Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Δικαίωμα πληροφόρησης του γονέα για τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ανήλικου τέκνου


 

 
Κατά τα άρθ. 1 και 2 του ν.δ/τος 1059/71 οι κάθε μορφής καταθέσεις είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57, 361 και 288 ΑΚ, άρθ. 2 του ν. 2076/92, του ν.1858/89 και άρθ. 27 του ν. 1868/89, προκύπτει ότι η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπεύθυνων φυσικών προσώπων της, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσεως καταθέσεων και λογαριασμών και όχι μόνο των εις χρήμα καταθέσεων των πελατών της, έναντι παντός τρίτου και απαγορεύεται η παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας ή γνωστοποίησης σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις και λογαριασμούς (σχετ. ΟλΑΠ 3/93 ΕλΔ 1993.1458, Τριανταφυλλάκης ΕλΔ 1993.1445 επ. Γραμματίκας, Το Τραπεζ. Απόρρητο, 1991 § 18 σ. 150 Κουτσούκης, Το Τραπ. Απόρρητο, 1994 σ. 65 επ.• Βελέντζας, Τραπεζ. Απόρρητο, 1998 σ. 412 επ.• βλ. όμως ΟλΑΠ 1225/75 ΝοΒ 1976.189, πριν από το ν. 1868/89). Το απόρρητο όμως δεν αντιτάσσεται έναντι προσώπων δικαιούμενων κατά το νόμο να λάβουν γνώση των τραπεζικών λογαριασμών του πελάτη, όπως λ.χ. των συνδίκων της πτώχευσης, των πληρεξουσίων, εκτελεστών διαθήκης κ.λπ. και κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω, έναντι των ασκούντων τη γονική μέριμνα σε σχέση με καταθέσεις του ανηλίκου (σχετ. Τριανταφυλλάκης, ό. ανωτ.). Ειδικότερα, κατά τα άρθ. 1510 και 1516 ΑΚ τη γονική μέριμνα για το ανήλικο τέκνο, η οποία περιλαμβάνει και τη διοίκηση της περιουσίας και εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία, ασκούν από κοινού οι δύο γονείς, ο κάθε ένας όμως από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας, πλην άλλων περιπτώσεων και όταν πρόκειται για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του. Ως τρέχουσα διαχείριση πρέπει να θεωρηθεί ιδίως, η εγγραφή στο σχολείο ή το φροντιστήριο, η επίσκεψη στο γιατρό και οι σχετικές πληρωμές, η πληρωμή ή είσπραξη τρεχουσών απαιτήσεων, όπως η πληρωμή δόσεων τρεχόντων χρεών, φόρων, τοκοχρεωλυσίων, εισπράξεις μισθωμάτων, τοκομεριδίων, ενέργεια καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς (Αγαλλοπούλου σε Γεωργ. Σταθ. ΑΚ άρθ. 1516 αριθ. 9, 10, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ΟικΔικ έκδ. 1990, σ. 37 Βαθρακοκοίλης, Αναλ. Ερμ. Νμλγ ΑΚ 1989, άρθ. 1516) και γενικά στην έννοια υπάγεται κάθε πράξη διαχείρισης που κατά την κοινή αντίληψη των συναλλαγών λόγω της ασημαντότητας των σύμπραξη και των δύο γονέων. Στην κατηγορία των εν λόγω πράξεων, εν όψει των προεκτεθέντων, κατά την έννοια του νόμου, υπάγεται και η δυνατότητα πληροφόρησης του ενός γονέα περί των τραπεζικών λογαριασμών του τέκνου, αφού οι συνέπειες της απλής πληροφόρησης δεν έχει οικονομικές συνέπειες επί της περιουσίας του ανηλίκου.

Συνεπώς η Τράπεζα, η οποία παρέχει πληροφορίες και αντίγραφα του λογαριασμού του τέκνου στον ένα μόνο από τους γονείς, χωρίς τη σύμπραξη του άλλου, δεν παραβιάζει το τραπεζικό απόρρητο υπό την εκτεθείσα έννοια, έστω και αν ο λογαριασμός του τέκνου είναι κοινός με τον άλλο γονέα. (Βλ. ΕφΑθ 1664/2001, ΕλλΔνη 2002, 1703 επ. & Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ)

 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Έγκληση (Μήνυση) για αδίκημα κατά του ανηλίκου




Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1 και 118 παρ.2 ΠΚ συνάγεται ότι σε όσες περιπτώσεις για την άσκηση της ποινικής διώξεως ο νόμος απαιτεί έγκληση, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους της.

Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος αυτής και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους ηλικίας του μόνο αυτός (παθών). Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1510 παρ. 1 εδ. α, 1511 παρ. 1, 1512 και 1516 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το ν. 1329/1983 και κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 68 αυτού, εφαρμόζονται και για τα τέκνα που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, συνάγεται ότι οι γονείς του ανήλικου τέκνου, στους οποίους ανήκει η γονική μέριμνα, που περιλαμβάνει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του ή την περιουσία του, είναι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού και από τη φύση και το χαρακτήρα της γονικής μέριμνας, ως λειτουργικού δικαιώματος το οποίο είναι συνάμα και καθήκον των γονέων, η άσκηση αυτής γίνεται από κοινού πάντοτε προς το συμφέρον του τέκνου, με την έννοια ότι από κοινού ρητώς ή σιωπηρώς αποφασίζουν για τη λήψη των μέτρων τα οποία επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου τους χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπράττουν και κατά την επιχείρηση της ενέργειας με την οποία πραγματώνεται το περιεχόμενο του μέτρου που έχουν συναποφασίσει. Μάλιστα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία πρόκειται για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανήλικου, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια αυτού, από τη φύση και το χαρακτήρα της και γιατί πρέπει να υποβληθεί μέσα στην καθοριζόμενη προθεσμία των τριών μηνών και γιατί για το συμφέρον του τέκνου επιβάλλεται η ταχύτερη τιμώρηση του δράστη της αξιόποινης πράξης και η εκκαθάριση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε απ αυτήν σε βάρος του ανήλικου, μπορεί να γίνει και μόνο από τον ένα γονέα. (βλ. ΑΠ 1134/1996, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 1239/2002 Αρμ2002, 1617 επ.)





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/


 

Τι είναι Μη Κυβερνητική Οργάνωση (Νομοθεσία)


 
Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.), υπό την έννοια του N. 2731/1999, είναι μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που έχουν ως αντικείμενο, κυρίως, την παροχή επείγουσας ανθρωπιστικής, επισιτιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας προς τους πληθυσμούς αναπτυσσόμενων χωρών, προκειμένου να συντελέσουν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη αυτών των χωρών.

Η Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας του Υπουργείου Εξωτερικών (Υ.Δ.Α.Σ.) τηρεί το Ειδικό Μητρώο Μ.Κ.Ο..

Μη Κυβερνητική Οργάνωση εγγράφεται στο Ειδικό Μητρώο ύστερα από αίτησή της και εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:

1. Έχει κατατεθεί το Καταστατικό της Οργάνωσης στην Υ.Δ.Α.Σ..

2. Προβλέπεται από το Καταστατικό της Οργάνωσης ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας της και το αντικείμενό της είναι σύμφωνο με τη διάταξη της παραγράφου 1.

3. Η δράση της Οργάνωσης δεν εξαρτάται από κανένα δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

4. Για Μ.Κ.Ο. που χρηματοδοτούνται από άλλα Υπουργεία εκτός από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από φορείς με κονδύλια προερχόμενα από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για δράσεις Αναπτυξιακής Συνεργασίας και Βοήθειας προς τρίτες χώρες απαιτείται πριν από τη χρηματοδότησή τους να είναι εγγεγραμμένες στο Ειδικό Μητρώο Μ.Κ.Ο. που τηρεί η Υ.Δ.Α.Σ., καθώς και σύμφωνη γνώμη της Υπηρεσίας αυτής

 

 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/


 

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Ενώσεις προσώπων και σωματεία



 

Ο νόμος με τις διατάξεις των άρθρων 78 έως 106 ΑΚ ρυθμίζει τα των σωματείων, ήτοι της ενώσεως είκοσι (20) τουλάχιστον φυσικών προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό και έχει νομική προσωπικότητα, την οποία αποκτά κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις πού διαγράφονται από το νόμο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 107 ρυθμίζει τα των ενώσεων προσώπων πού δεν αποτελούν σωματεία, η ύπαρξη των οποίων προβλέπεται από τη διάταξη του αρθ. 12 § 3 του Συντάγματος και η οποία (πρόβλεψη) προκαλεί και την ανάγκη ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων που η, παραδεκτή κατά το Σύνταγμα, ύπαρξη και δράση τους προκαλεί.

Όμως η διάταξη αυτή του άρθρου 107 ΑΚ δεν προσδιορίζει επαρκώς την έκταση της δικαστικής προστασίας των μελών των ενώσεων αυτών προσώπων διότι προβλέπει μόνον ότι, εάν δεν ορίζεται άλλως, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις εταιρείες και ότι εάν ή ένωση αυτή μετατραπεί σε σωματείο η μεταβίβαση της περιουσίας στο τελευταίο γίνεται κατά τις κοινές διατάξεις και δεν θεωρείται ότι επήλθε καθολική διαδοχή. Προϋπόθεση υπαγωγής νομικού μορφώματος στην έννοια της ενώσεως προσώπων του άρθρου 107 ΑΚ είναι η ένωση που στερείται νομική προσωπικότητα, απαρτίζεται από πλείονα του ενός πρόσωπα, να μην είναι ευκαιριακή, να επιδιώκει ορισμένο σκοπό, να έχει σωματειακή οργάνωση, να εμφανίζεται στις (υπό ευρεία έννοια) συναλλαγές ως ενότητα και κατά την δομή της η υπόσταση της να διατηρείται ανεξάρτητη από τις μεταβολές των προσώπων - μελών της. Το τελευταίο τούτο την αντιδιαστέλλει από την εταιρεία, επειδή επί εταιρείας οι συμβαλλόμενοι ως μέλη αποδίδουν προέχουσα σημασία στο προσωπικό στοιχείο των μελών της και συνεπώς, κατά κανόνα (άρθρα 773, 775, 766 ΑΚ), οι μεταβολές πού επέρχονται στο πρόσωπο εταίρου ή και η δια καταγγελίας αποχώρηση του, επιφέρουν τη λύση της εταιρείας (ενώ στην απλή ένωση προσώπων η σχέση των μελών μεταξύ τους είναι σωματειακής υφής και συνεπώς ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση, η πτώχευση ή η αποχώρηση του μέλους δεν επηρεάζει την υπόσταση της ενώσεως αλλά περιορίζεται μόνο στο μέλος αυτό), πέραν του ότι στην εταιρεία δημιουργείται ενοχικός δεσμός μεταξύ των μελών της, ο οποίος δεν είναι διακριτός, αλλά ούτε και ευχερώς νοητός στην ένωση προσώπων, όπου ο δεσμός έχει σωματειακή υφή, ακριβώς λόγω της μακροχρονίου διαρκείας του και της κατά τα ανωτέρω επιβιώσεως του νομικού μορφώματος και πέραν της ιδιότητος των ιδρυτικών μελών ως τοιούτων, ακόμη δε και μετά τον θάνατο των τελευταίων. Όμως πέραν των ανωτέρω η κεφαλαιώδης διαφορά του προβλεπομένου από το άρθρο 78 ΑΚ σωματείου και της άνω ενώσεως προσώπων είναι η νομική προσωπικότητα του πρώτου και συνεπώς η ένωση προσώπων στερείται παν ό,τι προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας ενώ κατά τα λοιπά ή ένωση προσώπων αναγκαίως έχει εσωτερική οργάνωση και συνεπώς διατάξεις πού αφορούν τα σωματεία, κατ' αρχήν, εφαρμόζονται αναλογικά και στην ένωση προσώπων, εκτός εκείνων πού προϋποθέτουν νομική προσωπικότητα.

Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 107 ΑΚ ορίζει και μάλιστα αδιαστίκτως ότι επί ενώσεως προσώπων εφαρμόζονται οι διατάξεις περί των εταιρειών, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο, αλλά βάσει των ανωτέρω παραδοχών η ένωση προσώπων ρυθμίζεται βάσει των διατάξεων περί σωματείων, περί εταιρειών και των σχετικών συμφωνιών των μερών, ως εκ της φύσεως της ενώσεως προσώπων ως ενός μορφώματος μεταξύ σωματείου και εταιρείας.

Επειδή για τη σύσταση της ενώσεως δεν απαιτούνται μεν οι αναγκαίες διατυπώσεις συστάσεως σωματείου (συστατική πράξη, καταστατικό και δικαστική απόφαση), αλλά αρκεί η συμφωνία των ιδρυτών στην οποίο περιέχονται οι κανόνες οργανώσεως (όργανα της ενώσεως και καταστατικό λειτουργίας της), η ιδιότητα του μέλους, από την οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αποκτάται είτε από την αρχή κατά τη σύσταση είτε με μεταγενέστερη προσχώρηση κατά τους όρους του αναγκαίως εν τοις πράγμασι συμφωνηθέντος καταστατικού.

Δηλαδή, αναγνωριζομένη από το Σύνταγμα, οργάνωση της ενώσεως προσώπων έχει ως θεμέλιο τη σχετική συμφωνία των ιδρυτικών μελών (περί την ίδρυση και τη λειτουργία της, περί την επωνυμία, περί την συγκρότηση της διοικήσεως αλλά και περί την πειθαρχική διαδικασία) αλλά και τις "οιονεί προσχωρήσεις" των επιγενομένων τοιούτων. Αν δεν προβλέπεται ειδικώς άλλος τρόπος οργανώσεως, τα όργανα της ενώσεως είναι η συνέλευση των μελών (ως βουλευόμενο όργανο που έχει και το τεκμήριο αρμοδιότητος για όσα δεν γίνεται ειδική πρόβλεψη στο καταστατικό, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 93 ΑΚ), το διοικητικό συμβούλιο (ως εκτελεστικό όργανο) και κάθε άλλο όργανο που προβλέπεται από το καταστατικό.

Τα μέλη για τα διαπραττόμενα παραπτώματα υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία που ασκείται από τα προβλεπόμενα από το καταστατικό όργανο εν ελλείψει δε σχετικής προβλέψεως στο καταστατικό από τη συνέλευση. Η πειθαρχική εξουσία κατ' αρχήν ελέγχεται από τα δικαστήρια, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 88 και 101 ΑΚ, κυρίως μεν διότι έλεγχος δεν συνάπτεται με την νομική προσωπικότητα, εν πάση δε περιπτώσει διότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ των μετεχόντων στα αναγνωριζόμενα από το Σύνταγμα νομικά αυτά μορφώματα δεν είναι νοητό να παραμένουν εκτός εννόμου προστασίας των μετεχόντων αυτά.

Η προστασία αυτή όμως δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη εμβέλεια εξ απόψεως αποτελεσμάτων, διότι οι δεσμοί αυτών των ενώσεων δεν έχουν την επικύρωση των τοιούτων των σωματείων, η δε συνταγματικώς παρεχομένη ευχέρεια συμμετοχής σε νομικά μορφώματα σκοπού μη ελεγχθέντος υπό του δικαιϊκού συστήματος, (ως ελέγχεται επί σωματείων) δεν επάγεται άνευ ετέρου και αντίστοιχη υποχρέωση της εννόμου τάξεως να εφαρμόσει αδιαστίκτως και σε κάθε περίπτωση αναλογικώς και καθ' όλη της την έκταση την περί σωματείων νομοθεσία, παρά μόνον εκεί όπου η φύση και ο σκοπός της ενώσεως προσώπων προσιδιάζουν. Όμως επί νομικών μορφωμάτων προσιδιαζόντων σε κοινά σωματεία, ουδείς τοιούτος λόγος συντρέχει ώστε να μη παρασχεθεί και επ' αυτών αντίστοιχη δικαστική προστασία. Σημειώνεται δε ότι η σύσταση και η ύπαρξη της ενώσεως προσώπων αλλά και το περιεχόμενο του καταστατικού (το οποίο δεν είναι ανάγκη να είναι γραπτό) αποτελεί αντικείμενο ισχυρισμού και αποδείξεως κατά τις κοινές διατάξεις. ( βλ. ΑΠ 511/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ)

 



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

 

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Μονογονεϊκή υιοθεσία



 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ. αρ 520/2005 απόφασης  του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

 

''… Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, προϋπόθεση της υιοθεσίας αποτελεί και η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 18 ετών και ενός μεγίστου 50 ετών. Η ratio θέσπισης ανωτάτου ορίου διαφοράς ηλικίας είναι ότι οι θετοί γονείς με μεγάλη διαφορά ηλικίας από το υιοθετημένο τέκνο δεν προσφέρουν τα εχέγγυα για τη δημιουργία ομαλών σχέσεων με το παιδί και συνακόλουθα για την ομαλή ανατροφή του (βλ. Εισηγητική έκθεση του ν. 2447/1996). Ωστόσο, η άτεγκτη προσκόλληση στο ανώτατο αυτό όριο και στην προβαλλόμενη δικαιολογητική του βάση, αποκρούεται σήμερα με τα εξής κυρίως επιχειρήματα: (α) Ο σκοπός εξασφάλισης της διαβίωσης και ανάπτυξης του θετού τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς καλύπτεται πρωτίστως και εξίσου αποτελεσματικά από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο, απόλυτο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το 60ό έτος, ώστε να μην χρειάζεται και ένας επιπλέον φραγμός, (β) Επιπλέον, το ίδιο το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν εξαντλείται μόνο στην ανατροφή του τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς, αλλά περιλαμβάνει και τις μελλοντικές ωφέλειες, που αυτό θα αποκομίσει από την ίδρυση της συγγένειας με τον υιοθετούντα. Το ότι η υιοθεσία πρέπει πάντα να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετούμενου (σύμφωνα και με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β’ ΑΚ) αποτελεί κατευθυντήρια αρχή και αναγκαίο ερμηνευτικό πρόκριμα κάθε εγχειρήματος προσέγγισης των διατάξεων που περιλαμβάνει το περί υιοθεσίας κεφάλαιο του ΑΚ, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει συνεπώς να ερμηνεύεται και αυτή του άρθρου 1544 ΑΚ, (γ) Με το τρίτο, εξάλλου, εδάφιο του άρθρου 1544 εισάγεται απόκλιση από τον κανόνα του πρώτου εδαφίου, έτσι ώστε σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου ή ύπαρξης σπουδαίου λόγου, το ελάχιστο κατώτατο όριο ηλικίας να προσδιορίζεται στα 15 χρόνια αντί των 18. Η καθιέρωση των δύο αυτών αποκλίσεων ερείδεται στο συμφέρον του τέκνου και δικαιολογούν έτσι την κάμψη του κανόνα για το ελάχιστο της διαφοράς ηλικίας. Το συμφέρον, όμως, του υιοθετούμενου (ως σπουδαίου λόγου, που επιτρέπει την υιοθεσία) δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις, που η διαφορά ηλικίας υποβιβάζεται στα 15 χρόνια, αλλά, αντίστροφα, μπορεί να ικανοποιείται και με την υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ηλικίας. (δ) Τέλος, το άρθρο 8 §3 της Διεθνούς Σύμβασης «περί υιοθεσίας ανηλίκων» που υπογράφηκε την 24.4.1967 από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο και κυρώθηκε στη χώρα μας με το ν. 1049/1980 αποκτώντας έτσι αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού νόμου (άρθρο 28 §1 Σ), ορίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της υιοθεσίας στην περίπτωση, που η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου είναι μικρότερη από την ηλικία, που συνήθως χωρίζει τους γονείς από τα τέκνα τους. Η διαφορά, όμως, ηλικίας κατά τη σύμβαση, και μάλιστα κατώτατη, δεν τίθεται ως προϋπόθεση της υιοθεσίας, αλλά ως κριτήριο για την αξιολόγηση του πότε η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετούμενου. Επομένως, το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας, που δεν αποτελεί κριτήριο κατά τη σύμβαση, πρέπει ως επιλογή του εσωτερικού νομοθέτη, να συμπορεύεται προς τους ορισμούς των §§1 και 2 του άρθρου 8 αυτής, δηλαδή η υιοθεσία πρέπει να διασφαλίζει το συμφέρον του ανηλίκου και ως εκ τούτου όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας. Υπό το πνεύμα αυτό, και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1544 εδ. α’ ΑΚ (ως προς την ανώτατη διαφορά ηλικίας) πρέπει να ερμηνεύεται ως παρέχουσα συνεκτιμητέα ένδειξη περί το συμφέρον του υιοθετουμένου (ΑΚ 1542 εδ. β’) και όχι ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ιδίως δε όταν η τελευταία γίνεται με τήρηση του ανώτατου ορίου ηλικίας του υιοθετούντος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 1543 ΑΚ (βλ. ΕφΑθ 4955/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ˙ ΕφΑθ 489/2001 ΕλλΔνη 2001, 957˙ ΕφΘ 2020/ 1999 Αρμ 1999. 1065˙ ΠΠρΑθ 815/2002 αδημ.˙ ΠΠρΘ 31030/2000 Αρμ 2001. 1205˙ ΠΠρΗρ 509/1997 ΕλλΔνη 1998. 227˙ Βαθρακοκοίλη, Το νέο Οικογενειακό Δίκαιο, έκδ. β’, άρθρο 1544, σ. 1077˙ Κουτσουράδη, Γνμδ., ΕλλΔνη 1997. 1986• Δούβλη, Γνμδ., ΕλλΔνη 2001. 1262).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1558 του ΑΚ, το Δικαστήριο απαγγέλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και τη συνταχθείσα προηγουμένως βάσει του άρθρου 1557 ΑΚ έκθεση κοινωνικής έρευνας, ότι, ενόψει της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους για προσαρμογή, η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο. Ως συμφέρον του υιοθετούμενου, που ανάγεται σε ειδική προϋπόθεση της υιοθεσίας, νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που συναρτάται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο και προέχει έναντι του πρώτου. Το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά τον χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επίσης, οι δημιουργούμενοι με την υιοθεσία όροι για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετούμενου πρέπει να είναι ευνοϊκότεροι από τους πριν από αυτήν υπάρχοντες (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμ. II, έκδ. 1998, σ. 312-313˙ Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1558, σ. 1119-1121• Φουντεδάκη, Υιοθεσία - Προϋποθέσεις, Διαδικασία, προσβολή, έκδ. 1998, σ. 147). Με τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 1557 του ΑΚ επιβάλλεται στην υιοθεσία ανηλίκου η διενέργεια κοινωνικής έρευνας, με αντικείμενο τη διακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της εξυπηρέτησης με την υιοθεσία του συμφέροντος του θετού τέκνου. Η έκθεση αυτή δεν έχει δεσμευτική ισχύ για το Δικαστήριο, υπό την έννοια ότι δεν αποκλείεται διαφοροποίηση του Δικαστηρίου από το πόρισμα αυτής (ΕφΘ 2610/1990 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ˙•ΠΠρΑθ 159/2005 αδημ.), αλλά στην περίπτωση αυτή η απόφαση πρέπει να αιτιολογεί ειδικά το λόγο της διαφοροποίησης, αλλιώς είναι αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 39/1993 ΑρχΝ 44. 315, ΠΠρΑθ 159/2005 ό.π. ΠΠρΑθ 567/2004 αδημ. Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1557 σ. 1442˙ Παπαδόπουλος, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, τόμ. Β’, 2003, σ. 439). (...).

Από τα νομίμως προσκομιζόμενα και με αριθμό 3/12.1.2004 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αποδεικνύεται ότι για την υιοθεσία συναίνεσε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο (άρθρο 1550 AK), μετά τη συμπλήρωση τριών μηνών από τη γέννησή του (άρθρο 1551 AK), η φυσική μητέρα του υιοθετούμενου νηπίου .... Κατά νόμο δεν υπάρχει πατέρας, αφού το τέκνο έχει γεννηθεί εκτός γάμου και δεν έχει χωρήσει εκούσια ή δικαστική αναγνώριση αυτού και συνεπώς αρκεί μόνο η συναίνεση της μητέρας (ΠΠρΑθ 159/2005 αδημ.˙ ΠΠρΑθ 1073/2004 αδημ.˙ Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 287˙ Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρθρο 1552, σ. 1130). Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι για την υπό κρίση υιοθεσία συναίνεσε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αίτησης, και η αιτούσα υποψήφια θετή μητέρα. Εξάλλου, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αιτούσας … σε συνδυασμό με τα έγγραφα, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα (...) (βλ. για το ότι στην εκούσια δικαιοδοσία δεν εφαρμόζονται οι περιορισμοί, που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, καθώς και για το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης, που ισχύει στη διαδικασία αυτή ΑΠ 289/1999 ΕλλΔνη 40. 1309˙ ΕφΠειρ 403/2004 ΔΕΕ 2004. 910˙ πρβλ και ΟλΑΠ 1328/1977 ΝοΒ 26. 1048˙ ΑΠ 672/1999 ΕλλΔνη 2000. 372 και 387) και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα, η οποία έχει ελληνική ιθαγένεια, είναι άγαμη, δεν έχει αποκτήσει γνήσιους κατιόντες και δεν έχει υιοθετήσει άλλον, ούτε δε και το προς υιοθεσία τέκνο έχει υιοθετηθεί από άλλον. Επίσης, είναι ικανή προς δικαιοπραξία, υγιής (...) και η οικονομική της κατάσταση είναι πολύ καλή. Ωστόσο, η πρόταση της κοινωνικής λειτουργού …, που διατυπώνεται στην από …...2004 έκθεση κοινωνικής έρευνάς της, είναι αρνητική με το σκεπτικό ότι η υπό κρίση υιοθεσία δεν στοχεύει στην ευημερία της υιοθετούμενης. Ως αρνητικά στοιχεία επισημαίνονται ειδικότερα η διαφορά ηλικίας μεταξύ της υποψήφιας θετής μητέρας και του προς υιοθέτηση τέκνου, η προχωρημένη βιολογική ηλικία της αιτούσας, η μονογονεϊκότητα της υποψήφιας θετής οικογένειας, που δεν θα καλύπτει πλήρως τις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού, η ανάπτυξη «μάλλον χαλαρής» σχέσης μεταξύ της αιτούσας και του νηπίου, η μέτρια οικονομική δυνατότητα αυτής και οι συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι. Η έκθεση αυτή, η οποία κατά τη μείζονα πρόταση στην αρχή της παρούσας συνεκτιμάται, δεν είναι όμως δεσμευτική για το Δικαστήριο, εν προκειμένω κρίνεται αφενός ατεκμηρίωτη, επειδή εξαντλείται σε κοινωνιολογικές απόψεις και αόριστες σκέψεις, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών για την ανεπάρκεια του προσώπου της υποψήφιας θετής μητέρας (...) και αφετέρου αντιφατική, αφού καταλήγει σε αρνητικό πόρισμα, ενώ έχει διαπιστώσει την αγάπη, που τρέφει η αιτούσα προς το υιοθετούμενο. Πιο συγκεκριμένα, από την ίδια την έκθεση κοινωνικής έρευνας, συνάγεται ότι η αιτούσα οδηγήθηκε στην απόφαση της υιοθεσίας του νηπίου αυτού από παιδοκεντρικά και μόνο κίνητρα και με πλήρη ανιδιοτέλεια, αφού εξ αρχής και με ευθύτητα εκδήλωσε την έντονη επιθυμία της να μεγαλώσει ένα παιδί (...), πράγμα που βεβαιώνεται και από το ψυχικό άλγος, που της προκάλεσαν οι επανειλημμένες σχετικές ιατρικές επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, και οι επακόλουθες ανεπιτυχείς προσπάθειες να μείνει έγκυος. Περαιτέρω, η κοινωνική λειτουργός αναφέρει ότι η υποψήφια θετή μητέρα καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μαζί της ήταν «ευγενική και έδειχνε συνεργάσιμη» (...), τον δε κοινωνικό, εξωστρεφή και χαμογελαστό της χαρακτήρα με πολλά ενδιαφέροντα επιβεβαιώνουν και όλοι οι εξετασθέντες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών μάρτυρες στις πιο πάνω αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους. Η από χρόνια, εξάλλου, διατηρούμενη σχέση μνηστείας της αιτούσας με συνάδελφό της, σχέση που από την έκθεση τίθεται ως κρίσιμη παράμετρος για τη διερεύνηση της προοπτικών ευόδωσης της υιοθεσίας, δεν δικαιολογεί τον υποδηλούμενο σκεπτικισμό που καταγράφεται στην έκθεση (...) δεδομένου ότι, όπως σημειώνεται και στην ίδια έκθεση (σ. 7) και επιβεβαιώνεται επιπλέον στην από 22.11.2004 ένορκη βεβαίωση του ως άνω προσώπου στη Συμβολαιογράφο Αθηνών, ο ίδιος διάκειται απολύτως θετικά υπέρ της δημιουργούμενης με την υιοθεσία προοπτικής σχέσεων. Πάντως, και ανεξάρτητα από την παράμετρο αυτή, η διαπιστούμενη από την έκθεση αβεβαιότητα ως προς το «είδος του πατρικού ρόλου που αυτός θα παίξει» ενόψει του ότι «δεν συγκεντρώθηκαν στοιχεία για τη στάση του» (σ. 15), δεν αίρει τη δεδομένη δυνατότητα της αιτούσας να ανταποκριθεί με αγάπη και προσήλωση στις απαιτήσεις της δημιουργούμενης από την υιοθεσία σχέσης της με το υποψήφιο τέκνο. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η διαμορφωθείσα έως σήμερα στενή σχέση τους, διάρκειας ήδη δυόμισι ετών, και η καλή ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, που, όπως κατέθεσε ενόρκως ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας (...), έχει προσαρμοστεί πλήρως στο περιβάλλον της αιτούσας (...). Η καλή, εξάλλου, οργανική και ψυχική υγεία της αιτούσας, η βιολογική της ηλικία (52 περίπου ετών) η οποία δεν θεωρείται πολύ μεγάλη με βάση τα σημερινά δεδομένα (ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω) και ιδιαίτερα η υπευθυνότητα, η τιμιότητα και το ήπιο του χαρακτήρα της, στοιχεία τα οποία καταθέτουν τόσο ο ως άνω μάρτυρας όσο και οι εξετασθέντες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών μάρτυρες, της επιτρέπουν να ανταποκριθεί με επιτυχία στα καθήκοντα της ανατροφής ενός παιδιού. Από τους ίδιους ως άνω μάρτυρες σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως βεβαιώσεις αποδοχών των τελευταίων δύο ετών από την….., όπου εργάζεται η αιτούσα, προκύπτει ότι η οικονομική της κατάσταση είναι ιδιαίτερα καλή, καθόσον τα εισοδήματά της (της τάξης περίπου των 4.500 ευρώ μηνιαίως) είναι πολύ υψηλότερα από τα εμφανιζόμενα στην οικεία φορολογική δήλωση και από τα αναφερόμενα (της τάξης των 2.500 ευρώ μηνιαίως) και χαρακτηριζόμενα ως «μέτρια» στην έκθεση της Κοινωνικής Έρευνας

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, και συνεκτιμώντας την ως άνω έκθεση κοινωνικής έρευνας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενόψει της προσωπικότητας, της υγείας, της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης της αιτούσας και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους προσαρμογής, η υιοθεσία είναι προς συμφέρον του υιοθετούμενου και θα αποβεί προς όφελός του (άρθρα 1542 εδ. β’ και 1558 ΑΚ). Επιβάλλεται δε από λόγους ηθικούς και κοινωνικούς, καθώς έχει δημιουργηθεί μια εν τοις πράγμασι οικογενειακή σχέση μεταξύ υιοθετούσης και υιοθετουμένης, αφού η αιτούσα ανατρέφει το υιοθετούμενο βρέφος από τους πρώτες δύο μήνες της ζωής του, η σχέση δε αυτή χαρακτηρίζεται από το συναισθηματικό δεσμό και την ψυχολογική ένταξη του υιοθετούμενου τέκνου στο περιβάλλον της υποψήφιας θετής μητέρας. Επιπλέον, η πρόταση της κοινωνικής λειτουργού, που περιέχεται στην ως άνω έκθεση κοινωνικής έρευνάς της, για προσωρινή φιλοξενία του βρέφους σε αναγνωρισμένο ίδρυμα με σκοπό την οριστική οικογενειακή του αποκατάσταση (...), δεκτής γενομένης, θα διαταράξει την ομαλή ψυχοπνευματική ανάπτυξη του τέκνου. Από όλα, λοιπόν, τα παραπάνω προκύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της υιοθεσίας και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη …"

 



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Δικαίωμα σύστασης Σωματείου


 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται το δικαίωμα της συνένωσης, "οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια".

Επίσης, με την από 4 Νοεμβρίου 1950 Σύμβαση της Ρώμης "δια την προάσπισην των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) Στο άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. α'ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Στην παρ. 2 δε του ίδιου άρθρου ότι η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από αυτούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, υγείας και ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων), β) Στο άρθρο 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και ότι το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης ως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι η άσκηση των ελευθεριών τούτων, συνεπαγόμενη καθήκοντα και ευθύνες, δύναται να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων γ) Στο άρθρο 11 παρ. 1 ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίδρυσης μετ' άλλων συνδικάτων και προσχώρησης σε συνδικάτα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους. Στη δε παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, ότι η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέρα από αυτούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το δικαίωμα να συνεταιρίζεται καθένας και να ιδρύει σωματεία μη κερδοσκοπικά, το δικαίωμα δε αυτό αποτελεί ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της ομαδικής πνευματικής κίνησης και δράσης, καθώς και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργάνωσης.
 
 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Υιοθεσία ενήλικου τέκνου Ουκρανού συζύγου


 
 
Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 1056/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ
 

 
«...Από τη διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ συνάγεται ότι η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί. Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης εντάσσεται και η υιοθεσία τέκνου της συζύγου του υιοθετούντος, αφού μεταξύ του τελευταίου και του τέκνου της συζύγου του υπάρχει συγγένεια εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1580, 1581, 1582 και 1542 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι προσθέτως απαιτείται η συνδρομή των κάτωθι προϋποθέσεων για την τέλεση της υιοθεσίας ενηλίκου: α) ο θετός γονέας πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του (άρθρο 1582 ΑΚ), β) ο θετός γονέας να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ χρόνια (άρθρο 1582 ΑΚ), γ) η υιοθεσία πρέπει να είναι προς το συμφέρον του ενηλίκου υιοθετουμένου (άρθρο 1542 εδ. β΄ σε συνδυασμό με 1580 ΑΚ). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1580 ΑΚ ορίζει ότι στην υιοθεσία ενηλίκου έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εφόσον δεν υφίσταται αντίθετη ειδικότερη διάταξη για την υιοθεσία ενηλίκου. Αναλογικά δε, μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις για την υιοθεσία ανηλίκου σε αυτή του ενηλίκου στο μέτρο και στο βαθμό που συνάδουν με τη φύση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της τελευταίας, ο οποίος συνίσταται στην ικανοποίηση της ανάγκης του υιοθετούντος για τη συνέχιση του ονόματος και της προσωπικότητας του, καθόσον υπάρχει ήδη μια οικογένεια. Συγκεκριμένα, η υιοθεσία ενηλίκου διαφοροποιείται από αυτή του ανηλίκου, ως προς το ότι ο υιοθετούμενος είναι πλήρως δικαιοπρακτικά ικανός, καθότι έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (άρθρο 127 ΑΚ), ως προς το ότι η γονική μέριμνα του φυσικού γονέα έχει παύσει στο σύνολο της για τους φυσικούς γονείς, από την ενηλικίωση του τέκνου (άρθρα 127, 1510, 1538 ΑΚ) και, τέλος, ως προς τα αποτελέσματά της, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1584 εδ. β' ΑΚ, μετά την τέλεση της υιοθεσίας του ενηλίκου, παραμένει αμετάβλητος ο βιολογικός και ηθικός δεσμός μεταξύ του θετού τέκνου και του άλλου φυσικού γονέα του και των συγγενών του, ως προς το είδος, τη γραμμή και το βαθμό της συγγένειας. Ενόψει όλων αυτών, δεν είναι εφαρμοστέα στην υιοθεσία ενηλίκου η διάταξη του άρθρου 1550 παρ. 1 ΑΚ, που προβλέπει τη συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετουμένου, ως προϋπόθεση για τη συντέλεση της υιοθεσίας ανηλίκου. Για τους ίδιους ως άνω λόγους πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1557 ΑΚ στην υιοθεσία ενηλίκου, που θέτει ως προϋπόθεση για την υιοθεσία ανηλίκου τη διεξαγωγή επισταμένης κοινωνικής έρευνας από κοινωνική υπηρεσία, καθότι ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει πνευματική και ψυχολογική ωριμότητα, προκειμένου να κρίνει το συμφέρον ή μη της τελούμενης υιοθεσίας (βλ. ΠΠρΘηβ 32/2009 ΕλλΔνη 2009.627 όπου και περαιτέρω παραπομπές). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής (διακρατικές υιοθεσίες), ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους (ΑΠ 1787/1988 ΕΕΝ 1989.855 ΝοΒ 1989.598, ΕφΑθ 2324/2005 ΕλλΔνη 2006.616, ΕφΘεσσαλ 1438/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσσαλ 25358/2007 Αρμ 2008.65), δηλαδή ορίζεται η επιμεριστική εφαρμογή της lex patriae κάθε μέρους. Με βάση τα παραπάνω για να είναι έγκυρη η υιοθεσία θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να υιοθετηθεί ο υιοθετούμενος κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ για τον υιοθετούντα η δυνατότητα υιοθεσίας θα κριθεί από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας. Εάν υφίσταται κώλυμα για το ένα μέρος, κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, να συνάψει υιοθεσία, καθίσταται αδρανής η ευχέρεια την οποία έχει το άλλο μέρος από το δίκαιο της ιθαγένειάς του να συνάψει τη σχέση υιοθεσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, εάν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου αυτού, η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου αποκλείεται όταν αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εναρμονίζεται προς τους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που επικρατούν κατά το χρονικό σημείο εφαρμογής της στην Ελλάδα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής. Αυτές αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στην αρμονία του ρυθμού αυτού, που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟλΑΠ 17/2008 Δ 2008.1029=ΕλλΔνη 2008.977, ΟλΑΠ 17/1999 ΕλλΔνη 1999.1288 ΔΕΕ 2000.181, ΟλΑΠ 6/1990 ΕλλΔνη 1990.552=ΝοΒ 1990.1321). Εφόσον διαπιστωθεί, ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει in concreto στην ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται. Σε αυτήν την περίπτωση η συγκεκριμένη βιοτική σχέση ή θα μείνει αρρύθμιστη (αλλά θα πρέπει τούτο να είναι ανεκτό από την ημεδαπή δημόσια τάξη) ή εάν δεν δύναται να μείνει αρρύθμιστη θα ρυθμιστεί κατ' εφαρμογήν έτερης διάταξης του αυτού εφαρμοστέου δικαίου. Εφόσον, δε, το τελευταίο δεν είναι δυνατό, η ρύθμιση της σχέσης θα επιτευχθεί κατ' εφαρμογήν του ημεδαπού δικαίου (lex fori) [Βρέλλης σε Γεωργιάδη- Σταθόπουλου ΑΚ, 33 αρ.6). Κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη το δίκαιο που ισχύει σε αλλοδαπή πολιτεία, τα έθιμα και τα συναλλακτικά ήθη και, εάν δεν τα γνωρίζει μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 932/30.12.2014 νομική πληροφορία του ελληνικού ινστιτούτου διεθνούς και αλλοδαπού δικαίου, στο ουκρανικό δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από το 18° κεφάλαιο (άρθρα 207-242) του ουκρανικού Οικογενειακού Κώδικα της 10.01.2002, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει (εφεξής ουκρΟικΚωδ). Η υιοθεσία τελείται δυνάμει δικαστικής απόφασης, κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος. Η υιοθεσία πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου και να του εξασφαλίζει ένα σταθερό και αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον. Επιτρεπτή είναι καταρχήν η υιοθεσία ανηλίκου, δηλαδή προσώπου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την υιοθεσία ενηλίκου, ο οποίος στερείται μητέρας ή πατέρα ή επιτρόπου (άρθρο 208 παρ. 2 ουκρΟικΚωδ). Κατά την εν λόγω κρίση το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του την οικογενειακή κατάσταση του υιοθετούντος, και κυρίως την έλλειψη βιολογικών τέκνων, καθώς και άλλες περιστάσεις βαρύνουσας σημασίας (άρθρο 208 ουκρΟικΚωδ). Περιστάσεις βαρύνουσας σημασίας συνιστούν ενδεχομένως τα κριτήρια του άρθρου 224 παρ.1 και 2 του ουκρΟικΚωδ, που οφείλει να εξετάζει το δικαστήριο στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου. Έτσι, σημασία στην εν λόγω έρευνα αποκτούν αφενός η υγεία, η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση καθώς και οι συνθήκες διαβίωσης του υιοθετούντος και αφετέρου η σχέση του με το τέκνο και οι πιθανότητες διασφάλισης μίας ομαλής και αρμονικής συμβίωσής τους. Μεταξύ υιοθετούντος και ενηλίκου υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον δέκα οκτώ ετών (άρθρο 211 παρ.2 ουκρΟικΚωδ). Τέλος, προκειμένου να είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της Ουκρανίας η υιοθεσία, που θα τελεστεί στην αλλοδαπή, τέκνου ουκρανικής ιθαγένειας με μόνιμη κατοικία εκτός Ουκρανίας από αλλοδαπό, απαιτείται η άδεια του Κέντρου Υιοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Ουκρανίας. Ωστόσο, ο τελευταίος αυτός όρος αποτελεί διαδικαστική και όχι ουσιαστική προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και συνεπώς δεν καλείται μέσω του άρθρου 23 παρ.1 ΑΚ σε εφαρμογή (πρβλ. ΠΠρΘεσσαλ 10204/2010 Αρμ 2010.1833, ΠΠρΑΘ 159/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑΘ 54/2015 αδημ.)….»

 




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Δημόσια υιοθεσία ανηλίκου - Αναπλήρωση της συναίνεσης της φυσικής μητέρας του τέκνου


 
 
Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 725/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  


 

"… Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1549, 1550, 1552 του ΑΚ και 800 του ΚΠολΔ για την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία τελείται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα, απαιτείται να συναινέσουν αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του. Η συναίνεση αυτή αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1552 του ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1552 παρ. 1 περ. δ' του ΑΚ, η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533 του ΑΚ και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού γονέα με δικαστική απόφαση είναι η σωρευτική ύπαρξη άρνησης συναίνεσης και καταχρηστικότητα αυτής (Βλ. ΠΠρΘεσ 6446/2013, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2021/2000, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που παρά την προηγηθείσα από μέρους τους κακή άσκηση της επιμέλειας, που είχε σαν συνέπεια την αφαίρεσή της με δικαστική απόφαση, μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους (βλ. Θ. Παπαχρίστου σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, υπό άρθρα 1550 - 1553, αρ. 30 και Κ. Παντελίδου, Οι τελευταίες αλλαγές στο δίκαιο της υιοθεσίας που επέφερε ο Ν. 2915/2001, Αρμ. 2002, σελ 833 επ). Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα στην κατάφαση της καταχρηστικότητας (βλ. Σχ. Πανταζόπουλου, Σκέψεις για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού γονέα με δικαστική απόφαση, λόγω καταχρηστικής άρνησης παροχής, ΈλλΔνη 1990, 738). Στην περίπτωση που εξετάζεται αίτημα αναπλήρωσης συναίνεσης φυσικού γονέα κατά το άρθρο 1552 παρ. 1 περ. δ' του ΑΚ, το δικαστήριο αποφασίζει, αφού ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή κατ’ άρθρο 1553 του ΑΚ (βλ. ΠΠρΘεσ 2572/2010, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

…Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή τους, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της από το Δικαστήριο, οι αιτούντες σύζυγοι, αμφότεροι ελληνικής ιθαγένειας, ζητούν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αβάπτιστο άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στο ….. στις …… 2012, από την ελληνικής ιθαγενείας … …., χωρίς γάμο της μητέρας του, με την αναπλήρωση της συναίνεσης της φυσικής μητέρας του τέκνου, όπως παραδεκτά διόρθωσαν κατ’ άρθρο 224 του ΚΠολΔ την αίτησή τους, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και με τις νομότυπα κατατεθείσες στο ακροατήριο έγγραφες προτάσεις τους, ισχυριζόμενοι ότι με δικαστική απόφαση αφαιρέθηκε η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου από τη φυσική μητέρα του και ανατέθηκε στο κέντρο παιδικής προστασίας με την επωνυμία «Η ΜΗΤΕΡΑ», από το οποίο και προστατεύεται, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση κατά τρόπο παραδεκτό εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να τη δικάσει κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 121 χου ΕισΝΑΚ, 3, 739, 740 παρ. 1 περ. α' και 800 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 του ΚΠολΔ νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. τη με αριθμό 9089Ε/7.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23, 1542, 1543, 1544, 1545, 1546, 1549, 1550, 1551, 1552, 1557 και 1558 του ΑΚ, 4, 7 παρ. 1, 3 του Ν. 2447/1996, 2 παρ. 3 του Π.Δ. 226/1999. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δοθέντος ότι προσκομίζεται εμπρόθεσμα η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1557 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 1 και 3 του Ν. 2447/1996, από 11.7.2014 έκθεση κοινωνικής έρευνας, η οποία διενεργήθηκε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό … της Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, για τους υποψήφιους θετούς γονείς, καθώς και η από 14.11.2014 αντίστοιχη έκθεση κοινωνικής έρευνας για τη φυσική μητέρα του προς υιοθεσία τέκνου, που διενεργήθηκε από την αρμόδια κοινωνική λειτουργό ... του Παραρτήματος Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η ΜΗΤΕΡΑ» του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Εξάλλου, οι αιτούντες σύζυγοι - υποψήφιοι θετοί γονείς, συναίνεσαν αυτοπροσώπως, ο καθένας για τον εαυτό του και για τον άλλο, για την προκείμενη υιοθεσία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε ιδιαίτερο γραφείο και χωρίς δημοσιότητα, κατ’ άρθρα 800 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 1549 του ΑΚ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 48/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η φυσική μητέρα του προς υιοθεσία ανήλικου τέκνου, προσερχόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 6.10.2014, αρνήθηκε να παράσχει τη συναίνεσή της για την υιοθεσία του τέκνου της κατ’ άρθρα 1550 και 1551 του ΑΚ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει, κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αν η συναίνεση της φυσικής μητέρας του τέκνου θα πρέπει να αναπληρωθεί. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι το προς υιοθεσία ανήλικο, όπως φέρεται, γεννήθηκε χωρίς γάμο των φυσικών του γονέων, το οποίο δεν έχει αναγνωρισθεί από τον πατέρα του, δεν απαιτείται η συναίνεση του φυσικού του πατέρα και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα συναίνεσής του στην αιτούμενη υιοθεσία (Βλ. ΠΠρΚοζ 186/2012, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΠΠρΘεσ 10204/2010, Αρμ 2010, 1833, ΠΠρθεσ 1453/2007, Αρμ 2008, 231, ΠΠρθεσ 8320/2007, Αρμ 2008, 61, ΠΠρθεσ 9852/2001, Αρμ 2001, 965, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. II, τευχ. Β', εκδ 1998, σελ. 287, Β. Βαθρακοκοίλη, Τo νέο Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 2000, σελ. 1099). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα…"

 


Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Διαζύγιο και Αλβανικό Δίκαιο (Διαζύγιο αλβανών στην Ελλάδα)






Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ.8272/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.


«… Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των ελληνικών Δικαστηρίων υπάγονται έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού Δικαστηρίου. Κατά δε το άρθρο 39 του ίδιου κώδικα, γαμικές διαφορές μπορούν να εισαχθούν και στο Δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 16 και 14 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι το διαζύγιο διέπεται κατά σειρά: α) από το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας των συζύγων, β) από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους και γ) από το δίκαιο, με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα, και ότι κρίσιμο χρονικό σημείο για τη διαπίστωση της συνδρομής και των τριών αυτών συνδετικών στοιχείων, με τη σειρά που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 14 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ίδιου Κώδικα, ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας του διαζυγίου, ο οποίος συμπίπτει με το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής (ΕφΔωδ 140/2005 ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα δε με το αλβανικό δίκαιο που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο  337 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1007/1982 ΝοΒ 1983.1006), τόσο ο γάμος, όσο και το διαζύγιο  ρυθμίζονται από τον Οικογενειακό Κώδικα της 08-05-2003, που προβλέπει ότι: 1) ο γάμος λήγει με το θάνατο ενός από τους συζύγους, με την κήρυξη του ενός συζύγου σε αφάνεια ή με τη λύση του γάμου (αρθ. 123), 2) είτε ο ένας, είτε ο άλλος σύζυγος μπορούν να ζητήσουν τη λύση του γάμου τους, όταν έχουν ζήσει χωριστά για μία περίοδο τριών ετών (αρθ. 129 παρ. 1), 3) η διάσταση μπορεί να προβληθεί σαν βάση για τη λύση του γάμου μόνο από το σύζυγο, που υπέβαλε την αίτηση για τη λύση (αρθ. 131 παρ. 1), 4) κάθε σύζυγος μπορεί να ζητήσει τη λύση του γάμου όταν, λόγω συνεχών καβγάδων, κακομεταχείρισης, σοβαρών προσβολών, μοιχείας, ανίατης πνευματικής ασθένειας, μακρόχρονης ποινικής τιμωρίας του άλλου συζύγου ή λόγω, εξαιτίας οποιασδήποτε άλλης αιτίας, επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων των συζυγικών καθηκόντων, η κοινή ζωή γίνεται αδύνατη και ο γάμος έχει χάσει τον σκοπό του για τον έναν ή και για τους δύο συζύγους (αρθ. 132) και 5) το Δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει υπαιτιότητα στη λύση του γάμου, μόνο όταν ζητηθεί από τον έναν ή και τους δύο συζύγους (αρθ. 133).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα, υπήκοος Αλβανίας, ιστορεί ότι στις …. τέλεσε με τον εναγόμενο, υπήκοο Αλβανίας, επίσης, νόμιμο γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο, ενήλικα σήμερα, τέκνα, μαζί με τα οποία εγκαταστάθηκαν το έτος 1998 στο ……... Θεσσαλονίκης, όπου και συμβίωσαν έως τον Ιανουάριο του 2000, όταν ο εναγόμενος εγκατέλειψε την οικογενειακή τους στέγη. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζητά να κηρυχθεί λυμένος ο παραπάνω γάμος της, κυρίως για το λόγο ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών από την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο σύζυγό της και, επικουρικά, λόγω του ισχυρού κλονισμού, που υπέστη ο γάμος αυτός εξαιτίας της, κατά τα ανωτέρω, εγκατάλειψής της από τον εναγόμενο. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως, καθ' ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 3 παρ. 1, 39 και 18 αρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο έχει, λόγω του τόπου της τελευταίας κοινής διαμονής των παραπάνω συζύγων, διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (αρθ. 591 και 592 - 613 ΚΠολΔ). Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη, κατά μεν την κύρια αυτής βάση στις διατάξεις των άρθρων 123, 129 παρ. 1 και 131 παρ. 1 του Οικογενειακού Κώδικα της Αλβανίας, κατά δε την επικουρική σ' αυτές των άρθρων 123, 132 και 133 του ως άνω Κώδικα, καθώς, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, το αλβανικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω, λόγω της κοινής ιθαγένειας των διαδίκων (συζύγων). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό με τα έγγραφα, που η ενάγουσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις ….. στην Αλβανία (βλ. το υπ' αρ….. 2008 πιστοποιητικό γάμου του Ληξιαρχείου της κοινότητας Κέλμεντ της Περιφέρειας Σκόντρα της Αλβανίας, που προσκομίζεται με συνημμένη και νομίμως επικυρωμένη ακριβή μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα). Το έτος 1998 ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο ……  Θεσσαλονίκης. Η κοινή έγγαμη συμβίωσή τους, ωστόσο, διήρκησε μέχρι το έτος 2000, οπότε και διασπάστηκε οριστικά. Από τότε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (16-12-2009), ήτοι για περισσότερο από τρία χρόνια, βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση, χωρίς να υπάρχει προοπτική επανασύνδεσής τους (βλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού αποδείχθηκε ότι οι ως άνω σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση για χρονικό διάστημα άνω των τριών ετών, παρέλκει η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή, κατά την κύρια αυτής βάση, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και να απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου. Επιπλέον, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης εκ μέρους του ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό (αρθ. 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, λόγω της ήττας του (αρθ. 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του εναγομένου.
ΟΡΙΖΕΙ το νόμιμο παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ τη λύση του γάμου, που τέλεσαν οι διάδικοι στις …. στην Αλβανία.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ…» 





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/