 


Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

Επίκληση δύο νομικών βάσεων στην αγωγή διαζυγίου

 


Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 136/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (Ειδική διαδικασία διαφορών από την Οικογένεια, το Γάμο και την Ελεύθερη Συμβίωση), δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

 

 

«…Από τα άρθρα 218 παρ.1 και 219 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι σε περίπτωση επίκλησης εκ μέρους του ενάγοντος συζύγου δύο βάσεων του άρθρου 1439 ΑΚ, δυνάμει των οποίων αιτείται τη λύση του γάμου του και συγκεκριμένα, λόγω ισχυρού κλονισμού από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, αλλά και λόγω ισχυρού κλονισμού, που τεκμαίρεται, λόγω διετούς διάστασής τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και ανεξάρτητα αν υπάρχει απλή σώρευση ή επικουρική, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, με βάση την αρχή της εξουσίας διαθέσεως (άρθ. 106 ΚΠολΔ), να λάβει υπόψη τη σειρά προτεραιότητας, που υποδεικνύει ο ενάγων, αλλά μπορεί να ερευνήσει πρώτα τη βάση της διετούς διάστασης, ακόμη και αν υποβάλλεται επικουρικά, και μόνον, αν αυτή δεν αποδεικνύεται, να προχωρήσει στην έρευνα της κύριας βάσης. Τούτο δε, διότι οι ως άνω βάσεις της αγωγής διαζυγίου αναπτύσσουν ισοδύναμη ενέργεια, καθόσον η αιτούμενη με αυτές διάπλαση, που είναι η λύση του γάμου και όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του, επέρχεται ήδη με την αποδοχή της μίας βάσης, έστω και επικουρικής, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα της άλλης βάσης. Ως εκ τούτου, ο ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον ούτε για την άσκηση έφεσης αλλά ούτε και αναίρεσης, αφού με την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής του και τη λύση του γάμου, που επιδίωκε με αυτή, θεωρείται ότι νίκησε (ΑΠ 315/2018, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 470/2005 ΝΟΜΟΣ).

 

Με την υπό κρίση αγωγή του η ενάγουσα ζητά να λυθεί ο γάμος της με την εναγόμενο, λόγω ισχυρού κλονισμού που επήλθε στην έγγαμη σχέση τους, από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, επικουρικώς δε λόγω ισχυρού κλονισμού που τεκμαίρεται αμάχητα ότι επήλθε εξαιτίας της συνεχούς διάστασής τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 17 περ. 1, 22 και 39 ΚΠολΔ) για να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591 παρ. 1, 592 παρ. 1 α, 593 έως 602 και 603 επ. του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1438, 1439 παρ.1, 2 και παρ. 3 του ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Aπό την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, που δόθηκε νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο την ..... 1993 στα Ιωάννινα. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, την ..., που γεννήθηκε την ..... 1993 και είναι πλέον διάδικοι. Συμβίωναν αρχικά στα Ιωάννινα αλλά το έτος 2014 μετοίκησαν στην Πάτρα. Η έγγαμη συμβίωση δεν εξελίχτηκε ομαλά, καθώς ήδη από την αρχή αυτής υπήρχαν συνεχή προβλήματα, εντάσεις και συγκρούσεις στις σχέσεις των διαδίκων. Παρά δε το γεγονός ότι μέχρι το Μάρτιο του 2019 οι διάδικοι συνέχιζαν να διαμένουν στην ίδια οικία, οπότε ο εναγόμενος μετοίκησε κατόπιν υποβολής της υπ’ αριθμ. … / 2019 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που αιτήθηκε η ενάγουσα στο Μονομελές Πρωτοδι-κείο Πατρών και λήψης προσωρινής διαταγής που τον επέτασσε να μετοικήσει, ήδη από το έτος 2017 οι διάδικοι κοιμόντουσαν σε διαφορετικά δωμάτια και διαφορετικές κλίνες, χωρίς να έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική επαφή, με πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.

 

Κατά συνέπεια, ήδη από το έτος 2017, είχε διασπασθεί οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, εξαιτίας της σωματικής και ψυχικής απομακρύνσεώς τους. Οι σύζυγοι τελούν από τότε σε διάσταση συνεχώς, ήτοι περισσότερο από δύο χρόνια, δίχως να υπάρχει διάθεση επανασυνδέσεώς τους, και τεκμαίρεται ως εκ τούτου αμάχητα ότι ο γάμος τους έχει κλονισθεί ισχυρά. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, κατά την επικουρική της βάση, και να λυθεί ο υφιστάμενος γάμος μεταξύ των διαδίκων, ο δε εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρο 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τέλος, για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, πρέπει να οριστεί παράβολο αυτής (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2β του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό…»

 

Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/

Ευθύνη του αεροπορικού μεταφορέα για απώλεια και ζημίες στις αποσκευές - Συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης

 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 619/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών

«… Στις 2.5.1999 υπογράφηκε η Σύμβαση του Μόντρεαλ με σκοπό, αφενός μεν τον εκσυγχρονισμό και την κωδικοποίηση της από 19.1.1930 Συμβάσεως της Βαρσοβίας «περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς μεταφοράς», που κυρώθηκε με τον α.ν. 596/1937, όπως τροποποιήθηκε με το από 28.9.1955 πρωτόκολλο της Χάγης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 4395/1964 και συμπληρώθηκε με την από 18.9.1961 σύμβαση της Γουαδαλαχάρας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 766/1971, η οποία (Σύμβαση της Βαρσοβίας) εφαρμόζεται σε κάθε διεθνή μεταφορά προσώπων, αποσκευών ή εμπορευμάτων που γίνεται με αεροπλάνο αντί αμοιβής, αφετέρου δε την εξασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και της δίκαιης αποζημίωσης με βάση την αρχή της επανόρθωσης. Κατά το άρθρο 53 παρ. 6 της σύμβασης Μόντρεαλ, αυτή τίθεται σε ισχύ την εξηκοστή ημέρα από την ημερομηνία κατάθεσης της τριακοστής πράξης επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, στον θεματοφύλακα μεταξύ των κρατών που έχουν καταθέσει την εν λόγω πράξη. Ο όρος αυτός της Σύμβασης εκπληρώθηκε κι έτσι τέθηκε αυτή διεθνώς σε ισχύ την 4.11.2003. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση Μόντρεαλ με τον ν. 3606/2002 και, επομένως, από την 4.11.2003 η Σύμβαση εφαρμόζεται και στη χώρα μας. Η θέση όμως σε εφαρμογή της Σύμβασης Μόντρεαλ δεν σημαίνει την παύση εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης της Βαρσοβίας και των τροποποιητικών αυτής Συμβάσεων και Πρωτοκόλλων. Επομένως, σήμερα, στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές μπορεί να εφαρμόζεται τόσο η Σύμβαση Μόντρεαλ όσο και η Σύμβαση της Βαρσοβίας, αναλόγως του ποια Διεθνή Σύμβαση έχουν κυρώσει τα κράτη μεταξύ των οποίων πραγματοποιείται η μεταφορά. Έτσι, αν οι χώρες στις οποίες αφορά η μεταφορά έχουν κυρώσει μόνο τη Σύμβαση Μόντρεαλ ή τόσο τη Σύμβαση της Βαρσοβίας όσο και τη Σύμβαση Μόντρεαλ, θα εφαρμόζεται η τελευταία, η εφαρμογή της οποίας υπερισχύει (Βλ. σχετικά N. Παπαχρονόπουλο, Η αστική ευθύνη του διεθνούς αεροπορικού μεταφορέα μετά τη Σύμβαση Μόντρεαλ 1999, εις ΕΕμπΔΝΣΤ 154 επ.).

Σημειώνεται ότι οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Μόντρεαλ δεν αφίστανται κατά βάση των ρυθμίσεων της Σύμβασης της Βαρσοβίας. Έτσι, κατά το άρθρο 1 της Σύμβασης Μόντρεαλ, η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις επί πληρωμή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου. Ο όρος «διεθνής μεταφορά», για τους σκοπούς της σύμβασης αυτής, σημαίνει οιαδήποτε μεταφορά στην οποία, με βάση τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού, ανεξαρτήτως αν υπάρχει ή όχι διακοπή της  μεταφοράς ή μεταφόρτωση, βρίσκονται είτε εντός των εδαφών δύο συμβαλλομένων κρατών, είτε εντός του εδάφους ενός και μόνο συμβαλλόμενου κράτους, εφόσον έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού εντός του εδάφους άλλου κράτους, ακόμη και όταν το κράτος ΠΟΝ αυτό δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος. Η μεταφορά που εκτελείται από διαδοχική σειρά αερομεταφορέων θεωρείται αδιαίρετη μεταφορά, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη την εκλαμβάνουν ως μία και μόνη δραστηριότητα (βλ. ΕφΘεσ 1199/2009, ΤΝΠ Νόμος). Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 της ως άνω Σύμβασης «Ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για την ζημία που προκληθεί σε περίπτωση καταστροφής ή απώλειας ή βλάβης αποσκευών που είχαν περάσει από σχετικό έλεγχο υπό τον μόνο όρο ότι το συμβάν που προκάλεσε την καταστροφή, την απώλεια ή την βλάβη σημειώθηκε επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια οιασδήποτε περιόδου κατά την οποία οι ελεγχθείσες αποσκευές ήταν υπό την ευθύνη του μεταφορέα. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν είναι υπεύθυνος εάν και εφόσον η ζημία προκλήθηκε εξαιτίας ελαττώματος της ποιότητας ή ατέλειας της αποσκευής...». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1, 2 της ίδιας ανωτέρω Σύμβασης «1. Σε περίπτωση ζημίας που προκληθεί λόγω καθυστέρησης, όπως αυτή προδιαγράφεται στο άρθρο 19 για τη μεταφορά προσώπων, η ευθύνη του μεταφορέα για κάθε επιβάτη περιορίζεται στα 4.150 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα. 2. Όσον αφορά τη μεταφορά αποσκευών, η ευθύνη του μεταφορέα σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, βλάβης ή καθυστέρησης τους περιορίζεται στα 1.000 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα για κάθε επιβάτη, εκτός εάν ο επιβάτης, κατά την παράδοση των ελεγμένων αποσκευών στο μεταφορέα, υποβάλει ειδική δήλωση ασφαλιστικού συμφέροντος για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού και εφόσον έχει καταβάλει συμπληρωματικό ποσό, όπως το απαιτεί η περίπτωση. Τότε, ο μεταφορέας ευθύνεται για την καταβολή ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το δηλωθέν ποσό, εκτός εάν αποδείξει ότι το ποσό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό ασφαλιστικό συμφέρον του επιβάτη για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού», ενώ στην παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 22 ορίζεται ότι «Οι ανωτέρω διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν αποδειχθεί ότι η ζημία οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση την πρόκληση ζημίας η από αμέλεια ή από βαρεία αμέλεια του μεταφορέα, των ευρισκομένων στην υπηρεσία του ή των πρακτόρων του, υπό τον όρο ότι στην περίπτωση τέτοιας πράξης ή παράλειψης οι ευρισκόμενοι στην υπηρεσία του και οι πράκτορες του μεταφορέα ενεργούν εντός του πλαισίου της σχέσης εργασίας τους». Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 της ανωτέρω σύμβασης, «τα ποσά που είναι εκφρασμένα σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα στην παρούσα σύμβαση θεωρούνται ότι αναφέρονται στα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η μετατροπή των ποσών σε εθνικά νομίσματα, στην περίπτωση δικαστικών διαδικασιών, πραγματοποιείται σύμφωνα με την αξία των νομισμάτων αυτών σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα κατά την ημερομηνία της εκδίκασης. Η αξία ενός εθνικού νομίσματος, σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, ενός συμβαλλόμενου κράτους το οποίο είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αποτίμησης που εφαρμόζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κατά την ημερομηνία εκδίκασης, για τις εργασίες του και τις συναλλαγές του...». Από τις προμνησθείσες διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ προκύπτει ότι αυτές ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιβάτες που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία λόγω πράξης ή παράλειψης που έγινε με πρόθεση την πρόκληση ζημίας η από αμέλεια ή από βαρεία αμέλεια του μεταφορέα, των ευρισκομένων στην υπηρεσία του ή των πρακτόρων του, μπορούν να ασκήσουν αγωγές αποζημίωσης κατά των αερομεταφορέων. Οι διατάξεις αυτές θέτουν ως όριο της ευθύνης του μεταφορέα τα εκεί αναφερόμενα ποσά κατά περίπτωση. Το ζήτημα εάν αποζημιώνεται μόνο η περιουσιακή ζημία ή εάν αποζημιώνεται και η ηθική βλάβη αφήνεται στα ουσιαστικά δίκαια των συμβαλλόμενων κρατών (βλ., ανάλογα για τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, ΑΠ 1369/2007, ΑΠ 39/2006 δημοσίευση Νόμος, ΕφΘεσ 1199/2009 ό.π.). Έτσι, κατά το ελληνικό δίκαιο, εκτός από την περιουσιακή ζημία, την οποία υπέστη ο επιβάτης λόγω αθέτησης της υποχρέωσης εκ μέρους του μεταφορέα και η οποία αποκαθίσταται, μπορεί να οφείλεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον η αθέτηση αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρο 932 ΑΚ). Από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που επάγεται προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα του άλλου που προστατεύονται από το νόμο. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος με επιχείρηση της θετικής πράξεως που παραλείφθηκε προς αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει από το νόμο ή από σύμβαση, οπότε μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη (βλ. ΑΠ 39/2006 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του Ν. 3006/2002, «εάν ο μεταφορέας αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε η συνετέλεσε αμέλεια ή άλλη εσφαλμένη πράξη ή παράλειψη του προσώπου που ζητεί αποζημίωση ή του προσώπου από το οποίο απορρέουν τα δικαιώματα αυτού, ο μεταφορέας απαλλάσσεται πλήρως ή εν μέρει από την ευθύνη του έναντι του αιτούντος την αποζημίωση, εφόσον η αμέλεια ή η εσφαλμένη πράξη ή η παράλειψη προκάλεσαν τη ζημία ή συνετέλεσαν σε αυτήν...». (Εφ. ΑΘ 970/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ καθώς και Ειρ Θεσσαλονίκης 7757 /2012 δημοσ. ΝΟΜΟΣ).

Οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους εκθέτουν ότι συνήψαν με την εναγόμενη σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς από Θεσσαλονίκη Μόναχο-Βερολίνο-Τορόντο στις 25 Ιουλίου 2017 μετ επιστροφής Τορόντο-Φρανκφούρτη-Βιέννη-Θεσσαλονίκη στις 7 Αυγούστου 2017, όπως προκύπτει από την σχετική ηλεκτρονική κράτηση εισιτηρίων μέσω του δικτυακού ταξιδιωτικού πρακτορείου Ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης πιο πάνω μεταφοράς η μοναδική αποσκευή τους με κωδικό δελτίου αποσκευής … δεν είχε αφιχθεί στον τελικό προορισμό τους (Τορόντο) και δεν τους παραδόθηκε καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής τους στον Καναδά.

Ότι κατά την άφιξή τους στο Τορόντο δήλωσαν την απώλεια της αποσκευής περιέγραψαν τον τύπο και τα περιεχόμενα αυτής, γνωστοποίησαν την διεύθυνση κατοικίας τους στην Θεσσαλονίκη και την διεύθυνση της προσωρινής διαμονής τους στο Τορόντο του Καναδά με την επισήμανση ότι η τελευταία θα ίσχυε μέχρι τις 7 Αυγούστου 2017 και έλαβαν αποδεικτικό της δήλωσης με κωδικό ... Ότι στις 7 Αυγούστου 2017 κατά την αναχώρηση τους από το ίδιο αεροδρόμιο δεν υπήρχε καμία πληροφορία για την τύχη της αποσκευής. Ότι στις 12.08.2017 ενημερώθηκαν τηλεφωνικά από τον ..., αδελφό της δεύτερης ενάγουσας και κουνιάδο του πρώτου ενάγοντα, ο οποίος τους είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του στο Τορόντο, ότι την προηγούμενη μέρα, 11.08.2017, η αποσκευή τους αφέθηκε ασυνόδευτη μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Ότι δεν υπήρξε κανονική παράδοση, ούτε πραγματοποιήθηκε ειδοποίηση για την παράδοση της αποσκευής και κανείς δεν υπέγραψε για την παράδοση αυτή της αποσκευής, ούτε παρευρέθηκε για τη βέβαιη και ασφαλή παραλαβή της. Ότι η αποσκευή είχε παραδοθεί σε λάθος διεύθυνση καθότι είχε αναφερθεί στους προστηθέντες της εναγομένης ότι η διεύθυνση στο Τορόντο ήταν έγκυρη μόνον έως τις 07.08.2017. Ότι για τα γεγονότα αυτά είχαν ενημερώσει την εναγομένη με την από 12.08.2017 επιστολή τους που εστάλη μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας την ίδια μέρα στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εναγομένης στην οποία την καλούσαν να παραλάβει την αποσκευή από την προσωρινή πιο πάνω διεύθυνση και να την αποστείλει στην διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους στη Θεσσαλονίκη. Ότι στις 9 Σεπτεμβρίου 2017, 46 ημέρες μετά την απώλεια της αποσκευής, ειδοποιήθηκε ο πρώτος ενάγων τηλεφωνικά από το γραφείο απολεσθέντων της εταιρίας διαχείρισης λειτουργιών εδάφους στο αεροδρόμιο Μακεδονία της Θεσσαλονίκης, η οποία είχε προστηθεί από την εναγόμενη και παρέλαβε την αποσκευή από το αεροδρόμιο με επιφύλαξη. Ότι παρέλαβε τη αποσκευή με τις βλάβες που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, οι οποίες την καθιστούσαν άχρηστη. Ότι την 10.09.2017 οι ενάγοντες ενημέρωσαν την εναγόμενη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι είχε καταστραφεί η αποσκευή και το περιεχόμενο της και στις 11.09.2017 με συστημένη επιστολή απέστειλαν φωτογραφίες της κατεστραμμένης αποσκευής και του κατεστραμμένου μουχλιασμένου περιεχομένου της, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς κατά είδος μέγεθος, χρώμα , μάρκα, ημερομηνία και πόλη αγοράς, αξία και αν ήταν ανδρικό ή γυναικείο. Ότι η αξία της βαλίτσας ανερχόταν σε 190,00 ευρώ και των ενδυμάτων τους συνολικά σε 3.146,00 ευρώ. Ότι εν τω μεταξύ στις 14.08.2017 είχαν υποβάλλει δήλωση αποσκευής (Baggage Declaration) σε φόρμα της εναγόμενης και έδωσαν αναλυτικές πληροφορίες για το περιεχόμενό της, Ότι εγκαίρως σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 της συνθήκης του Μόντρεαλ έστειλαν στην εναγόμενη στον Καναδά έγγραφη διαμαρτυρία για την καταστροφή και ολική απώλεια της αποσκευής και των προσωπικών τους ειδών και έλαβαν απάντηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι θα γίνει επεξεργασία του αιτήματος τους. Ότι κύριος σκοπός του ταξιδιού τους στον Καναδά ήταν να παρευρεθούν σε έναν γάμο στις 29 Ιουλίου στο Τορόντο και επ' ευκαιρία του ταξιδιού στον Καναδά, σχεδίασαν ένα τουριστικό ταξίδι στο Κεμπέκ και για τον λόγο αυτό έπρεπε να αντικαταστήσουν τα ενδύματα τους για τον γάμο και τις σχετικές κοινωνικές εκδηλώσεις, επιπλέον των απλών ενδυμάτων που χρειάζονταν για το υπόλοιπο ταξίδι. Ότι τα είδη που αναγκάστηκαν να αγοράσουν από τον Καναδά εξαιτίας της απώλειας της αποσκευής τους καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους εκεί κόστισαν συνολικά 1.701,13 Καναδικά Δολάρια, και σε Ευρώ 1.162,47 όπως περιγράφονται στην αγωγή. Ότι συμπεριέλαβαν στις 10.08.2017 ανέφεραν στην εναγόμενη την αγορά των ειδών αυτών σε φόρμα αξίωσης ενδιάμεσων εξόδων (Interim Expense Claim Form) που υπέβαλαν μέσω ΕΛΤΑ. Ότι η αξία των λεπτομερώς αναφερομένων κινητών ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.744,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 1.533,00 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα και επιπλέον υπέστησαν ηθική βλάβη από την συμπεριφορά της ενάγουσας για την αποκατάσταση της οποίας ζητούν ποσό 1.500,00 ευρώ ο καθένας. Ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε σε αυτούς αποζημίωση. Με το ιστορικό αυτό επιδιώκουν οι ενάγοντες μετά την μετατροπή μέρους του αιτήματός τους, ως προς όλα τα κονδύλια, σε αναγνωριστικό να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.500,00 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι πρέπει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα ποσό 2.431,66 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα ποσό 2.007,81 ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του. Ακόμη ζητείται να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή υπάγεται στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 466 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και 25 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της συνθήκης του Μόντρεαλ) και εκδικάζεται κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών των άρθρων 466 επ. ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015. Είναι δε επαρκώς ορισμένη απορριπτόμενης της περί του αντιθέτου ένστασης της εναγόμενης και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων της σύμβασης του Μόντρεαλ που προεκτέθηκαν, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 2 της σύμβασης αυτής, καθόσον πρόκειται για διεθνή κυκλική μεταφορά, στη οποία τόπος αναχώρησης και επιστροφής είναι η Ελλάδα δηλαδή συμβαλλόμενο κράτος και σε εκείνες των άρθρων 914, 932, 297, 298, 299, και 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι νόμιμο μόνο ως προς το καταψηφιστικό αίτημα κατά τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, δεδομένου ότι προκαταβλήθηκαν στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο οι απαιτούμενες εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 και 4 του Κώδικα περί δικηγόρων όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4994/2013 (ΦΕΚ208/2013) και ισχύει σήμερα και το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ το με αρ. κωδικού e-παράβολο ...). Η εναγόμενη με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρ. 256 παρ. 1δ' Κ.Πολ.Δ) καθώς και με τις νομότυπες προτάσεις της αρνήθηκε την αγωγή και το ύψος των αγωγικών κονδυλίων. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής. Επίσης πρόβαλε ένσταση περιορισμού της ευθύνης της στα χίλια Τραβηκτικά Δικαιώματα με βάση την συνθήκη του Μόντρεαλ, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη. Πρέπει επομένως να ερευνηθούν και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

 

Από τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση η ενάγοντες (άρθρ. 444 αριθ. 3 και 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ) και από όλη τη διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες, σύζυγοι, συνήψαν με την εναγόμενη σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς από Θεσσαλονίκη-Μόναχο-Βερολίνο Τορόντο στις 25 Ιουλίου 2017 μετ' επιστροφής Τορόντο-Φρανκφούρτη Βιέννη-Θεσσαλονίκη στις 7 Αυγούστου 2017, όπως προκύπτει από την σχετική ηλεκτρονική κράτηση εισιτηρίων μέσω του δικτυακού ταξιδιωτικού πρακτορείου…, με κωδικούς εισιτηρίων ... για τον πρώτο και ... Κατά τη  διάρκεια της πρώτης πιο πάνω μεταφοράς η μοναδική αποσκευή τους με κωδικό δελτίου αποσκευής ... δεν είχε αφιχθεί στον τελικό προορισμό τους (Τορόντο) και δεν τους παραδόθηκε καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής τους στον Καναδά. Κατά την άφιξή τους στο Τορόντο δήλωσαν την καθυστέρηση αρχικά της αποσκευής με κωδικό δήλωσης ... περιέγραψαν, προφανώς προφορικά, τον τύπο και τα  περιεχόμενα αυτής, γνωστοποίησαν την διεύθυνση κατοικίας τους στην Θεσσαλονίκη και την διεύθυνση της προσωρινής διαμονής τους στο Τορόντο του Καναδά με την επισήμανση ότι η τελευταία θα ίσχυε μέχρι τις 7 Αυγούστου. Στις 7 Αυγούστου 2017 κατά την αναχώρηση τους από το ίδιο αεροδρόμιο δεν υπήρχε καμία πληροφορία για την τύχη της αποσκευής. Στις 12.08.2017 ενημερώθηκαν τηλεφωνικά από τον ….., αδελφό της δεύτερης ενάγουσας και κουνιάδο του πρώτου ενάγοντα, ο οποίος τουςείχε φιλοξενήσει στο σπίτι του στο Τορόντο, ότι την προηγούμενη μέρα, 11.08.2017, η αποσκευή τους αφέθηκε ασυνόδευτη μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Ότι δεν υπήρξε κανονική παράδοση, ούτε πραγματοποιήθηκε ειδοποίηση για την παράδοση της αποσκευής και κανείς δεν υπέγραψε για την παράδοση αυτή της αποσκευής, ούτε παρευρέθηκε για τη βέβαιη και ασφαλή παραλαβή της. Δηλαδή η αποσκευή είχε παραδοθεί σε λάθος διεύθυνση καθότι είχε αναφερθεί στους προστηθέντες της εναγομένης ότι η διεύθυνση στο Τορόντο ήταν έγκυρη μόνον έως τις 07.08.2017. Ότι για τα γεγονότα αυτά είχαν ενημερώσει την εναγομένη με την από 12.08.2017 επιστολή τους που εστάλη μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας την ίδια μέρα στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εναγομένης στην οποία την καλούσαν να παραλάβει την αποσκευή από την προσωρινή πιο πάνω διεύθυνση και να την αποστείλει στην διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τους στη Θεσσαλονίκη. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2017, 46 ημέρες μετά την απώλεια της αποσκευής και ειδοποιήθηκε ο πρώτος ενάγων τηλεφωνικά από το γραφείο απολεσθέντων της εταιρίας διαχείρισης λειτουργιών εδάφους στο αεροδρόμιο Μακεδονία της Θεσσαλονίκης…, η οποία είχε προστηθεί από την εναγόμενη και παρέλαβε την αποσκευή από το αεροδρόμιο με επιφύλαξη ως προς το περιεχόμενό της, όπως προκύπτει από αντίγραφο της σχετικής δήλωσης, διότι η ίδια η αποσκευή μάρκας ...… τύπου ...… διαστάσεων 85χ65x35 με 4 ρόδες και πτυσσόμενα χερούλια έφερε βλάβες (σπασμένη στο εμπρόσθιο τμήμα σε μήκος 30 εκ), οι οποίες την καθιστούσαν άχρηστη. Την 10η.09.2017 οι ενάγοντες ενημέρωσαν την εναγόμενη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι είχε καταστραφεί η αποσκευή και το περιεχόμενο της και στις 11.09.2017 με συστημένη επιστολή απέστειλαν φωτογραφίες της κατεστραμμένης αποσκευής και του  κατεστραμμένου - μουχλιασμένου περιεχομένου της, το οποίο αποτελείται από ενδύματα και υποδήματα και αξεσουάρ που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή κατά είδος μέγεθος, χρώμα, μάρκα, ημερομηνία και πόλη αγοράς, αξία και αν ήταν ανδρικό ή γυναικείο. Η αξία της βαλίτσας ανερχόταν σε 190,00 ευρώ κατά το προηγούμενο έτος που αγοράστηκε από κοινού από τους διαδίκους και κατά την κρίση του δικαστηρίου η αξία της ως μεταχειρισμένη ανέρχεται σε ποσό 140,00 ευρώ και επομένως ζημιώθηκε ο καθένας κατά το ποσό των 70,00 ευρώ και των ενδυμάτων τους συνολικά σε ποσό 3.146,00 ευρώ, από το οποίο ποσό 1.649,00 αντιστοιχούσε στην αξία των προσωπικών ειδών του πρώτου ενάγοντα και ποσό 1.438,00 ευρώ στην αξία των προσωπικών ειδών της δεύτερης ενάγουσας προφανώς κατά την αγορά τους, αφού οι ενάγοντες δεν αναφέρουν κάτι διαφορετικό και με αφαίρεση ποσοστού 30% λόγω της χρήσης τους ζημιώθηκε κατά το ποσό των 1.154,30 ευρώ ο πρώτος και 1.006,60 ευρώ η δεύτερη. Εν τω μεταξύ στις 14.08.2017 είχαν υποβάλλει δήλωση αποσκευής (Baggage Declaration) σε φόρμα της εναγόμενης και έδωσαν αναλυτικές πληροφορίες για το περιεχόμενό της, δηλαδή εγκαίρως σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 της συνθήκης του Μόντρεαλ έστειλαν στην εναγόμενη στον Καναδά έγγραφη διαμαρτυρία για την καταστροφή και ολική απώλεια της αποσκευής και των προσωπικών τους ειδών και έλαβαν απάντηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι θα γίνει επεξεργασία του αιτήματος τους. Κύριος σκοπός του ταξιδιού των εναγόντων στον Καναδά ήταν να παρευρεθούν σε γάμο στις 29 Ιουλίου στο Τορόντο (βλ. σχετικό προσκλητήριο) και επ' ευκαιρία του ταξιδιού, σχεδίασαν ένα ταξίδι αναψυχής στο Κεμπέκ. Είναι εύλογο ότι έπρεπε να αντικαταστήσουν τα ενδύματα τους για τον γάμο και τις σχετικές κοινωνικές εκδηλώσεις, επιπλέον των απλών ενδυμάτων που χρειάζονταν για το υπόλοιπο ταξίδι. Ότι τα είδη που αναγκάστηκαν να αγοράσουν από τον Καναδά εξαιτίας της απώλειας της αποσκευής τους καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους εκεί κόστισαν συνολικά 1.701,13 Καναδικά Δολάρια, και σε Ευρώ 1.162,47 όπως περιγράφονται στην αγωγή και ειδικότερα 687,66 ευρώ τα προσωπικά είδη του πρώτου και 474,81 ευρώ τα προσωπικά είδη της δεύτερης. Στις 10.08.2017 ανέφεραν στην εναγόμενη την αγορά των ειδών αυτών σε φόρμα αξίωσης ενδιάμεσων εξόδων (Interim Expense Claim Form) που υπέβαλαν μέσω ΕΛΤΑ και προφανώς συνυπέβαλαν τις σχετικές αποδείξεις αγοράς αφού αυτό ζητά η εναγόμενη στην σχετική φόρμα της. Επομένως οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά το ποσό των (70,00+1.154,30+687,66=) 1.911,96 ευρώ ο πρώτος και (70,00+1.006,60+474,81=) 1551,41 ευρώ η δεύτερη. Περαιτέρω εξαιτίας της αθέτησης της υποχρέωσης εκ μέρους του μεταφορέα εναγόμενης, η οποία συνίσταται σε παράλειψη, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος πράγματος (αποσκευής), οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και εφόσον η αθέτηση αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρο 932 ΑΚ), οφείλεται στους ενάγοντες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον η αθέτηση αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρο 932 ΑΚ). Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης κρίνεται εύλογο το ποσό των 300,00 ευρώ για κάθε ενάγοντα. Για την καταστροφή της αποσκευής και του περιεχομένου της ευθύνεται, όπως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη διότι οι προστηθέντες αυτής επέδειξαν αμέλεια ως προς την προστασία της μεταφερόμενης αποσκευής και επομένως αίρεται ο περιορισμός της ευθύνης του μεταφορέα σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 22 της Συνθήκης του Μόντρεαλ, δηλαδή πρέπει να απορριφθεί η ένσταση της εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της στα 1000 ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα. Πρέπει κατά συνέπεια να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα ποσό 1.500,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι πρέπει να καταβάλει (1.911,96+300,00-1.500,00+) 711,96 ευρώ στον πρώτο και (1551,41+300,00-1.500,00=) 351,41 ευρώ στην δεύτερη. Όσον αφορά το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που να επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα και ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, γι' αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό ως προς την καταψηφιστική της διάταξη κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμο. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων βαρύνουν κατά ένα μέρος την εναγόμενη (άρθρ 178 ΚΠολΔ)…»

 


Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/


 

 

 

 

Χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης με μηχανικό μέσο.

 

 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 4621/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

«…Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, «αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ... Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Κατά δε το άρθρο 524 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα «η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της κατηργημένης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΑΠ 1075/2013 δημ. Νόμος, ΑΠ 1015/2005 Δ/νη 46,1101, ΑΠ 394/2011 ΧΡΙΔ 2012,55, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457). 

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα-ενάγουσα στον πρώτο βαθμό άσκησε την κρινόμενη έφεση κατά της 52/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην αυτής. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, εφόσον για το παραδεκτό αυτής κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό.

 

Με την από 20-10-2016 (αριθ. κατ. δικ. .) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπως αυτή ενδιαφέρει την παρούσα κατ' έφεση δίκη (αρθ. 522 ΚΠολΔ) η ενάγουσα ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του διαθέτη ... εξιστορούσε ότι στις 7-9-2015 απεβίωσε στην Αθήνα ο ... με την από 15-4-2011 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα εγκατέστησε γενική κληρονόμο του την κόρη του .... Με την από 19-8-2014 φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη του του ... που δημοσιεύθηκε νόμιμα ο ανωτέρω διαθέτης κατέλιπε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του μεταξύ άλλων στην εναγομένη ....

 

Η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη διότι δεν φέρει χρονολογία γραμμένη με το χέρι του διαθέτη, αλλά η χρονολογία έχει τεθεί με σφραγίδα, η δε τεθείσα στο κάτω μέρος του κειμένου της διαθήκης σφραγίδα του υπαλλήλου του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πελατών του Δήμου Αθηναίων για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής με ημεροχρονολογία 19-8-2014 δεν καθιστά έγκυρη την επίδικη διαθήκη.

 

Μετά το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της φερόμενης από 19-8-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του ... και να αναγνωρισθεί ότι η θυγατέρα της ... είναι η μοναδική κληρονόμος του ... δυνάμει της από 15 Απριλίου 2011 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε στις 28-09-2015 με το υπ' αριθ. 4244 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

 

Η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1716, 1718, 1721 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δεδομένου ότι έχει εγγραφεί όσον αφορά την αναγνωριστική αγωγή κληρονομικού δικαιώματος στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (βλ. το υπ' αριθ. ./17-11-2016 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αθηνών και στα βιβλία του Κτηματολογικού βιβλίου Χαλανδρίου (βλ. το υπ' αριθ. ./14-11-2016 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου).

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία, πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλο τύπο. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν συστατικούς όρους εγκυρότητας της διαθήκης. Η ιδιόγραφη διαθήκη για να έχει αποδεικτική ισχύ, πρέπει ολόκληρο το περιεχόμενο της όπως και η χρονολογία της να έχουν γραφεί ιδιοχείρως, δεν αρκεί δηλαδή να είναι απλώς και μόνο ιδιοχείρως υπογεγραμμένο το κείμενο της σύμφωνα με το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της (ΑΠ 708/2015 δημ. Νόμος, ΑΠ 807/2018 δημ. Νόμος, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1155/2005). Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλον τύπο. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, κατά δε το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη κατά τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

 

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, και αν ακόμη λείπει παντελώς η χρονολογία από την ιδιόγραφη διαθήκη, συγχωρείται ο καθορισμός αυτής εκ του περιεχομένου της, ακόμη και με τη χρησιμοποίηση γεγονότων εκτός αυτής κειμένων, τα οποία χρήζουν αποδείξεως, με μόνο σκοπό την αποσαφήνιση εκείνων που περιέχονται στη διαθήκη και από τα οποία προκύπτει η χρονολογία συντάξεως της (Ολ. ΑΠ 7/2017, Ολ. ΑΠ 1234/1982, Ολ. ΑΠ 97/1979, ΑΠ 1349/2014 δημ. Νόμος).

 

Η ανωτέρω περίπτωση αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της υπάρξεως μεν πλήρους χρονολογίας, η οποία όμως είναι ψευδής ή εσφαλμένη από σκοπού ή από πλάνη του διαθέτη. Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση ισχύει ο ως άνω κανόνας της §3 του άρθρου 1721 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται, εφόσον η αναλήθεια της χρονολογίας μπορεί να συνδυασθεί με κάποιο αυτοτελή λόγο ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως που συγκαλύπτεται (Ολ. ΑΠ 7/2017, ΑΠ 1520/2006, ΑΠ 1028/2002, ΑΠ 107/2000).

 

Από την υπ' αριθ. ./12-12-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, η οποία έχει ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της (Βλ. υπ' αριθ. ./7-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

Ο ..., ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα στις 7-9-2015 άφησε πλησιέστερη συγγενή του την κόρη του ... (Βλ. το από 4-10-2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αθηναίων και το υπ' αριθ. πρωτ. ./16-10-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Αθηναίων. Με την από 15 Απριλίου 2011 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. .../28-9-2015 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών εγκατέστησε γενική κληρονόμον του την του .... Το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης έχει επί λέξει ως εξής: «Η διαθήκη μου. Γενική κληρονόμο μου εγκαθιστώ την κόρη μου .... Η ..., την οποία παντρεύτηκα με πολιτικό γάμο στη Ρουμανία στις 6-6-83 δεν επιθυμώ να κληρονομήσει τίποτε απολύτως την αποκληρώνω αφού εδώ και χρόνια έχουμε παύσει να είμαστε πραγματικό ανδρόγυνο και απλώς συστεγαζόμαστε στο πατρικό μου σπίτι. Δεν επιθυμώ να με κληρονομήσει ο άνθρωπος ο οποίος προσπαθεί να με θέσει υπό δικαστική συμπαράσταση, αφού μάλιστα έχει ήδη εκδοθεί η υπ' αρ. .../2010 αποφ. του Πολ. Πρ. Αθ. η οποία λύει τον μεταξύ μας γάμο λόγω του ότι οι σχέσεις μας έχουν κλονισθεί ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο της .... Έτσι σύμφωνα και με το άρθρο 1842 ΑΚ έχω νόμιμο λόγο αποκλήρωσης της .... Έχω απολύτως σώας τας φρένας μου.

ΑΘΗΝΑ 15 Απριλίου 2011

Υπογραφή».

 

Εξάλλου με το υπ' αριθ. ./14-12-2015 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω διαθέτη, της οποίας το περιεχόμενο έχει επί λέξει ως εξής:

«Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος ... κατόπιν ορίμου σκέψεως και έχοντας σώας τας φρένας μου δηλώνω ότι τα υπάρχοντα μου κινητά και ακίνητα να μείνουν στη ... και στον γιό μας ... καθώς απαιτώ από τον ... να προσέχει την μητέρα του διότι μας έχει προσφέρει πάρα πολλά. Φυσικά με παράκληση μου στην συγκληρονόμο αδελφή μου   και ... να σεβαστούν την θέληση μου και να μην ενοχλήσουν την .... Ανακαλώ οποιαδήποτε προηγούμενη διαθήκη μου.

                                            Σας ευχαριστώ όλους.

Υστερόγραφο. Είναι ο μόνος άνθρωπος που μου στάθηκε ηλικρινά με αφωσίωση με αγάπη παρ' όλο που εγώ την κατηγορούσα αδίκως και δεν με διέψευσε ποτέ. Γι αυτό και εγώ την ευχαριστώ για όλα αυτά.

                                                       Υπογραφή».

 

Κάτω από την υπογραφή του διαθέτη υπάρχει έντυπη χρονολογία 19 ΑΥΓ 2014. Ακολουθεί θεώρηση του γνησίου της υπογραφής από υπάλληλο του ΚΕΠ με σχετική σφραγίδα και υπογραφή του υπαλλήλου και χρονολογία έντυπη 19 ΑΥΓ 2014.

 

Η εν λόγω διαθήκη είναι κατά την πλειοψηφούσα άποψη άκυρη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας καθόσον δεν έχει χρονολογηθεί ιδιοχείρως από το διαθέτη, αλλά έχει τεθεί έντυπη χρονολογία.

 

Ο μάρτυρας της ενάγουσας ... συνταξιούχος δικηγόρος στην ένορκη βεβαίωση του αναφέρει «ότι υπήρξε στενός προσωπικός φίλος του διαθέτη ..., το οποίον γνώριζε από το έτος 1971 και ήταν δικηγόρος του από το 1993. Ο διαθέτης ήταν πτυχιούχος της νομικής σχολής, απέκτησε την ιδιότητα του δικηγόρου αλλά δεν άσκησε ποτέ δικηγορία. Επιθυμούσε η περιουσία του να μείνει στην κόρη του ... και του ζητούσε αν πάθει κάτι να φροντίσει να πάρει η κόρη του την περιουσία του. Την ... την γνώρισε το έτος 1980 σε ταξίδι που αυτή είχε πραγματοποιήσει με τον σύζυγο της ... στη Ρουμανία. Αυτή μετά το θάνατο του συζύγου της άρχισε να παρενοχλεί το ζευγάρι ... και τη σύζυγο του ... και να κατηγορεί στο διαθέτη την εν λόγω σύζυγο του, με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση αυτής και την κατά κυριολεξία αρπαγή της μεγάλης περιουσίας .... Η ... έτρεφε άσβεστο μίσος για τη ... και επέτυχε να την χωρίσει από τον διαθέτη. Μετά το διαζύγιο η ... έφυγε από το σπίτι την άνοιξη του 2011, οπότε εγκαταστάθηκε στο σπίτι του η ... ως βοηθός-φροντιστής του και αυτός έγινε έρμαιο στα χέρια της. Συχνά του εκμυστηρευόταν ο διαθέτης ότι αυτή τον κτυπούσε. Ο διαθέτης εν γνώσει του έγραψε άκυρη διαθήκη. Ως πτυχιούχος της νομικής και παρά την πίεση που είχε υποστεί από τη ... ήξερε πολύ καλά ότι στην ιδιόγραφη διαθήκη πρέπει όλα να είναι γραμμένα με το χέρι του, το οποίο εφάρμοσε στη διαθήκη του 2011, η οποία αποτυπώνει την πραγματική βούληση του, όπως του την είχε εκφράσει επανειλημμένα. Γίνεται φανερό από τη σύγκριση των δύο διαθηκών ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε από τον ... κάτω από την ασφυκτική πίεση πιθανώς της ίδιας της ..., όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της και μη έχοντας άλλη διέξοδο για να την καταστήσει άκυρη, επίτηδες δεν έβαλε ιδιόγραφη χρονολογία και όταν του ζητήθηκε να θεωρήσει το γνήσιο της υπογραφής του στο ΚΕΠ πήγε θεωρώντας ότι με το να τεθεί χρονολογία με σφραγιδάκι δεν θα καλυφθεί η ακυρότητα».

 

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, ήτοι της Προέδρου …  η ένδικη διαθήκη είναι έγκυρη για τους κάτωθι λόγους: Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων 1721 και 1728 ΑΚ η ιδιόχειρη χρονολογία από το διαθέτη είναι στοιχείο απαραίτητο για το κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης, διότι ο χρόνος σύνταξης αυτής έχει πολλαπλή σημασία για το κύρος της καθόσον εκτός των άλλων από τη χρονολογία κρίνεται η ικανότητα ή ανικανότητα του διαθέτη για τη σύνταξη της, καθώς και σε περίπτωση πολλών διαθηκών το ποία από αυτές είναι προγενέστερη ή η τελευταία. Η χρονολογία δύναται να τεθεί στην αρχή ή το τέλος της διαθήκης ή οπουδήποτε του περιεχομένου της. Δύναται επίσης να τεθεί προ της υπογραφής ή και μετά από αυτή ακόμη και επί του φακέλου που περιέχει τη διαθήκη, αρκεί να τελεί προς την υπογεγραμμένη από το διαθέτη διάταξη τελευταίας βουλήσεως σε τοιαύτη τοπική και εσωτερική συνάφεια, ώστε να δύναται να θεωρηθεί χρονολογία (βλ. Μπαλή κληρονομικό δίκαιο, παρ. 33, σελ. 53, Εμ. Βουζίκα, κληρονομικό δίκαιο σελ. 240, Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο Αστικός Κώδικας κατ' άρθρο ερμηνεία τόμος Ι.Χ. κληρονομικό δίκαιο σελ. 124, παρ. 22). Η μνημονευόμενη στη διαθήκη χρονολογία θεωρείται βεβαία, ήτοι αληθής, ως προς τους τρίτους, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, διότι η χρονολογία απαιτείται ρητά από το νόμο ως ουσιώδες στοιχείο του κύρους της διαθήκης. Αυτό σημαίνει ότι η χρονολογία τεκμαίρεται αληθής, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Η διάταξη του άρθρου 226 ΚΠολΔ περί βεβαίας χρονολογίας των ιδιωτικών εγγράφων δεν έχει εφαρμογή στην ιδιόγραφη διαθήκη, διότι αν ο νόμος δεν απέδιδε πίστη στην αλήθεια της φερόμενης χρονολογίας, δεν θα επέβαλλε της σημείωσης αυτής. Αυτά όμως ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι έχει τεθεί πλήρης και υπαρκτή χρονολογία. Όταν αντιθέτως η χρονολογία είναι ελαττωματική, δηλαδή ελλιπής ή αδύνατη, παύει να είναι βεβαία. Το βάρος απόδειξης πραγματικής ή πλήρους χρονολογίας έχει σ' αυτήν την περίπτωση, όποιος επικαλείται την εγκυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης (βλ. Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο ο.π. σελ. 128, περ. 38, Μπαλή ο.π., παρ. 38, σελ. 59, Εμ. Βουζίκα ο.π., παρ. 27 σελ. 244). Περαιτέρω από το συνδυασμό των ιδίων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι και όταν ακόμη λείπει παντελώς η χρονολογία από ιδιόγραφη διαθήκη συγχωρείται ο καθορισμός αυτής εκ του όλου περιεχομένου της καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνεται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία, είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης. Συνεπώς, αν μεν είναι εφικτός, με τον τελευταίο τρόπο ο προσδιορισμός της ελλείπουσας χρονολογίας της διαθήκης, κατά κάποιον τρόπο ώστε να προκύπτουν όλα τα απαιτούμενα για το κύρος αυτής στοιχεία, ήτοι ημέρα, μήνας και έτος η διαθήκη έχει πλήρη χρονολογία και θέμα ακυρότητας της λόγω ελλείψεως της δεν τίθεται (Ολ. ΑΠ 7/2017, Ολ. ΑΠ 1234/1982, Ολ. ΑΠ 97/1979, ΑΠ 1348/2014, ΑΠ 511/2000, ΑΠ 167/2006, ΑΠ 509/1983). Με έλλειψη της χρονολογίας της ιδιόγραφης διαθήκης ισοδυναμεί και η χρονολογία που δεν έχει τεθεί με το χέρι του διαθέτη, όπως με το χέρι τρίτου προσώπου ή με μηχανικό μέσο (βλ. ΑΠ 726/2016 ΤΝΠ-Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση στο τέλος του κειμένου της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης με το παραπάνω περιεχόμενο, έχει τεθεί η υπογραφή του διαθέτη, και μετά από αυτή έντυπη χρονολογία με μηχανικό μέσο 19 ΑΥΓ. 2014. Ακολουθεί θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του διαθέτη από υπάλληλο του ΚΕΠ του Δήμου Αθηναίων, με σχετική σφραγίδα και έντυπη ημερομηνία 19 ΑΥΓ. 2014. Η χρησιμοποίηση μηχανικού μέσου και όχι ιδιόχειρης γραφής του διαθέτη για την ημερομηνία της διαθήκης ισοδυναμεί κατά τα προαναφερόμενα με έλλειψη χρονολογίας αυτής. Με τη θεώρηση όμως του γνησίου της υπογραφής του διαθέτη η διαθήκη απέκτησε βέβαιη χρονολογία κατά το άρθρο 446 ΚΠολΔ εκείνη της 19 Αυγούστου 2014, ημερομηνία κατά την οποία προσκομίσθηκε στο ΚΕΠ του Δήμου Αθηναίων από το διαθέτη, όπου υπογράφηκε από αυτόν, βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής του από τον αρμόδιο υπάλληλο και θεωρήθηκε νόμιμα. Και ναι μεν κατά τα προαναφερόμενα δεν εφαρμόζεται το άρθρο 446 ΚΠολΔ στην ιδιόγραφη διαθήκη τούτο όμως έχει την έννοια, ότι δεν απαιτείται η θεώρηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες για να θεωρηθεί βεβαία η μνημονευόμενη σ' αυτή χρονολογία και όχι ότι αν τυχόν φέρει βεβαία χρονολογία λόγω θεωρήσεως αυτής από την αρμόδια αρχή, στερείται αυτή εννόμων συνεπειών. Έτσι η ελλείπουσα στην προκειμένη περίπτωση ιδιόχειρη υπογραφή του διαθέτη μπορεί να προσδιορισθεί και εξακριβωθεί κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ως προς όλα αυτής τα στοιχεία ήτοι ημέρα, μήνα και έτος από την υπάρχουσα σε αυτό τούτο το έγγραφο της διαθήκης, μετά το κείμενο αυτής βεβαία ημερομηνία θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του, ως προς την οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν προσβάλλεται ως πλαστή (άρθ. 438 ΚΠολΔ). Η ημερομηνία αυτή συνδέεται οπωσδήποτε αποκλειστικά με τη σύνταξη της διαθήκης, αφού κατ' αυτήν ο διαθέτης εμφανίστηκε ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του ΚΕΠ και έθεσε την υπογραφή του, με την οποία περατώθηκε η κατάρτιση της, και βεβαιώθηκε η οριστική έκφραση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, ώστε από αυτή τεθείσα επί του εγγράφου της διαθήκης και χωρίς κάποιο άλλο γεγονός που να αναφέρεται στο κείμενο της, συνάγεται ο ακριβής χρόνος σύνταξης της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαθέτη, ναι μεν αποτελεί προσθήκη τρίτου στο έγγραφο της διαθήκης, εφόσον όμως έχει τεθεί μετά το κείμενο και την υπογραφή του διαθέτη ουδόλως επιδρά στο κύρος της (Α. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλο ο.π. σελ. 123, Εμ. Βουζίκα ο.π. σελ. 237).

 

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή κατά πλειοψηφία ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη αγωγή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της φερόμενης από 19-8-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του ..., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ./14-12-2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Να αναγνωρισθεί ότι η ... είναι η μοναδική κληρονόμος του ... του ..., δυνάμει της από 15 Απριλίου 2011 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε στις 28-9-2015 με το υπ' αριθ. . πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η εφεσίβλητη εναγομένη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας - ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ)…

 

Στεφανία Σουλή

Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια

https://stefaniasouli.gr/