Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Διατήρηση συζυγικού επωνύμου μετά το διαζύγιο


 
Στο άρθρο 1388 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 1329/1983, ορίζεται ότι με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων, ως προς τις έννομες σχέσεις αυτών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στους γάμους που τελούνται μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 54 παρ. 2 αυτού). Στους γάμους που είχαν τελεσθεί προηγουμένως, σύμφωνα με την παλιά ΑΚ 1388, η έγγαμη γυναίκα είχε ως επώνυμο της (υποχρεωτικά και αποκλειστικά) το επώνυμο του άνδρα της. Μετά την ισχύ του νέου δικαίου (18.2.1983), δόθηκε στις γυναίκες των παλαιών γάμων, προαιρετικώς, η δυνατότητα να ανακτήσουν το πατρικό τους επώνυμο, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 54 του ν. 1329/1983. Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 εδ. α' του ν. 1329/1983 ορίζεται ότι η γυναίκα, που είχε εξακολουθήσει μετά την ισχύ του ν. 1329/1983 να φέρει το επώνυμο του συζύγου της (δηλαδή εκείνη που είχε τελέσει γάμο προηγουμένως και δεν είχε θελήσει να ανακτήσει το πατρικό της επώνυμο, περιορίζεται μετά το διαζύγιο  στο οικογενειακό της επώνυμο (δηλαδή, σε περίπτωση που λυθεί ο γάμος της, ανακτά αυτοδικαίως και υποχρεώνεται να χρησιμοποιεί αποκλειστικά το επώνυμο που είχε πριν από την τέλεση του γάμου). Στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου 66, όμως, ορίζεται ότι η γυναίκα αυτή «δικαιούται να χρησιμοποιεί και μετά το διαζύγιο  το επώνυμο του πρώην συζύγου της, εφόσον απέκτησε με αυτό επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη και δεν βλάπτονται από τη χρησιμοποίηση του σοβαρά συμφέροντα του τελευταίου». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μετά τη λύση ενός γάμου που είχε τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, η γυναίκα, που είχε διατηρήσει μέχρι την αμετάκλητη απαγγελία του διαζυγίου το επώνυμο του συζύγου της, το οποίο, σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο, είχε λάβει αναγκαστικά, είναι υποχρεωμένη να το εγκαταλείψει και να χρησιμοποιεί στο εξής, σε όλες τις έννομες σχέσεις αυτής, το επώνυμο που είχε πριν από την τέλεση του γάμου (δηλαδή το πατρικό ή οικογενειακό της επώνυμο). Ο κανόνας αυτός, όμως, επιδέχεται εξαίρεση υπέρ της γυναίκας, η οποία, κατά τη διάρκεια του γάμου και από τη νόμιμη χρησιμοποίηση του επωνύμου του τότε συζύγου της, απέκτησε επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη που συνδέεται άρρηκτα με το επώνυμο αυτό. Η γυναίκα αυτή, προκειμένου να ασκήσει δικαστικώς το δικαίωμα παρατάσεως της χρήσεως του επωνύμου του πρώην συζύγου της (δηλαδή, για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθεί η δραστηριότητα που επιβάλλει τη χρήση αυτή), πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τις προϋποθέσεις της εξαιρέσεως, δηλαδή το ότι η ίδια προέρχεται από γάμο που είχε τελεσθεί πριν από την 18.2.1983, ότι διατήρησε το συζυγικό επώνυμο και μετά την ημερομηνία αυτή, ότι ο γάμος λύθηκε αργότερα και ότι αυτή, κατά τη διάρκεια του είχε αποκτήσει επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη με το επώνυμο του πρώην συζύγου (βλ. Χ. Ροκόφυλλου Γ. Τριανταφυλλάκη, Η διατήρηση του συζυγικού επωνύμου ως εμπορικής επωνυμίας από τη διαζευγμένη έμπορο, ΝοΒ 39(1991)900 επ.). Παρά τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 66, το περιστατικό ότι «δεν βλάπτονται από τη χρησιμοποίηση του (επωνύμου) σοβαρά συμφέροντα» του πρώην συζύγου, δεν αποτελεί όρο, τον οποίο βαρύνεται να επικαλεστεί και να αποδείξει η γυναίκα. Αντίθετα, ο άνδρας που επιδιώκει δικαστικώς τη μη εφαρμογή της εξαιρέσεως και την επαναφορά στον κανόνα, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το ότι από τη χρησιμοποίηση του δικού του επωνύμου, την οποία επιθυμεί να εξακολουθήσει η πρώην σύζυγος του, βλάπτονται κάποια σοβαρά συμφέροντα αυτού, τα οποία μόνον αυτός (και όχι η πρώην σύζυγος του) είναι σε θέση να γνωρίζει και να προσδιορίσει. [σκεπτικό της υπ.αρ. 689/2006 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ].  

 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος                                                            
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου ανήλικων τέκνων


 

ü  Οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος. Ο λειτουργός οφείλει να ζητήσει τη σχετική δήλωση.    

ü  Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους, που όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερο από δύο επώνυμα.

ü  Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, σύμφωνα με τους όρους των προηγούμενων παραγράφων, τα τέκνα έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα τους.   

 

Κατ' άρθρο 1505 ΑΚ οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος. Η δήλωση αυτή των μελλονύμφων αποτελεί συνδικαιοπραξία αφού αναλύεται σε δύο παράλληλες και αυτοτελείς δηλώσεις βούλησης που κατευθύνονται από κοινού στην παραγωγή του ίδιου έννομου αποτελέσματος, τον προσδιορισμό τουτέστιν του επωνύμου των τέκνων (Ι. Σπυριδάκη: Οικ. Δικ. 1983 σελ. 260). Κατά συνέπεια, επ' αυτής έχουν εφαρμογή οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις (Γ. Κουμάντος, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 4η έκδοση, 1985, σελ. 352) και συνακόλουθα η ύπαρξη ελαττώματος βούλησης καθιστά την κοινή δήλωση ακυρώσιμη (Σπυριδάκη: Οικ. Δικ. ο.π., σελ. 260, Γ. Παπαδημητρίου, κατ' άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου Β' 1986, άρθρ. 1505, σελ. 461-462). Αν το ελάττωμα αφορά και τους δύο μελλόνυμφους τότε και οι δυο δηλώσεις που συναπαρτίζουν τη συνδικαιοπραξία είναι ακυρώσιμες και μπορούν να ακυρωθούν με δικαστική απόφαση. Αν το ελάττωμα αφορά μόνο τον ένα μελλόνυμφο, τότε μόνο η δική του δήλωση είναι ακυρώσιμη. Αλλά και στην περίπτωση αυτή καθώς και σε εκείνη που και οι δύο δηλώσεις είναι ακυρώσιμες, η ακύρωση της μίας - έστω - δήλωσης συνεπάγεται αναγκαστικά την ακύρωση ολόκληρης της συνδικαιοπραξίας, αφού η ενέργειά της συνδέεται άρρηκτα και με τις δύο δηλώσεις (Σημαντήρα ΓενΑρχ, 4η εκδ., 1988, σελ. 637 σημ. 26). Περαιτέρω, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί για ελάττωμα στη βούληση αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή γνώμης, που προσκρούει στο αμετάκλητο, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης. Από τη στιγμή δε που η κοινή δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου ακυρώνεται, ανακύπτει θέμα εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρ. 1505 ΑΚ, ώστε τα τέκνα να έχουν πλέον, ως επώνυμο, το επώνυμο του πατέρα. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 1505 είναι οριακής συνταγματικότητας (Α. Μάνεση: "Η συνταγματική καθιέρωση της ισονομίας ανδρών και γυναικών", Κουμάντο, ο.π. σελ. 352, Δεληγιάννη-Κούσουλα, Οικ. Δικ. 1984 σελ. 186) και η εφαρμογή της συνεπάγεται προνομιακή μεταχείριση του πατέρα η οποία κατ' εξαίρεση γίνεται αποδεκτή από τον κοινό νομοθέτη. Κατά συνέπεια, η παρ. 3 του άρθρ. 1505 ΑΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Όταν συνεπώς ακυρώνεται η δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου και επομένως, παύει αυτή αναδρομικά να υπάρχει, δεν πρόκειται για παράλειψη των μελλονύμφων, όπως απαιτεί το άρθρο 1505 παρ. 3 ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή (άρθρ. 1505 παρ. 3 ΑΚ) είναι συνταγματικά ανεκτή γιατί θεωρείται ότι στηρίζεται σε νόμιμο τεκμήριο σιωπηρής "συμφωνίας" των μελλονύμφων, όταν αυτοί παραλείπουν να προβούν στη δήλωση (Μάνεσης: ο.π. σελ. 27). Εξ άλλου, η επιλογή συνθέτου επωνύμου υποδηλώνει, τη θέληση των μελλονύμφων να μη έχουν τα τέκνα μόνο το επώνυμο του πατέρα. Θα ήταν συνεπώς αντίθετη με τη βούληση αυτή η εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρ. 1505 ΑΚ, όταν ακυρώνεται η δήλωση με την οποία δόθηκε στα τέκνα σύνθετο επώνυμο. Επομένως, στην περίπτωση που οι μελλόνυμφοι έκαναν τη σχετική δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων, αλλά η δήλωση αυτή ακυρώθηκε, δεν εφαρμόζεται το άρθρ. 1505 παρ. 3 ΑΚ και οι σύζυγοι θα πρέπει να επαναλάβουν σε εύλογο χρονικό διάστημα την κοινή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου (γνωμοδότηση Παπαχρίστου, Ελληνική Δικαιοσύνη, 30,1300)  

[σκεπτικό της υπ.αρ. 2882/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών  του ΔΣΑ].  

 


Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Προσβολή προσωπικότητας και τα αγαθά που εμπίπτουν στην προστασία της


Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ «όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται».  
Κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα «στις περιπτώσεις των άρθρων 57 και 58, το δικαστήριο με την απόφαση του ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί».

Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών, με τα οποία ολοκληρώνεται η υπόσταση κάθε ατόμου και προβάλλει έτσι η αξία αυτού (Σημαντήρας, Γεν.Αρχ.,έκδ. 1980, παρ. 31, αρ. 534, Εφ.Αθ 10504/1986, Ελ.Δ 28.1316).  

Εξαντλητική απαρίθμηση των αγαθών που απαρτίζουν το περιεχόμενο του δικαιώματος της προσωπικότητας δεν είναι δυνατή.

Από τη θεωρία και την νομολογία γίνεται πάντως δεκτό, ότι τα κυριότερα από τα αγαθά αυτά, που εμπίπτουν στην προστασία του άρθρου 57 ΑΚ, είναι: α) τα σωματικά αγαθά (η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα κλπ), β) τα ψυχικά αγαθά (ψυχική υγεία, συναισθηματικός κόσμος), γ) η τιμή κάθε ανθρώπου η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, δ) η ελευθερία και ειδικότερα η ελευθερία για ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, ε) η ατομική ζωή και η σφαίρα του απορρήτου, στ) η αναπαράσταση της εικόνας, της φωνής και γενικώς της ζωής του προσώπου, ζ) το άσυλο της κατοικίας (Εφ.Αθ 12154/1990, Ε.Δ 32.1673, Μπαλής, Γεν. Αρχ., παρ. 12, Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, αρθρ. 57 αρ. 4-10, Σημαντήρας, ό.π.).





Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσφύγων - Άδεια γάμου αλλοδαπού αιτούντος άσυλο



Περίληψη: Άδεια γάμου Αφγανού αιτούντος άσυλο, που δεν μπορεί να προσκομίσει δικαιολογητικά από τη χώρα καταγωγής του. Υποκατάσταση δικαιολογητικών με απλές υπεύθυνες δηλώσεις. Ευθεία εφαρμογή αρ. 8,12 ΕΣΔΑ και αρ. 7, 9 Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ. Στάθμιση ανάμεσα στην ασφάλεια οικογενειακού δικαίου και ελευθερία σύναψης οικογενειακών σχέσεων. Προστασία πυρήνα του δικαιώματος γάμου. Έμμεσο υποκείμενο των δικαιωμάτων αυτών ο Έλληνας σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα.


Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 390/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.


…» I. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη, ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ.1 του Συντάγματος, η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.1 και 2 του Συντάγματος τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η αναγνώριση δε και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα δ παρ. Ι της ΕΣΔΑ και 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. παν πρόσωπο δικαιούται εις το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 12 της ΕΣΔΑ και 9 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. του με τη συμπλήρωση της ηλικίας γάμου ο άνδρας και η γυναίκα έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν γάμο και να δημιουργούν οικογένεια συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ε.Ε. και τη ΣΛΕΕ.

II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. β. και δ του π.δ. 114/2010, «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητεί την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ιδιότητας του πρόσφυγα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας τεκμαίρεται ότι είναι αίτηση ασύλου, εκτός εάν ο αιτών ζητεί ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, η οποία είναι δυνατόν να ζητηθεί αυτοτελώς. Η αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να περιλαμβάνει και τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. Εξάλλου, «αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων σύμφωνα με την ως άνω Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ.96/2008 (Α' 152) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, ως αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο αλλοδαπός, ο οποίος εισέρχεται στη χώρα μας κατ' εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους, που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (Ε 050/ 25.02.2003). Αν ο αιτών απευθυνθεί σε μη αρμόδια αρχή, αυτή υποχρεούται να τον παραπέμψει αμέσως στην κατά περίπτωση αρμόδια αρχή παραλαβής με τον προσφορότερο τρόπο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 του αυτού ως άνω π.δ., οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο, πλην όμως το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος στη Χώρα, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής. Κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. β του ως άνω π.δ., οι αιτούντες υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση της αίτησης τους και ειδικότερα, σε κάθε περίπτωση, οι αιτούντες υποχρεούνται μεταξύ άλλων να παραδίδουν το ταξιδιωτικό έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχουν στην κατοχή τους και σχετίζεται με την εξέταση της αίτησης και των στοιχείων που πιστοποιούν την ταυτότητα του ιδίου και των μελών της οικογένειας του, τη χώρα προέλευσης και το τόπο καταγωγής του, καθώς και την οικογενειακή του κατάσταση. Η αναγνώριση της ιδιότητας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την υποβολή τυπικών αποδεικτικών στοιχείων. Στις περιπτώσεις δε που παραδοθούν τα ανωτέρω έγγραφα συντάσσεται πρακτικό παράδοσης-παραλαβής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α και β του π.δ.220/2007, οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια ή στην περιοχή που τους ορίζει η Κεντρική Αρχή και να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους, ενώ η οριζόμενη περιοχή δεν μπορεί να θίγει την ιδιωτική ζωή των αιτούντων και πρέπει να παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα άσκησης όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν διάταγμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 του ως άνω π.δ.,1 οι αρμόδιες αρχές κατά την παρεχόμενη στον αιτούντα στέγαση λαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειας του, που βρίσκεται στη χώρα, εφόσον συναινεί προς τούτο και ο ίδιος.

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986, γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα της διάταξης του άρθρου 6 του αυτού ως άνω Νόμου, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 6 του αυτού ως άνω Ν. 1599/1986, η ταυτότητα των ελλήνων πολιτών έναντι πάντων αποδεικνύεται από τα δελτία ταυτότητας που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή από τα δελτία ταυτότητας που εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του ν.δ. 127/1969, έως ότου αντικατασταθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή από το διαβατήριο για του Έλληνες της αλλοδαπής. Κατ' εξαίρεση των διατάξεων του εδαφίου α' της παραγράφου 1, αντί του δελτίου ταυτότητας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδεικνύει την προσωρινή βεβαίωση των αρμόδιων αρχών της παραγράφου 2 του άρθρου 1 ότι έχει καταθέσει τα δικαιολογητικά για την έκδοση δελτίου ταυτότητας. Στη βεβαίωση δε αυτή πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία ταυτότητας, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 3. Η δε ταυτότητα των αλλοδαπών αποδεικνύεται είτε από το διαβατήριο τους ή άλλο έγγραφο, βάσει του οποίου επιτρέπεται η είσοδος τους στη χώρα, είτε από την άδεια παραμονής τους στην Ελλάδα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α του Ν. 1599/1986, η ταυτότητα και τα αντίστοιχα έγγραφα της διάταξης του άρθρου 6 αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία που αναφέρουν. Τέλος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1παρ.3 περ. δ του π.δ.391/1982, σε περίπτωση που ο ένας των μελλονύμφων είναι αλλοδαπός, αντί της υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 195/1969, η οποία προβλέπεται σύμφωνα με την περ. γ της αυτής ως άνω διάταξης μόνο για τους ημεδαπούς, απαιτείται βεβαίωση από την οικεία Προξενική ή άλλη αρμόδια Αρχή περί του ότι δεν υπάρχει κώλυμα για να τελέσει γάμο ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 ΑΚ, ο αλλοδαπός απολαμβάνει τα αστικά δικαιώματα του ημεδαπού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1350 ΑΚ, για τη σύναψη γάμου απαιτείται συμφωνία των μελλονύμφων, οι σχετικές δε δηλώσεις γίνονται αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση ή προθεσμία, ενώ οι μελλόνυμφοι πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18°) έτος της ηλικίας τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1354ΑΚ, η σύναψη γάμου εμποδίζεται πριν τη λύση ή την αμετάκλητη ακύρωση του ήδη υφιστάμενου γάμου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1367ΑΚ, ο γάμος τελείται είτε με τη σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σε αυτόν (πολιτικός γάμος), η οποία γίνεται δημοσίως και πανηγυρικώς ενώπιον δύο μαρτύρων προς το Δήμαρχο του τόπου, όπου τελείται ο γάμος ή προς το νόμιμο αναπληρωτή του, που είναι υποχρεωμένοι να συντάξουν αμέσως σχετική πράξη, είτε με την ιερολογία αυτού (γάμου) από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα, οι όροι δε της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτή διέπονται από το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος ή θρησκεύματος, σύμφωνα με το οποίο γίνεται η ιεροτελεστία, εφόσον δεν είναι αντίθετοι προς τη δημόσια τάξη, ο δε θρησκευτικός λειτουργός είναι υποχρεωμένος να συντάξει αμέσως σχετική πράξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1368 ΑΚ, για να τελεσθεί ο γάμος, είτε ως πολιτικός είτε με ιερολογία της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, απαιτείται άδεια του Δημάρχου της τελευταίας κατοικίας εκάστου των προσώπων, τα οποία πρόκειται να παντρευτούν. Σε περίπτωση ωστόσο που ο αρμόδιος για την έκδοση της άδειας αρνείται να τη χορηγήσει, αποφασίζει αμετακλήτως το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την εκούσια δικαιοδοσία (αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1369 ΑΚ, πριν από την τέλεση του γάμου, με όποιον τύπο και αν πρόκειται να τελεσθεί αυτός, πρέπει να γνωστοποιούνται με τοιχοκόλληση σχετικής αγγελίας στο δημοτικό κατάστημα της κατοικίας ενός εκάστου εξ αυτών, που πρόκειται να νυμφευθούν, το ονοματεπώνυμο τους, το επάγγελμα τους, το όνομα των γονέων τους και ο τόπος όπου γεννήθηκαν, όπου κατοικούσαν τελευταίως και όπου πρόκειται να τελεσθεί ο γάμος, ο οποίος, αν δεν τελεσθεί εντός έξι (6) μηνών από τη σχετική γνωστοποίηση, η τελευταία πρέπει να επαναληφθεί. Όταν δε τα πρόσωπα, τα οποία πρόκειται να παντρευτούν, κατοικούν σε μεγάλη πόλη, η γνωστοποίηση γίνεται με δημοσίευση σε ημερήσια εφημερίδα του τόπου κατοικίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1370 ΑΚ, η άδεια γάμου δίνεται υποχρεωτικώς, αφού πρώτα ερευνηθεί αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για τον τελεσθησόμενο γάμο και εάν έλαβε χώρα η οικεία γνωστοποίηση, η οποία δύναται να παραλειφθεί, εφόσον συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι. Τέλος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 798 ΚΠολΔ, όταν ζητείται κατά νόμο να χορηγηθεί άδεια προς ενέργεια πράξης άλλης από εκείνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 792 και 797 ΚΠολΔ, αρμόδιο είναι το δικαστήριο της κατοικίας και, αν δεν υπάρχει κατοικία, της διαμονής του αιτούντος. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών ζητεί με την υπό κρίση αίτηση του τη χορήγηση από το παρόν Δικαστήριο άδειας για τη σύναψη πολιτικού γάμου μετά της ………………......, κατοίκου Λέρου, με την οποία έχει ήδη αποκτήσει δύο(2) ανήλικα τέκνα, που έχει αναγνωρίσει εκουσίως με συμβολαιογραφική πράξη.


….Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος και συντρόφου του αιτούντος, η οποία εξετάστηκε νομίμως επ' ακροατηρίω, όπως η κατάθεση αυτής περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και από το σύνολο των νομίμως προσκομιζόμενων με επίκληση από τον αιτούντα εγγράφων, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο αιτών, αφγανός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε στις ……………… στην πόλη Μπαλκ του Αφγανιστάν, κάτοχος του υπ' αριθμόν ..../1-12-2012 δελτίου αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού, το οποίο ισχύει έως την 1-06-2013, κατοικεί ήδη από το έτος 2009 στη Λέρο και συμβιώνει μετά της ............., Ελληνίδας υπηκόου, κατοίκου Λέρου, έχουν δε αποκτήσει δύο(2) αβάπτιστα εισέτι τέκνα, ένα κορίτσι, το οποίο γεννήθηκε στην Αθήνα στις ……………..και ένα αγόρι, το οποίο γεννήθηκε στη Λέρο στις ………………., αμφότερα δε τα ανωτέρω τέκνα έχουν την ελληνική ιθαγένεια, κατοικούν μαζί με τους γονείς τους στη Λέρο και έχει αναγνωρίσει εκουσίως ο αιτών δυνάμει των υπ' αριθμούς …/3-08-2010 και …/4-05-2011 συμβολαιογραφικών πράξεων αναγνώρισης τέκνου των Συμβολαιογράφων Λέρου ... και ... αντιστοίχως. Περαιτέρω, ο αιτών υπέβαλε προς το Δήμο Λέρου την από 13-05-2011 αίτηση του για χορήγηση άδειας πολιτικού γάμου μετά της ..., Ελληνίδας υπηκόου και μητέρας των ως άνω ανηλίκων τέκνων, πλην όμως το τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Ληξιαρχείου του Δήμου Λέρου δυνάμει του υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1632/20-05-2011 απαντητικού εγγράφου του απέρριψε το αίτημα του αιτούντος για χορήγηση άδειας πολιτικού γάμου με την αιτιολογία ότι α) το προσκομισθέν από τον αιτούντα υπ' αριθμόν .... έγγραφο του Διοικητή της πόλης Μπαλκ του Αφγανιστάν, από το οποίο προκύπτει μεταξύ άλλων ότι είναι άγαμος, δεν φέρει επικύρωση (ως προς το γνήσιο της υπογραφής του αρμόδιου για την έκδοση του εγγράφου υπαλλήλου) από ελληνική προξενική αρχή ή από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και β) δεν προσκομίστηκε βεβαίωση από την οικεία Προξενική Αρχή ή άλλη αρμόδια αρχή περί του ότι δεν υπάρχει κώλυμα τέλεσης γάμου από τον αιτούντα στην Ελλάδα. Όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη της νομίμως προσκομιζόμενης με επίκληση από τον αιτούντα υπ' αριθμόν 78/9-03-2009 γνωμοδότησης προκύπτει ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σε ερώτημα που του υποβλήθηκε σχετικά με το εάν αλλοδαπός, που υπέβαλε αίτηση παροχής ασύλου, μπορεί να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση περί μη συνδρομής κωλύματος γάμου, προκειμένου να τελέσει πολιτικό γάμο, γνωμοδοτεί ότι προκειμένου ο αλλοδαπός, που υπέβαλε αίτηση για παροχή ασύλου, να τελέσει πολιτικό γάμο στη χώρα μας και να του χορηγηθεί άδεια γάμου, πρέπει, κατ' άρθρο 1 παρ. 3 περ. δ του π.δ. 391/1982, να προσκομίσει βεβαίωση της οικείας Προξενικής ή άλλης αρμόδιας αρχής περί μη συνδρομής σχετικού κωλύματος και ότι δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί η βεβαίωση αυτή δια της υποβολής αντίστοιχου περιεχομένου υπεύθυνης δήλωσης, όπως ισχύει για τους ημεδαπούς, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του π.δ. 220/2007, το δελτίο του αιτήσαντος πολιτικό άσυλο (ροζ κάρτα) δεν πιστοποιεί την ταυτότητά του και η υπεύθυνη δήλωση είναι συνυφασμένη με την παράθεση βεβαίων προσδιοριστικών στοιχείων της ταυτότητας του δηλούντος. Επιπλέον, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αιτιολογεί τη διαφορετική αντιμετώπιση - αναφορικώς με το ως άνω ζήτημα - των αλλοδαπών, που έχουν υποβάλει αίτηση για παροχή ασύλου από τους ημεδαπούς, αναφέροντας ότι τόσο από τη Σύμβαση της Γενεύης, όσο και από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης (κυρωτικό ν.δ. 3989/1959 και α.ν. 389/1968) ρυθμίζονται περιοριστικώς τα δικαιώματα των προσφύγων, διαρκούσης της διαδικασίας εξέτασης της σχετικής αίτησης, κατ' εξίσωση προς τα αντίστοιχα των ημεδαπών και ότι μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που συνάπτονται με την καθίδρυση έγγαμης σχέσης (πρβλ. ΜΠρΑθ 3581/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, από τη μελέτη της ως άνω γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και της ανωτέρω εγκυκλίου του Υπουργείου Εσωτερικών δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση η χορήγηση άδειας γάμου σε αλλοδαπό, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση για παροχή ασύλου, αλλά ότι, για να χορηγηθεί η άδεια γάμου, δεν αρκεί υπεύθυνη δήλωση του αλλοδαπού περί μη ύπαρξης κωλύματος γάμου, αλλά απαιτείται σχετική βεβαίωση από την οικεία προξενική ή άλλη αρμόδια αρχή. Πλην όμως, αφενός μεν με τη διάταξη του άρθρου 33 του π.δ. 114/2010 καταργήθηκε η προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 5 του π.δ. 220/2007, αφετέρου δε σύμφωνα με το ωσαύτως νομίμως προσκομιζόμενο με επίκληση από τον αιτούντα από Αυγούστου 2007 Πόρισμα (αρθ. 4 παρ. 6 Ν. 3094/2003) του Συνηγόρου του Πολίτη αναφορικώς με το δικαίωμα των πολιτικών προσφύγων για σύναψη γάμου σαφώς συνάγεται μεταξύ άλλων ότι, καίτοι η νομιμότητα της παραμονής του αλλοδαπού δεν αποτελεί όρο της σύναψης γάμου και παρά το γεγονός ότι το πιστοποιητικό αγαμίας απαιτείται κατά νόμο για την έκδοση άδειας γάμου, ωστόσο, τούτο είναι αδύνατο να προσκομιστεί από πρόσωπα, τα οποία έχουν κατά τεκμήριο διαρρήξει τις σχέσεις τους με το κράτος της ιθαγένειας τους. Συνεπώς, για το εν λόγω ζήτημα απαιτείται στάθμιση ανάμεσα στην ασφάλεια του οικογενειακού δικαίου και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσφύγων και με παραπομπή στην επιλογή, στην οποία η ίδια η ελληνική πολιτεία έχει ήδη προβεί από το έτος 1982 (ορ. την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 94798/15-11-1982 οδηγία του Υπουργείου Εσωτερικών, Διεύθυνση Ιθαγένειας για την αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν λόγω καθιέρωσης του πολιτικού γάμου προκειμένου περί ομογενών εκδιωχθέντων από τις χώρες ιθαγένειας τους), εκτιμάται ότι, όλως εξαιρετικώς, στις περιπτώσεις των αναγνωρισμένων πολιτικών προσφύγων ή των αιτούντων άσυλο θα πρέπει να απαιτείται και να αρκεί η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης περί ανυπαρξίας κωλυμάτων γάμου, όπως τούτο προβλέπεται κατά νόμο για τους ημεδαπούς. Ως εκ τούτου, η απαίτηση εκ μέρους των διοικητικών αρχών και υπηρεσιών της Χώρας για την προσκόμιση πιστοποιητικού αγαμίας από την οικεία προξενική ή έτερη αρμόδια αρχή του κράτους της ιθαγένειας του αλλοδαπού περί ανυπαρξίας κωλύματος τέλεσης γάμου, καίτοι επιβάλλεται κατά νόμο, πρέπει ωστόσο να υποχωρεί σε κάθε περίπτωση που η προσκόμιση του οικείου πιστοποιητικού καθίσταται ανέφικτη, όπως στην περίπτωση των πολιτικών προσφύγων και των εξομοιούμενων προς αυτούς αιτούντων άσυλο, των οποίων οι σχέσεις με το κράτος της ιθαγένειας τους έχουν κατά τεκμήριο πάντα διαρραγεί ανεπανόρθωτα. Στην περίπτωση δε αυτή πρέπει η ελληνική πολιτεία μέσω των οργάνων της (δημόσιων και διοικητικών αρχών και υπηρεσιών) να επιδείξει όχι απλώς ανοχή, αλλά ιδίως ευελιξία και ευρύτητα «πνεύματος» και επιλογών, πρέπει δε να υπερισχύει έναντι της ασφάλειας του ελληνικού οικογενειακού δικαίου, το οποίο προστατεύεται τόσο αστικώς (ακύρωση γάμου κατ' άρθρα 1372 επ. ΑΚ), όσο και ποινικώς (αρθ.356 ΠΚ ως ποινική κύρωση της διγαμίας), η υποχρέωση του Κράτους περί προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσφύγων, οι οποίοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εισφέρουν, αντί του ως άνω πιστοποιητικού αγαμίας, το οποίο αδυνατούν πραγματικά να προσκομίσουν, μία απλή υπεύθυνη δήλωση περί ανυπαρξίας στο πρόσωπο τους οιουδήποτε κωλύματος γάμου, προκειμένου να μην παρακωλύεται για αυτούς οριστικώς η δυνατότητα τέλεσης γάμου και δημιουργίας οικογένειας στη Χώρα μας.

Εν προκειμένω, όπως αποδεικνύεται, ο αιτών, κάτοχος του προρρηθέντος δελτίου αιτήσαντος άσυλο, το οποίο αποτελεί τίτλο νόμιμης παραμονής στη Χώρα, καίτοι η εν λόγω νομιμότητα έχει προσωρινό χαρακτήρα, επικαλείται και προσκομίζει μεν όλα τα έγγραφα, τα οποία απαιτούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του π.δ. 391/1982, προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια γάμου και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθμόν ... πιστοποιητικό (ταυτότητα) σε επικυρωμένο αντίγραφο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, το οποίο είναι αντίστοιχο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας της Ελλάδας και το οποίο έχει εκδοθεί και υπογραφεί από το Γενικό Διοικητή της πόλης Μπαλκ του Αφγανιστάν, όπου βεβαιώνεται μεταξύ άλλων και ότι ο αιτών είναι άγαμος, 2) την από 15-06-2011 υπεύθυνη δήλωση ενώπιον του Δήμου Λέρου μεταξύ άλλων και περί μη ύπαρξης κωλυμάτων στο πρόσωπο του προς σύναψη γάμου του, η οποία έχει συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα και η οποία συνοδεύεται από τη με ημερομηνία 13-05-2011 υπεύθυνη δήλωση ενώπιον του αυτού ως άνω Δήμου Λέρου περί αδυναμίας προσκόμισης από αυτόν έτερου εγγράφου περί αγαμίας του από τις αρχές της χώρας ιθαγένειας του (Αφγανιστάν), πλην του υπό στοιχεία 1) εγγράφου (υπ' αριθμόν ... πιστοποιητικό), καθόσον δεν υφίσταται ελληνική πρεσβεία ή ελληνική προξενική αρχή στο Αφγανιστάν και το αντίστροφο, είναι δε πρόδηλη και πασίγνωστη (αρθ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) η διάρρηξη των σχέσεων του αιτούντος με το εν λόγω κράτος της ιθαγένειας του και η αδυναμία επικοινωνίας του με αυτό, με αποτέλεσμα την αδυναμία προσκόμισης από αυτόν του απαιτούμενου κατά νόμο πιστοποιητικού αγαμίας, καθώς και 3) αντίτυπο του υπ' αριθμόν ....../........-2013 (σελ. 36) φύλλου της ημερήσιας εφημερίδας της πόλης των Αθηνών «Η ΑΥΓΗ», όπου έγινε η ανακοίνωση του τελεσθησόμενου γάμου του αιτούντος με τη ………....., κάτοικο Λέρου. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο αιτών προσκομίζει με επίκληση όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα, μόνη δε η έλλειψη του πιστοποιητικού αγαμίας δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει τη χορήγηση σε αυτόν άδειας τέλεσης πολιτικού γάμου μετά της συντρόφου του και μητέρας των δύο (2) ανηλίκων τέκνων τους, τα οποία έχει ήδη αναγνωρίσει εκουσίως, δεδομένου ότι με βάση και τις προεκτεθείσες σκέψεις είναι εφικτό το εν λόγω πιστοποιητικό να υποκατασταθεί in concreto από μία απλή υπεύθυνη δήλωση πολλώ δε μάλλον όταν στο νομίμως προσκομιζόμενο με επίκληση από τον αιτούντα και δη με συνημμένη την επίσημη αυτού μετάφραση αντίγραφο πιστοποιητικού του Γενικού Διοικητή της πόλης Μπαλκ του Αφγανιστάν αναγράφεται μεταξύ άλλων και ότι ο αιτών είναι άγαμος. Σε αντίθετη περίπτωση, η ανελαστική εμμονή του Κράτους στην προσκόμιση από τον αιτούντα πιστοποιητικού αγαμίας θα αποτελούσε κατάφορη αδικία όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για τη σύντροφο και τα τέκνα τους, αφού θα παρακωλυόταν ούτω η τυπική νομιμοποίηση της ήδη δημιουργηθείσας επί της ουσίας μεταξύ τους οικογενειακής σχέσης και θα καθιστούσε προβληματική τη διατήρηση αυτής σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, ο Δήμος Λέρου κακώς αρνήθηκε τη χορήγηση στον αιτούντα άδειας τέλεσης πολιτικού γάμου με τη .............., κάτοικο Λέρου, καθόσον, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, συντρέχουν in concreto στο πρόσωπο του αιτούντος οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της σχετικής άδειας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη και να χορηγηθεί στον αιτούντα η άδεια τέλεσης πολιτικού γάμου κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Η λήψη κοινών αποφάσεων των γονέων για θέματα υγείας και εκπαίδευσης του ανήλικου τέκνου και επίλυση της διαφωνίας από το δικαστήριο


 

Περίληψη: Με την υπ.αρ. 3129/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανατέθηκε η επιμέλεια του παιδιού στη μητέρα και διατηρήθηκε (συναίνεσε η μητέρα) η λήψη κοινών αποφάσεων των γονέων για θέματα υγείας και εκπαίδευσης του τέκνου. Στη συνέχεια προέκυψε διαφωνία των γονέων για το θέμα της εκπαίδευσης, η οποία επιλύθηκε από το δικαστήριο βάσει του άρθρου 1512 του Αστικού Κώδικα.

 

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 6305/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

….»Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 735 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις για τη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων. Εξάλλου, σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και υπό την προϋπόθεση ότι το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί οπωσδήποτε απόφαση, τότε αποφασίζει το δικαστήριο (άρθρ. 1512 ΑΚ). Αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων στις παραπάνω περιπτώσεις είναι η δημόσια αξίωση που έχει ο αιτών απέναντι στο δικαστήριο να σταθμίσει τις περιστάσεις αναφορικά με το συμφέρον του τέκνου και να αποφασίσει αντί για το γονέα, δημιουργώντας του υποχρέωση για προσωρινή ενέργεια πράξης (βλ. Ι. Χαμηλοθώρη Ασφαλιστικά Μέτρα έκδ.2010 αριθμ. 1966, 1967). Στην προκείμενη περίπτωση, στην κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα εκθέτει ότι με τον καθ' ου τέλεσαν την …………. θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν ένα γιο, τον ………..…, ο οποίος γεννήθηκε την ………………… Ότι από τον ………….του 2009 διασπάστηκε ουσιαστικά η έγγαμη συμβίωση τους και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3129/2010 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία της ανετέθη προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, πλην των θεμάτων της υγείας και της εκπαίδευσης, για τα οποία συνήνεσε να υπάρχει συναπόφαση με τον καθ' ου η αίτηση και με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ' ου με το τέκνο και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να της καταβάλει προσωρινά και μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης, επί της από ……………… αγωγής της, το ποσόν των 500 ευρώ μηνιαίως. Ότι επειδή η συναπόφαση δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, με την ως άνω αγωγή της, η οποία πρόκειται να εκδικαστεί την 16-2-2015, ζητεί να της ανατεθεί εξ ολοκλήρου η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους. Ότι ενόψει της επικείμενης εγγραφής του γιου τους στην πρώτη τάξη δημοτικού για το σχολικό έτος 2013-2014, ανέκυψε το ζήτημα επιλογής σχολείου, δίχως τελικά να επιτευχθεί κάποια συμφωνία μεταξύ της ίδιας και του καθ' ου, μέχρι και την τελευταία στιγμή. Ότι ήδη από το σχολικό έτος 2012-2013 το τέκνο τους είναι μαθητής στο νηπιαγωγείο των εκπαιδευτηρίων ………………………., το σύνολο των διδάκτρων των οποίων για την πρώτη δημοτικού είναι …………… ευρώ ετησίως και έχει προσαρμοστεί και ενταχθεί πλήρως στο σχολείο αυτό, στο οποίο και επιθυμεί να πηγαίνει. Ότι επειδή απώτατο χρονικό σημείο για την εγγραφή αποτελεί η ............,  συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση, όπως επιλυθεί άμεσα η σχετική διαφωνία από το δικαστήριο, καθώς έχει ήδη συνεννοηθεί με την διεύθυνση των εκπαιδευτηρίων να αποδεχθεί την αίτηση εγγραφής αμέσως μόλις εκδοθεί η σχετική απόφαση του δικαστηρίου. Με βάση το ως άνω ιστορικό, η αιτούσα ζητεί να διαταχθεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με τα οποία να της επιτραπεί να εγγράψει το ανήλικο τέκνο στην Α' Δημοτικού των εκπαιδευτικών ……………………, καθώς και να καταδικαστεί ο καθ' ου στα δικαστικά της έξοδα…

….» Επομένως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το συμφέρον του τέκνου, το οποίο το δικαστήριο έχει πρωτίστως ως οδηγό, επιβάλλει να συνεχίσει να παρακολουθεί το σχολείο αυτό, όπως και κατά το προηγούμενο έτος και όπως και το ίδιο επιθυμεί, καθόσον πιθανολογείται ότι τυχόν αλλαγή του σχολείου του στο επόμενο σχολικό έτος και ανατροπή της καθημερινής ρουτίνας του, θα δημιουργούσε σ' αυτό στενοχώρια και αναστάτωση, καθώς θα αποκόπτονταν από το σχολικό περιβάλλον που του διασφαλίζει σταθερότητα και στο οποίο έχει ήδη πλήρως προσαρμοστεί. Εξάλλου, συντρέχει και επικείμενος κίνδυνος για τη ρύθμιση του ως άνω θέματος, καθόσον παρά τις προσπάθειες αμφοτέρων των διαδίκων να αχθούν σε κάποια κοινή απόφαση, τελικά διαφώνησαν σχετικά με την εγγραφή του σ' αυτό, η οποία, όμως, πρέπει να γίνει άμεσα διότι στα ως άνω Εκπαιδευτήρια υπάρχουν συγκεκριμένες θέσεις μαθητών και εφόσον αυτές εξαντληθούν, η εγγραφή του τέκνου των διαδίκων για την παρακολούθηση του σχολικού έτους 2013-2014 θα είναι αδύνατη. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και ως ουσιαστικά βάσιμη και να επιτραπεί στην αιτούσα να εγγράψει τον .................. στην Α' Δημοτικού των ως άνω εκπαιδευτηρίων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιότητας τους ως συζύγων (άρθρ. 179 ΚΠολΔ)...

 

 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

 

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Διγαμία και συνέπειες



Ο σύζυγος που τέλεσε νέο γάμο πριν αμετακλήτως διαλυθεί ή ακυρωθεί ο προηγούμενος γάμος του, καθώς και εκείνος που συνάπτει μαζί του νέο γάμο εν γνώσει ότι υπάρχει γάμος που δεν λύθηκε, ή δεν ακυρώθηκε, τιμωρείται με φυλάκιση.  (άρθρο 356 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα)

 

Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στη σύναψη νέου γάμου πριν διαλυθεί (διά θανάτου του ενός των συζύγων ή διά διαζυγίου) ή ακυρωθεί ο γάμος με τον οποίο τελούσε ο υπαίτιος. Το έγκλημα θεωρείται ότι έχει τελεσθεί αμέσως με την τέλεση του δευτέρου γάμου.

Υποκειμενικώς απαιτείται για το σύζυγο που έρχεται σε δεύτερο γάμο που ενέχει την θέληση να πραγματώσει τα περιστατικά εκείνα που απαρτίζουν την πράξη και τη γνώση ότι ο πρώτος γάμος διαρκεί ακόμα. Για το άγαμο πρόσωπο που έρχεται σε γάμο απαιτεί ο νόμος να διατελεί εν γνώσει του γάμου που δεν έχει λυθεί ή ακυρωθεί (βλ. Γάφου, Ποινικό Δίκαιο τεύχος Ε' σελ. 107 κ.επ., Μπουροπούλου, ερμ. Π.Κ., υπ' αριθμ. 356 σελ. 633, Τούση - Γεωργίου, Ποινικός Κώδιξ σελ. 705 κ.επ.).

Η αρχή της μονογαμίας είναι δημοσίας τάξεως και καθιερώνεται σήμερα από τη διάταξη του άρθρου 1354 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποίαν ο υπάρχων γάμος αποτελεί κώλυμα για την τέλεση άλλου γάμου. Το κώλυμα δε αυτό, ισχύει σε κάθε είδος γάμου, θρησκευτικού ή πολιτικού, και για όλα τα πρόσωπα ανεξάρτητα από το αν και σε ποιο δόγμα ή θρήσκευμα ανήκουν (βλ. Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ΑΚ VII σελ. 90).

 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Τέκνο εκτός γάμου, εκουσίως αναγνωρισμένο: Ποιος αποφασίζει για το όνομα


 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1515 του Αστικού Κώδικα «η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισης του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Με αίτηση του πατέρα το δικαστήριο μπορεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση και ιδίως αν συμφωνεί η μητέρα, να αναθέσει και σ` αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου...».

Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από τον φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475 - 1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας.

Περαιτέρω από τις διατάξεις, των άρθ. 1510 § 1, 1511 § 1, 1512,1518 § 1 ΑΚ, 25 ν. 344/1976 σε συνδυασμό και προς το ότι η ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, που τελείται άπαξ (ΟλΑΠ 240/75, 99/85, ΑΠ 417/05, ΑΠ 1700/01 ΕλλΔνη 43.1619, Εφθεσ 2269/00 Αρμ ΝΕ. 210) όπως και η συναρτόμενη με αυτή επιλογή του προσώπου του αναδόχου του τέκνου, προκύπτει ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι όμως ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας.

Η υπ.αρ. 5229/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ) έκρινε ότι το αίτημα της επιμελείας και της ονοματοδοσίας του ανηλίκου, είναι απορριπτέα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αιτούσης (ΚΠολΔ 68), διότι, αφού, κατά τις παραδοχές της, ο ανήλικος υιός της, τον οποίο αφορά, είναι και παραμένει εκτός γάμου τέκνο της ιδίας και του εκουσίως αναγνωρίσαντος αυτόν καθού, η γονική γι` αυτόν μέριμνα, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιμέλεια (ΑΚ 1510 παρ. 1β, 1518), ανήκει, αλλά και ασκείται αποκλειστικά από την ίδια εκ του νόμου (ΑΚ 1515 παρ. 1α), ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η προσφυγή της για το θέμα τούτο στο δικαστήριο, ενώ ο καθού, με την εκούσια αναγνώριση του ανηλίκου, απέκτησε μεν αυτοδικαίως και έγινε φορέας της γονικής γι` αυτόν μέριμνας και, επομένως και της επιμέλειας όχι όμως και της άσκησής τους, αφού, κατά τις παραδοχές της αιτούσας, ούτε έπαψε η γονική μέριμνα ή επιμέλεια της ιδίας, ούτε αδυνατεί αυτή να τις ασκήσει, οπότε ο καθού θα αποκτούσε αυτοδικαίως και την άσκησή τους (ΑΚ 1515 παρ. 1β), ούτε ανατέθηκε στον καθού με δικαστική απόφαση η, αποκλειστική ή από κοινού με την αιτούσα, άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους αυτής (άρθρα 7 της κυρωθείσης με το ν. 1702/87 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, 1515 παρ. 2 Α.), οπότε η αιτούσα θα είχε έννομο συμφέρον προσφυγής στο δικαστήριο, προκειμένου να ανατεθεί στην ίδια η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ανωτέρω τέκνου της καθώς και να  καθορισθεί με παρέμβαση του Δικαστηρίου η ονοματοδοσία αυτού.

 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

 

 

Προσωρινή επιμέλεια τέκνου και μετοίκηση μητέρας στο εξωτερικό


 
Περίληψη: Η αντιδικία περί της επιμελείας του τέκνου, ανέκυψε μετά την απόφαση της μητέρας να εγκατασταθεί μαζί με τον ανήλικο στον Καναδά, προκειμένου να εξεύρει εργασία, καθώς στη Θεσσαλονίκη ήταν άνεργη χωρίς εισόδημα, αδυνατούσε να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες του ανηλίκου τέκνου της και της ιδίας και συντηρούνταν αποκλειστικώς από τους ελάχιστους πόρους της μητέρας της. Ο πατέρας αμφισβήτησε την εξουσία της μητέρας να μεταβάλει με απόφασή της και παρά τη θέλησή του, τη χώρα διαμονής του τέκνου τους και αμφισβητώντας πλέον την κοινή τους συμφωνία ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου στη μητέρα που διελήφθη στο ιδιωτικό συμφωνητικό που επικυρώθηκε με την απόφαση δια της οποίας απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, ζήτησε να του ανατεθεί η επιμέλεια του τέκνου τους. Η μητέρα κατέθεσε και αυτή αίτηση και ζήτησε να της ανατεθεί η επιμέλεια του τέκνου τους.  

 
Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 1575/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.

…» Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι από το νόμιμο γάμο τους που έχει λυθεί ήδη με διαζύγιο απέκτησαν ένα τέκνο τον ……., που γεννήθηκε το ……. Από την έναρξη της διάστασης των συζύγων με κοινή συμφωνία τους ο ανήλικος …………., τέθηκε υπό την επιμέλεια της μητέρας του, η οποία πιθανολογείται ότι ασκεί προσηκόντως τα μητρικά της καθήκοντα και επιμελείται του ανηλίκου με αφοσίωση και αγάπη…

…»Επομένως, έχει δημιουργηθεί επείγουσα περίπτωση να ρυθμιστεί εκ νέου η επιμέλεια του τέκνου (βλ. για τη δυνατότητα των συζύγων να ζητήσουν ρύθμιση των θεμάτων της επιμέλειας και της επικοινωνίας, είτε με τη διαδικασία των άρθρων 1513 ΑΚ, 681Β και 681Γ ΚΠολΔ, είτε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρά την επικύρωση της συμφωνίας περί επιμέλειας και επικοινωνίας από το δικαστήριο που απήγγειλε τη λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, Η δίκη διαζυγίου, 2001, σελ.127). Η μητέρα ήδη εργάζεται στον Καναδά ως υπάλληλος γραφείου, κερδίζει περί τα 1.500 ευρώ μηνιαίως, έχει βρει κατοικία κατάλληλη για την ίδια και το τέκνο (στη διεύθυνση που δηλώνει στο δικόγραφο της αίτησής της) και το έχει εγγράψει σε νηπιαγωγείο, εξασφαλίζοντάς του μία σταθερή και ασφαλή ζωή. Επομένως δεν κρίνεται πως είναι προς τα συμφέρον του τέκνου να επέλθει αλλαγή του προσώπου του γονέα και εν προκειμένω της μητέρας που επιμελείται επιτυχώς του προσώπου του τέκνου, αδιαλείπτως από τη γέννησή του μέχρι σήμερα και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτηση του …………, και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της καθ’ ης, λόγω της ήττας του, δεδομένου ότι η καθ’ ης διαλαμβάνει σχετικό αίτημα στο από 14.1.2013 σημείωμά της (176 ΚΠολΔ). Κατά λογική ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη το αίτημα της αιτούσας περί ανάθεσης σ΄αυτή προσωρινώς της επιμέλειας του τέκνου τους. …

 


Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος                                                         

http://www.stefaniasouli.gr/prophil/
 

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Πρώτη φορά στο δικαστήριο (Μάρτυρας ή Διάδικος)


 
Για όσους δεν έχουν πάει ποτέ σε δικαστήριο η πρώτη φορά είναι πάντα μία στρεσογόνα διαδικασία. Είτε είναι μάρτυρες είτε διάδικοι, το άγχος υπάρχει και όσο πλησιάζουν οι μέρες, τόσο η αγωνία κορυφώνεται μαζί με αυτή και οι απορίες: «Που βρίσκονται τα δικαστήρια; Τι ώρα πρέπει να φτάσω;  Όταν ξεκινήσει η διαδικασία τι πρέπει να κάνω ; Θα φωνάξει κάποιος το όνομά μου ; Θα μιλήσω με το δικαστή; Εάν με βρίσει ο αντίδικος ή με προκαλέσει, τι να κάνω; Ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μου μέσα στο δικαστήριο; Πρέπει και το ντύσιμό μου να είναι ανάλογο;».

Καταρχάς είναι σημαντικό να γνωρίζεις ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν άγχος.  Ο διάδικος θέλει να πάει καλά η υπόθεσή του και θέλει να κάνει καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Ο μάρτυρας πάλι, σκεπτόμενος τη σοβαρότητα του ρόλου του και τις συνέπειες της κατάθεσής του, θέλει να πει τα πράγματα όπως είναι, και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Και ο μάρτυρας πάλι θέλει να κάνει καλή εντύπωση στο δικαστήριο αλλά και στον διάδικο υπέρ του οποίου καταθέτει.

Εάν έχεις χρόνο μπορείς να επισκεφτείς μία δικαστική αίθουσα και να παρακολουθήσεις κάποιες δίκες. Αυτό θα σε βοηθήσει να «δεις» και να εντοπίσεις λάθη στις ανθρώπινες συμπεριφορές που δεν θα ήθελες να κάνεις. Εάν πάλι δεν έχεις χρόνο μπορείς να διαβάσεις τα παρακάτω που ελπίζω να σε βοηθήσουν:    

1) Δεν είναι δύσκολο να βρεις το δικαστήριο, εάν προηγουμένως έχεις φροντίσεις να ενημερωθείς για την ακριβή τοποθεσία του. Με τις οδηγίες του δικηγόρου ή του χάρτη πλοήγησης στο internet θα βρεις ακριβώς την τοποθεσία και όποιες δυνατότητες πρόσβασης έχεις σε αυτό ( π.χ με αυτοκίνητο, με ΜΕΤΡΟ, με λεωφορείο κ.λ.π) .

2) Στο δικαστήριο πρέπει να φτάσεις νωρίς. Οι δικηγόροι πάμε στο δικαστήριο τουλάχιστον 30-40 λεπτά νωρίτερα της έναρξης της διαδικασίας. Εσύ δεν χρειάζεται να πας τόσο νωρίς, αλλά φρόντισε να είσαι εκεί τουλάχιστον 20 λεπτά πριν την έναρξη της δίκης. Η έγκαιρη άφιξή σου στο δικαστήριο θα ελαττώσει το άγχος σου.  

3)Τον έλεγχο της διαδικασίας στο δικαστήριο, τον έχει ο δικαστής. Επίσης θα πρέπει να γνωρίζεις ότι όλες οι διαδικασίες δεν είναι ίδιες. Είναι διαφορετικό να είσαι μάρτυρας σε ποινικό δικαστήριο ή κατηγορούμενος, και διαφορετικό να είσαι μάρτυρας σε πολιτικό δικαστήριο ή διάδικος σε πολιτική διαδικασία ( π.χ οικογενειακό, κληρονομικό, μισθώσεις κ.λ.π).  Στην τελευταία περίπτωση (με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις που ρητά ορίζονται στο νόμο) η παράσταση του δικηγόρου είναι υποχρεωτική.  Και εφόσον είσαι διάδικος σε τέτοια διαδικασία ο δικηγόρος σου θα σε ενημερώσει για όλα αυτά.   

4) Με τον δικαστή ή τους δικαστές, θα «μιλήσεις», σίγουρα εάν είσαι μάρτυρας. Ο δικαστής θα σου κάνει ερωτήσεις. Και εσύ θα πρέπει να απαντήσεις με σεβασμό. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι στο δικαστή μιλάμε στο πληθυντικό και δεν αντιστρέφουμε τις ερωτήσεις που μας κάνει. Μπορεί να έχεις απορίες. Εάν δεν καταλαβαίνεις κάτι, μπορείς να το πεις και να ζητήσεις να σου ξανακάνουν την ερώτηση. Εάν δεν θυμάσαι ή δεν γνωρίζεις κάτι, μπορείς και αυτό να το πεις.

5)  Με ηρεμία και σεβασμό θα πρέπει να απαντάς και στους δικηγόρους της άλλης πλευράς. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μην σου αρέσουν καθόλου οι ερωτήσεις που θα σου κάνουν  ή μπορεί και να σε ενοχλήσουν. Εάν αντιδράσεις άσχημα, εάν ειρωνευτείς, εάν χάσεις τον έλεγχο και αρχίζεις να φωνάζεις  θα αξιολογηθείς αρνητικά, ότι σημαίνει αυτό για την υπόθεση.  

6) Είναι δύσκολο να είσαι διάδικος σε οικογενειακή υπόθεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακούγονται  άσχημα πράγματα, ψέματα ή αλήθειες. Και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να παραμείνεις ήρεμος. Η ηρεμία σου δεν είναι απάθεια ή ηττοπάθεια, αλλά ένδειξη σεβασμού στο δικαστήριο.  

7) Καλό είναι να βρίσκεσαι μακριά από τον αντίδικο. Απόφυγε κάθε βλεμματική επαφή μαζί του και μην «απαντήσεις» σε τυχόν προκλήσεις του, όσο προσβλητικές και να είναι.

8) Όση ώρα βρίσκεσαι μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, μην μιλάς ούτε στον διπλανό σου ούτε και στο κινητό σου. Δεν είναι μόνο αγένεια απέναντι σε όσους εργάζονται εκείνη την ώρα (δικαστές, δικηγόροι, γραμματείς) είναι και φοβερή ηχορύπανση με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που έχει αυτή.

9) Αγένεια επίσης είναι να μασάς τσίχλα, να φοράς γυαλιά ηλίου, να παίζεις παιχνίδια στο κινητό σου, να παίζεις κομπολόι, να κάνεις γκριμάτσες, μορφασμούς και χειρονομίες. Εάν δεν θέλεις να παρακολουθήσεις τη διαδικασία μπορείς να βγεις έξω από την αίθουσα και να μείνεις εκεί μέχρι να έρθει η σειρά σου. Φρόντισε όμως να είσαι κοντά για να μην σε ψάχνουνε.

10) Τελευταίο αφήνω το ντύσιμο. Όχι επειδή δεν είναι σημαντικό αλλά γιατί όλοι καταλαβαίνουμε ότι η αίθουσα του δικαστηρίου είναι χώρος αξιολόγησης και κρίσης. Για αυτό θα πρέπει να ντυθείς σεμνά.   

 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος                                                         
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/