Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Σύμφωνο συμβίωσης και σύνταξη





Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α88) "Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας", σε περίπτωση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης αναστέλλεται η καταβολή σύνταξης χηρείας, σύνταξης άγαμης θυγατέρας ή άλλου προστατευόμενου  μέλους.




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος                                           http://www.stefaniasouli.gr/prophil/
 

Παρένθετη κύηση στις ΗΠΑ - Αναγνώριση οικογενειακού status του παιδιού στη Γαλλία


Απόφαση της 26.6.2014, Mennesson κατά Γαλλίας

Περίληψη: Οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες Γάλλοι υπήκοοι είναι σύζυγοι. Το έτος 2000 στις ΗΠΑ κατέφυγαν σε διαδικασία παρένθετης κύησης, με σπέρμα του εκ τούτων συζύγου και δωρηθέν ωάριο, το οποίο εμφυτεύθηκε στη μήτρα τρίτης γυναίκας. Με δικαστική απόφαση στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ οι εν λόγω αναγνωρίστηκαν γονείς των δύο κοριτσιών που γεννήθηκαν από την παρένθετη μητέρα. Ζήτησαν μετά ταύτα τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης των ΗΠΑ να καταχωρηθούν στο σχετικό γαλλικό «δημοτολόγιο». Μετά από άρνηση της αρμόδιας αρχής, οι προσφεύγοντες κατέφυγαν στα δικαστήρια, τα οποία όμως αμετάκλητα απέρριψαν τις εν λόγω αιτήσεις τους, με το αιτιολογικό ότι τέτοιες καταχωρήσεις θα καθιστούσαν δυνατές συμφωνίες περί παρένθετης κύησης, που κατά το γαλλικό αστικό κώδικα είναι άκυρες και ανίσχυρες. Οι προσφεύγοντες σύζυγοι και τα ανήλικα τέκνα παραπονούνται, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάζεται το δικαίωμά τους στην ατομική και οικογενειακή ζωή, καθώς και ότι σε βάρος τους ιδρύεται διακριτική μεταχείριση (ΕΣΔΑ 8 και 14).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχτηκε κατά ένα μέρος την προσφυγή, ως προς τα ανήλικα τέκνα, και υποχρέωσε τη Γαλλία να τους καταβάλλει ποσό 5.000 ευρώ στο κάθε ένα και συνολικό ποσό 15.000 ευρώ σε όλους τους προσφεύγοντες για τα έξοδά τους.

Πηγή: Νομικό Βήμα, τόμος 62, σελ. 1971

 

 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

 

 

 

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης κατά απόφασης διαζυγίου






Σύμφωνα με την υπ.αρ. 576/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός (όπως διετή διάσταση). Τούτο σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο. Συνεπώς, κατά αποφάσεως που κήρυξε λυμένο το γάμο, λόγω διετούς διάστασης, δεν έχει έννομο συμφέρον ο διάδικος να ασκήσει έφεση, επικαλούμενος ζητήματα υπαιτιότητας.

Πηγή : www.dsanet.gr




 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/



Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Λύση ελεύθερης συμβίωσης λόγω θανάτου ενός των συντρόφων και επιστροφή δώρων μεγάλης αξίας.


 
 
Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 1751/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ   

 
«… Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή υπάρχει ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή για αιτία μη επακολουθήσασα ή λήξασα ή παράνομη ή ανήθικη". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή ο πλουτισμός απαιτείται να επήλθε "χωρίς νόμιμη αιτία", δηλαδή να είναι αδικαιολόγητος. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία ειδικότερα είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας (ΑΠ 1356/1992). Το άρθρο 904 ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω, είναι δεδομένο της κοινής πείρας, ότι στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης προσώπων οι συνήθεις παροχές του καθ' ημέραν κοινού βίου εκ μέρους του ενός προς τον άλλον γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος και συνεπώς δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη, διότι στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός αυτού και η μείωση ή η μη επαύξηση της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπάρχει τότε η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι και υπηρεσίες πάσης φύσεως (πρβλ. ΑΠ 351/1993). Δεν ισχύει όμως το ίδιο, και μάλιστα ως γενικός κανόνας, όταν πρόκειται για παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως βάση και "θεμέλιο" την συμβιωτική σχέση των ατόμων (χωρίς φυσικά να αποκλείεται η ελευθεριότητα και στις παροχές αυτές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις). Ειδικότερα, κύριο χαρακτηριστικό της συμβιώσεως είναι ότι αυτή λύεται ελευθέρως οποτεδήποτε από εκάτερο των προσώπων, ενώ ο γάμος λύεται είτε με τον θάνατο ενός των συζύγων, είτε με την έκδοση αμετάκλητης περί διαζυγίου αποφάσεως. Στην περίπτωση, εξάλλου, που κατά τη διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης υπήρξε βελτίωση της περιουσίας (πλουτισμός) του ενός των προσώπων, που συζούν, από την περιουσία του ετέρου εξ αυτών, η οποία βελτίωση (πλουτισμός) έλαβε χώραν είτε με την προοπτική κάποιου μελλοντικού γάμου, είτε στο πλαίσια της "κοινωνίας βίου", και στη συνέχεια η ελεύθερη συμβίωση λύθηκε, τότε εκλείπει η θεμελιώδης αιτία, χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση, και συνεπώς μπορεί να αναζητηθεί ο πλουτισμός κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (πρβλ. ΑΠ 946/1997, ΑΠ 1377/1989, ΑΠ 50/1995). Δηλαδή, εάν εξ αφορμής της εξώγαμης συμβίωσης δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ένα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση κάποιου όχι ορισμένου αλλά οριστού περιουσιακού ανταλλάγματος (π.χ. οικονομικής εξασφάλισης για το μέλλον) ή μελλοντικού γάμου, και στον παρασχόντα τις υπηρεσίες ή τις παροχές στον άλλο σύντροφο δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι παρέχει τις υπηρεσίες αυτές ή την παροχή για μελλοντική του εξασφάλιση (δηλαδή με την προσδοκία γάμου ή μελλοντικής εξασφάλισης), η αθέτηση και γενικώς η λήξη του συνδέσμου εμπιστοσύνης, ως νόμιμης αιτίας, στηρίζει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία γεννάται τη χρονική στιγμή της διάρρηξης του συνδέσμου εμπιστοσύνης, οπότε ο δότης δικαιούται να αναζητήσει όσα κατέβαλε στον σύντροφό του (βλ.Α.-Δ., σημείωση υπό την Α.Π. 194/1990, ΝοΒ 39,511). Συγκεκριμένα, στην εξώγαμη συμβίωση, για να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου και ότι λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσης της συμβίωσης είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της), είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος). Περαιτέρω, εάν η λύση της ελεύθερης συμβιώσεως οφείλεται στο θάνατο του πλουτίσαντος προσώπου, η ως άνω αξίωση εκ μέρους του επιζώντος συντρόφου απευθύνεται πλέον κατά των κληρονόμων του άλλου για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από την περιουσία του θανόντος (πρβλ. ΑΠ 194/1990, ο.π.), καθόσον τόσο η απαίτηση όσο και η υποχρέωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι κληρονομητές (ΑΚ 1710 παρ. 1 - βλ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, τόμος IV, εισαγ. παρατηρήσεις αρθρ. 904 -913, παρ.23)…»

 

 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος

 

Τα παιδία καταθέτει - Η δικανική εξέταση ανήλικων μαρτύρων, θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης



·        Πόσο εύκολα αποκαλύπτει ένα παιδί τη σεξουαλική παραβίαση που έχει υποστεί;

·        Τι είναι η δικανική εξέταση και τι περιλαμβάνει; Ποιοι οι βασικοί κανόνες και η δεοντολογία που τη διέπουν; Ποια στάδια ακολουθεί και πόση ώρα μπορεί να διαρκέσει;

·        Πόσο σημαντική είναι η αναπτυξιακή αξιολόγηση του ερωτώμενου παιδιού;

·        Ποιες τεχνικές και ποια εξωλεκτικά βοηθήματα μπορεί να χρησιμοποιηθούν;

·        Τι είδους ερωτήσεις μπορεί να γίνουν και πως πρέπει να διατυπωθούν;

·        Τι μπορεί να θυμηθεί ένα παιδί και πόσο ακριβής μπορεί να είναι η μνήμη του;

·        Πως μπορεί να διερευνηθεί  αν λέει την αλήθεια;    

·        Πως γίνεται η δικανική εξέταση παιδιών από διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο ή με ειδικές ανάγκες;

·        Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός καλού συνεντευκτή;

·        Πως μπορεί να διακριθούν οι αληθινές μαρτυρίες από τους ψευδείς ισχυρισμούς;

·        Πως θα καταστεί δυνατή η ελαχιστοποίηση του τραύματος που προκαλείται στο παιδί κατά την εμπλοκή του στην ποινική διαδικασία ;
 

Σε αυτά τα βασικά ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ – Η δικανική εξέταση ανήλικων μαρτύρων, θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης της Όλγας Χ. Θεμελή*, επιδιώκοντας να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό της γνώσης για την προστασία της ανηλικότητας.  


Η κ. Καλλιόπη Δ. Σπινέλλη, Ομότιμη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει στο πρόλογο του βιβλίου «… Αν επιδίωκε κανείς, κλείνοντας τον πρόλογο αυτό, να χαρακτηρίσει με μία φράση το απολαυστικό, στην ανάγνωση και στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων βιβλίο, η φράση αυτή θα ήταν η ακόλουθη: Εύληπτο εγχειρίδιο συνεντεύξεων και ανακρίσεων ανηλίκων. Η γράφουσα, μάλιστα, θα πρότεινε ανεπιφύλακτα το εγχειρίδιο αυτό σε όλους εκείνους τους επαγγελματίες που επικοινωνούν είτε με παιδιά -θύματα γενικά – και όχι μόνο με παιδιά με εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης -, είτε με παιδιά που υπήρξαν αυτόπτες ή αυτήκοες μάρτυρες διαφόρων αξιόποινων πράξεων, είτε ακόμα και με παιδιά που, λόγω ωριμότητας, το δικαστήριο ζητεί τη γνώμη τους σε διαδικασία αφαίρεσης αρμοδιοτήτων από τους φυσικούς γονείς (άρθρα 1660 και 1664 ΑΚ)».  

 * Η κ. Όλγα Χ. Θεμελή είναι Επίκουρη Καθηγήτρια 
Εγκληματολογικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης  


                                                                        
                                                        
 

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Παράνομα αποδεικτικά μέσα σε δίκη επιμέλειας τέκνου

 

Σύμφωνα με την υπ.αρ 1092/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τη θεμελιώδη, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα "πρωταρχικά", αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Γι' αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή, χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών, αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί και ακόμα εναντίον τρίτου εκ μέρους εκείνου που διενήργησε την αποτύπωση και μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες, περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του ή τρίτος πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ' άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κυρώσεως (ποινής φυλακίσεως), που προβλέπεται στο άρθρο 370Α § ιδίως 2 εδάφ. β' και γ' του ΠΚ.
Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλΑΠ 1/2001, ΑΠ 1351/2007)
Πηγή: www.dsanet.gr

 

  

Στεφανία Σουλή  
Δικηγόρος

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Ανάθεση επιμέλειας τέκνου στον πατέρα



Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 7352/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ.  

"… Κατά το άρθρο 1510 § 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983: «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1511 του ίδιου Κώδικα: «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξ αιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται και η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κριτήριο κάθε απόφασης γονέων ή δικαστηρίου για τη γονική μέριμνα του τέκνου, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιμέλειά του, είναι το συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 283/1986 Δ/νη 27.1287, ΑΠ 242/1986 Δ/νη 27.1287, ΑΠ 180/1986 Δ/νη 27.496, Ε.Α.451/1986 Δ/νη 27.153, ΕΑ 632/1997 αδημοσίευτος). Το συμφέρον του τέκνου, που αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο (Δεληγιάννη-Κούσουλα, Οικ. Δίκαιο, σελ. 275), ανάγεται σε αποφασιστικό παράγοντα διαμόρφωσης της απόφασης για τη γονική μέριμνα, είτε αυτή είναι των γονέων είτε του δικαστηρίου απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξ αιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας ή των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας (Βαθρακοκοίλης, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο σελ. 584). Τη βαρύτητα πρέπει να έχουν τα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο, το πρόσφορο περιβάλλον για μία σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου γιατί είναι δίδαγμα της παιδοψυχολογίας ότι διαβίωση του παιδιού σε άνετες ή ανεκτές υλικές συνθήκες αλλά σε περιβάλλον ανεπιθύμητο προς αυτό μπορεί να έχει καταστροφική επίδραση την ανάπτυξή του (ΕΑ 1151/1986 ΕλΔ 27.153). Αν το περιβάλλον και των δύο γονέων είναι κατάλληλο για την ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του ανηλίκου το δικαστήριο πρέπει να επιλέξει το γονέα με τον οποίο αυτός (ανήλικος) έχει μεγαλύτερο ψυχικό δεσμό. Αν επομένως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι το ανήλικο είναι ψυχολογικά προσκολλημένο προς τον ένα από τους γονείς του, ανεξάρτητα με το πώς αυτός ο ψυχολογικός δεσμός επιτεύχθηκε, εφόσον ο γονέας αυτός είναι αντικειμενικά σε θέση να του προσφέρει παρόμοια προστασία όπως και ο άλλος, το δικαστήριο πρέπει να σεβαστεί την επιθυμία του ανηλίκου (βλ. παρατηρήσεις Ισμήνης Ανδρουλιδάκη - Δημητριάδη, υπό την ΕΑ 1511/1986 Δ/νη 27 σελ. 156 επ.)...

 

Ο ανήλικος γιος τους …, ηλικίας 8 ετών κατά την άσκηση των αγωγών, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και ήδη 10 ετών, είναι ένα ευγενέστατο αγόρι που τόσο σωματικώς όσο και πνευματικώς φαίνεται για μεγαλύτερο. Παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή …. στη …. και είναι ήδη μαθητής της τετάρτης δημοτικού και είναι πολύ καλός μαθητής. Έχει δε πλήρη ωριμότητα και ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του. Και οι δύο γονείς του τον αγαπούν και τον φροντίζουν και επιδιώκουν να κερδίσουν την εξουσία (άσκηση) της επιμελείας του. Όταν ο ανήλικος διέμενε με τον πατέρα, βάσει του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οικία των γονέων του, αυτός του παρείχε, βοηθούμενος και από τους γονείς του, μια άνετη διαβίωση και άριστη διαπαιδαγώγηση. Άνετη διαβίωση και σωστή διαπαιδαγώγηση μπορεί να προσφέρει στον ανήλικο επίσης και η εφεσίβλητη μητέρα. Κατά την ιδιαίτερη όμως συζήτηση που είχε με το Δικαστήριο ο ανήλικος με τις εύστοχες και λογικές απαντήσεις που έδινε σε ερωτήσεις των μελών του εξέφρασε την επιθυμία να διαμένει με τον πατέρα του και τους γονείς του όπως και πριν. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια που ο εκκαλών είχε την επιμέλεια του ανήλικου επί τρία περίπου έτη η εκ πατρός μάμμη του ασχολείτο κυρίως με την περιποίηση και την φροντίδα του και ως εκ τούτου η επί μακρό χρόνο διαβίωσή του με τους άνω και η απουσία της μητέρας του έκανε αυτόν (ανήλικο) να είναι προσκολλημένος στον πατέρα του και την εκ πατρός μάμμη του μακριά από τους οποίους αισθάνεται ανασφάλεια. Ήτοι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είναι πολύ περισσότερο συνδεδεμένο με τον πατέρα του και με τον οποίο ρητά εξεδήλωσε την πρόθεση και την έντονη επιθυμία να εξακολουθήσει να διαμένει όπως και στο παρελθόν. Άλλωστε ενόψει ότι είναι αγόρι ο άμεσος δεσμός με τον πατέρα του θα τον βοηθήσει να αποκτήσει προσωπικότητα ανδρός. Επομένως τυχόν ανάθεση της οριστικής επιμέλειας αυτού στην μητέρα του πιθανόν να δημιουργήσει ψυχικά τραύματα στον ανήλικο. Ενόψει των αποδειχθέντων ως άνω περιστατικών το αληθές συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει, προς το παρόν τουλάχιστον να ανατεθεί η οριστική επιμέλεια αυτού στον εκκαλούντα πατέρα του ο οποίος παρέχει κατά την κρίση του Δικαστηρίου όλα τα εχέγγυα για την ανατροφή, επίβλεψη, εκπαίδευση αυτού και την εν γένει ψυχοσωματική του ανάπτυξη για τον σκοπό της εξελίξεώς του σε ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα ενόψει και του ιδιαίτερου δεσμού του ανηλίκου με αυτόν, ο οποίος παρέχει την δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικότερα την διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου και να επιδράσει ωφέλιμα επ’ αυτού..."

 
 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/
 

Διατροφή συζύγων κατά το Κυπριακό δίκαιο


 

Σύμφωνα με την υπ.αρ. 2268/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 3 και 4 του ισχύοντος στην Κύπρο (και εφαρμοζόμενου στην ένδικη διαφορά λόγω της Κυπριακής από την τέλεση του γάμου τους και μέχρι σήμερα ιθαγένειας των διαδίκων) Ν. 232/1991 "Οι σύζυγοι έχουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Αν η έγγαμη συμβίωση διακοπεί το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση του συζύγου να εκδώσει διάταγμα διατροφής με το οποίο να διατάσσεται ο άλλος σύζυγος να καταβάλλει στον αιτητή διατροφή. Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 6 ιδίου νόμου «Η διατροφή μπορεί να αποκλεισθεί ή να περιοριστεί αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο δικαιούχος βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου ή τη διακοπή της συμβίωσης»
Σημείωση: Οι διατάξεις του νόμου αυτού (κυπριακός νόμος 232/1991) θεσπίζουν ρύθμιση ανάλογη με την ισχύουσα κατά το ελληνικό δίκαιο.

Πηγή: www.dsanet.gr




Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Επιμέλεια τέκνου γεννηθέντος εκτός γάμου, μετά το θάνατο της μητέρας του (Επιτροπεία ανηλίκου)


 
      
   
Σύμφωνα με το άρθρο 1515 παρ. 1 ΑΚ*, η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του και σε περίπτωση αναγνωρίσεώς του "αποκτά" γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την "ασκεί" αν έπαψε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι, όταν υπάρχει εκουσία αναγνώριση του τέκνου και παύση της γονικής μέριμνας της μητέρας λόγω θανάτου αυτής (1538 ΑΚ), τότε ο πατέρας αποκτά αυτοδικαίως όχι μόνο τη γονική μέριμνα, αλλά και την "άσκηση" αυτής. Εξάλλου, κατ' άρθρο 1532 ΑΚ, η "άσκηση" αυτή μπορεί να του αφαιρεθεί ολικά ή μερικά, χάριν του συμφέροντος του τέκνου, από το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει μία από τις αναφερόμενες σ' αυτό περιπτώσεις, έπειτα από αίτηση των πλησιεστέρων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, δυνάμενο στη συνέχεια να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτο ή να διορίσει επίτροπο.
Μία εκ των ως άνω περιπτώσεων είναι και εκείνη κατά την οποία ο πατέρας "δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί" στο λειτούργημά του για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1533 ΑΚ, η αφαίρεση του συνόλου της επιμελείας του προσώπου του τέκνου από τον πατέρα και η ανάθεσή της σε τρίτο, κατά προτίμηση σε συγγενικό πρόσωπο, διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν κριθεί απ' αυτό ότι άλλα μέτρα δεν επαρκούν για να αποτρέψουν το κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο τρίτος που είχε ορισθεί ως πλησιέστερος συγγενής, μετά το θάνατο της μητέρας του τέκνου  και πριν από κάθε αναγνώριση αυτού από τον πατέρα, επίτροπος (1589 ΑΚ) του τέκνου αυτού, ήτοι του τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, μπορεί (έχοντας ήδη την επιμέλεια του ανηλίκου κατ' άρθρο 1629 εδάφ. α ΑΚ, περιλαμβάνουσα, κατ' άρθρο 1630 εδάφ. α' ΑΚ, τα οριζόμενα στο άρθρο 1518 ΑΚ), να ζητήσει, χάριν του συμφέροντος του ανηλίκου, από το δικαστήριο να αφαιρέσει από τον πατέρα, ολικά ή μερικά, την αυτοδικαίως, κατά τα ανωτέρω, αποκτηθείσα άσκηση της γονικής μέριμνας, με τη συνδρομή μίας των παραπάνω περιπτώσεων και να αναθέσει στη συνέχεια σ' αυτόν (τρίτο), διατηρώντας αυτόν στην, ως έχει ήδη ως επίτροπος, επιμέλεια του τέκνου, ολικά ή μερικά, πράγμα που δύναται να ζητήσει ο τελευταίος και κατ' ένσταση, αποκρούοντας δηλαδή ως εναγόμενος σχετική αγωγή του πατέρα για παράδοση σ' αυτόν του ανηλίκου τέκνου. (βλ. σκεπτικό απόφασης 615/1996 Αρείου Πάγου, δημοσιευμένης στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ)
 

* Σημείωση: Σε περίπτωση αναγνώρισης του τέκνου, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας που όμως την ασκεί, αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513 ή αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους (όπως το άρθρο 1515 παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του Ν. 3719/2008) .  

 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/ 

Η χωρίς συναίνεση φωτογράφηση, κινηματογράφηση, μαγνητοφώνηση, αναπαραγωγή φωνής ή παρουσίαση της εικόνας προσώπου σε τρίτους


 
Ποινικό αδίκημα η αθέμιτη παρακολούθηση με τεχνικά μέσα ή αποτύπωση σε υλικό φορέα. Προσβολή προσωπικότητας της ενάγουσας από τον εναγόμενο, που την εξύβρισε και απείλησε, παρακολούθησε κινήσεις της, μαγνητοσκόπησε σκηνές από ερωτική τους συνεύρεση, κατέγραψε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της σε κασέτες διά ιδιωτικού ερευνητή (ντετέκτιβ) και προέβη σε παράνομη επεξεργασία προσωπικών της δεδομένων με χρήση βιντεοκασέτας και κασετών ήχου σε επιστολές του και εικονομηνύματα.


Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 299/2013 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, δημοσιευμένης στην τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ

«… Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοουμένη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 § 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η φωνή, η σφαίρα του απορρήτου κλπ) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητας (βλ. ΑΠ 385/2011 ΝοΒ 2011, 1213). Η εικόνα και η φωνή του προσώπου, αποτελούν έκφανση της προσωπικότητας. Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει, και γι’ αυτό η από άλλον, χωρίς τη συναίνεση του προσώπου, λήψη και αποτύπωση με φωτογράφηση, κινηματογράφηση ή κατ’ άλλον τρόπο της εικόνας του ή παρουσίαση της εικόνας σε τρίτους ή αναπαραγωγή ή διάδοση προς το κοινό είτε με έκθεση στην κοινή θέα είτε δια του εντύπου ή ηλεκτρονικού τύπου, αποτελεί καθεαυτή παράνομη προσβολή της προσωπικότητας και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του εικονιζομένου, όπως η τιμή του, με την κατά μειωτικό τρόπο εμφάνιση της φυσιογνωμίας του, ή το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του, με την εμφάνιση σκηνών από αυτήν. Αν όμως συμβεί το εικονιζόμενο πρόσωπο να εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που μειώνουν την τιμή και την υπόληψή του (όπως π.χ. γυμνό ή ημίγυμνο ή με κάποια σωματική μειονεξία κλπ) ή που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητας και η προσβολή είναι σημαντικότερη (βλ. ΑΠ 385/2011 ΝοΒ 2011, 1213, ΑΠ 1010/2002 ΝοΒ 2003, 248, ΑΠ 411/2002 Δνη 2002, 1693, ΕΔωδ 36/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕΘ 2/2006 Αρμ. 2006,23).

Εξάλλου, και η φωνή του προσώπου ως στοιχείο που εξατομικεύει το πρόσωπο προστατεύεται και αυτή από κάθε μαγνητοφώνηση και αναπαραγωγή της με οποιοδήποτε τεχνικό μέσο, χωρίς τη συναίνεση του ομιλούντος, είτε ως αυτοτελές αγαθό είτε στο πλαίσιο της προστασίας της σφαίρας του απορρήτου (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Γεν.Αρχ., Αστ.Δικ., εκδ. 3η § 12, αριθ. 10, σελ. 150). Η δε αθέμιτη παρακολούθηση με τεχνικά μέσα ή αποτύπωση σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας μεταξύ τρίτων ή αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης άλλου, συνιστά ποινικό αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370 Α § 2 του ΠΚ. Περαιτέρω, στις επί μέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας, εκτός από τη φυσική υπόσταση του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνεται η ζωή, η σωματική ακεραιότητα και η υγεία), την ψυχική υπόσταση, την ηθική υπόσταση (στην οποία περιλαμβάνεται κυρίως η τιμή, η υπόληψη και η αξιοπρέπεια), την ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας (στην οποία περιλαμβάνεται το δικαίωμα να διαθέτει κανείς τον εαυτό του κατά βούληση, η ελευθερία κίνησης, εγκατάστασης, επικοινωνίας κλπ), τα μέσα προσδιορισμού του προσώπου (στα οποία περιλαμβάνονται το όνομα, η εικόνα, η φωνή κλπ), τα προϊόντα της διανοίας και την σφαίρα του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, συγκαταλέγονται και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (βλ. Απ. Γεωργιάδη, οπ § 12, αριθ. 5-14, σελ. 147-151). Σύμφωνα με το άρθρο 2α του Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ως δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 § 1 του ιδίου νόμου οι διατάξεις τούτου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Ως αρχείο, κατά το εδ. ε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Ως επεξεργασία δε, κατά το εδ. δ του αυτού άρθρου 2 του ιδίου νόμου, νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διαδοχή ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. Τέλος, κατά το άρθρο 23 του νόμου αυτού, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσόν των 2.000.000 δρχ., εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσόν ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου εκδικάζονται κατά τα άρθρα 664-676 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ανεξάρτητα από τυχόν έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής ή τυχόν άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και από την αναστολή ή αναβολή της για οποιονδήποτε λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ζήτησε χρηματική ικανοποίηση, ύψους 200.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της εκ μέρους του εναγομένου, αναφέροντας πλείονες πράξεις προσβολής, τις οποίες αυτός διέπραξε υπαιτίως σε βάρος της. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε, όπως προεκτέθηκε, ότι αυτός την εξύβριζε, την απειλούσε, παρακολουθούσε τις κινήσεις της, παραβιάζοντας την ελευθερία της και το απόρρητο της ιδιωτικής της ζωής, χωρίς τη συναίνεσή της μαγνητοσκόπησε σκηνές από ερωτική τους συνεύρεση και τις κατέγραψε σε βιντεοκασέτα, της οποίας έκανε χρήση, αποστέλλοντας αποσπάσματα από τις μαγνητοσκοπημένες ερωτικές σκηνές, με εικονομηνύματα, στο κινητό της τηλέφωνο, και τέλος, ομοίως, χωρίς τη συναίνεσή της, παρακολουθούσε με ιδιωτικό ντετέκτιβ την τηλεφωνική της σύνδεση και κατέγραφε τις τηλεφωνικές της συνδιαλέξεις σε κασέτες ήχου, των οποίων έκανε χρήση, απομαγνητοφωνώντας τις συνδιαλέξεις, και αποσπάσματα τούτων παρέθεσε σε επιστολές που της απέστειλε. Επομένως, ανέφερε πράξεις προσβολής πλειόνων εκφάνσεων της προσωπικότητας της ενάγουσας και όχι μόνον παράνομη επεξεργασία των άνω δεδομένων προσωπικού της χαρακτήρα, στην οποία ο ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς της, προέβη, κάνοντας χρήση, καθ’ ον τρόπο προεκτέθηκε, της βιντεοκασέτας και των κασετών ήχου που απέκτησε με τις προεκτεθείσες παράνομες πράξεις της μαγνητοσκόπησης της ερωτικής τους συνεύρεσης και της παρακολούθησης της τηλεφωνικής της σύνδεσης, αντίστοιχα (δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις συνιστούν παράβαση του άρθρου 370 Α § 2 του ΚΠ και όχι παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται και τιμωρείται στο άρθρο 22 του Ν. 2472/1997, καθόσον προ της μαγνητοσκόπησης και μαγνητοφώνησης, αντίστοιχα τα επίμαχα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας δεν ήταν σε αρχείο, που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω ποινικού αδικήματος (βλ. και ΑΠ 2079/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 3202/2007 ΝΟΜΟΣ)…»

 
 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/
 

Ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων


 
Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή το δικαστήριο, που δικάζει την κύρια υπόθεση, δύναται ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον να ανακαλέσει την απόφαση αυτή, εφόσον επήλθε μεταβολή πραγμάτων, σε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην υπόθεση, που κρίθηκε, που δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της. Αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της ανακλητικής αίτησης και όχι να γίνεται επίκληση αυτών για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση του ασφαλιστικού μέτρου ή με το σημείωμα.(ΕΑ 4862/85 Ελλ.Δ 26/1181, ΜΠΑ18261/91 Δ24/383 Β.Βαθρακοκοίλη, αρθρ.696 αρ. 6,8,56).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 697 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο, μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο, που δικάζει την κύρια υπόθεση (ΜΠΘ. 1179/88 Αρχ.Ν.39/352), και κατ’ άλλη άποψη από το εκδώσαν την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο (Β.Βαθρακοκοίλη ΚΠολ.Δ. τ.Δ΄, 1996, κάτω από το άρθρο 697) καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, που αρχίζει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας από τη νομότυπη άσκηση της αγωγής και περατώνεται, μεταξύ άλλων, με την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη της στάσης της δίκης ενώπιον αυτού και με αυτοτελή ακόμα αίτηση και όχι μόνον κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, όπως απαιτείται στην περίπτωση μόνον, κατά την οποία πρόκειται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Με το ένδικο (κατ’ ουσίαν) αυτό βοήθημα, που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη δε φέρεται υπό την κρίση του δικαστηρίου της κύριας υπόθεσης η νομιμότητα του ασφαλιστικού μέτρου, που έχει διαταχθεί ή η ορθότητα της απόφασης, που το διέταξε αλλά μόνον η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος του.

Συγκεκριμένα, δεν προϋποτίθεται για το παραδεκτό της αίτησης η επίκληση της μεταβολής των πραγμάτων αλλά το δικαστήριο κρίνει βάσει των στοιχείων, που υπάρχουν στη δικογραφία της κύριας υπόθεσης, εφόσον το θέμα τεθεί υπόψη του και έτσι αποφασίζει όπως θα έκρινε, αν για πρώτη φορά καλούνταν να διατάξει τη λήψη ή όχι του ασφαλιστικού μέτρου (ΕΘ3308/2003 Αρμ. 2004, 252, ΕΑ 2360/2003 Ελλ.Δ. 44/992, ΜΠΡόδ.3364/2006 ΝΟΜΟΣ, ΜΠΡόδ. 1974/2004 ΝΟΜΟΣ).

 

 
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Διαζύγιο λόγω ενδοοικογενειακής βίας



Σύμφωνα με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1439 ΑΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», ορίζεται ότι, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης τεκμαίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος. Για την στοιχειοθέτηση του νέου τεκμηρίου πρέπει να έχει ασκηθεί βία από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Το δίκαιο δεν δίνει τον ορισμό της βίας, μόνο τη διακρίνει σε σωματική-απόλυτη και ψυχολογική. Στο πεδίο της ενδοοικογενειακής βίας εμπίπτουν και οι δύο μορφές όμως, είναι σαφές ότι πρόκειται κυρίως για πράξεις σωματικής βίας, ασκούμενης με κάθε νοητό τρόπο. Δεν αποκλείεται και συνδυασμός με ψυχικό βασανισμό. Όπως πάντως, επισημαίνει και η εισηγητική έκθεση (εισαγωγή) του ν. 3500/2006, στην ενδοοικογενειακή βία υπάγονται μόνο οι σοβαρότερες και οι απεχθέστερες πράξεις βίας (βλ. Σκορίνη-Παπαρηγοπούλου στον Απ. Γεωργιάδη-Μιχ.Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας, έκδοση 2007, τόμος VII, ανάλυση άρθρου 1439, αρ. 87-90, σελ. 441-442).

Παρατίθεται κατωτέρω απόσπασμα της υπ.αρ. 4302/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

«…Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα ιστορεί ότι στις … τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο … Αττικής, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις … στον Ιερό Ναό …, όπου και εγκαταστάθηκαν και συμβίωναν έως τον… του έτους …, οπότε και διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση λόγω ισχυρού κλονισμού εξαιτίας της άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας του εναγομένου συζύγου προς την ενάγουσα σύζυγό του. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί να κηρυχθεί λυμένος ο ως άνω γάμος της με τον εναγόμενο σύζυγό της, λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων, από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του τελευταίου, και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά της έξοδα. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα, η ως άνω αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως, καθ' ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 18 αρ. 1, 22 και 39 ΚΠολΔ), να δικάσει την υπόθεση, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (αρθ. 592 - 613 ΚΠολΔ). Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθ. 1438, 1439 παρ. 1 και 2 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τις φωτογραφίες, που η ενάγουσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να παραλειφθεί κανένα για την διάγνωση της παρούσας υπόθεσης, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στον Δήμο … στις …, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις ….. Ο γάμος τους αυτός ήταν ο δεύτερος για αμφότερους τους διαδίκους (βλ. την υπ' αριθμ. … ληξιαρχική πράξη γάμου του Ληξιαρχείου ….). Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, …  που γεννήθηκε στις …. (βλ. την υπ' αριθμ. … ληξιαρχική πράξη γέννησης του Ληξιαρχείου …). Από τον πρώτο γάμο τους η μεν ενάγουσα είχε αποκτήσει … Οι διάδικοι από την τέλεση του θρησκευτικού τους γάμου εγκαταστάθηκαν στη … σε διάφορες κατά καιρούς μισθωμένες οικίες, ήδη δε από τον Δεκέμβριο του έτους … διαμένουν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην …, μαζί με το ανήλικο τέκνο τους … και ... Από τα πρώτα χρόνια της κοινής τους διαμονής στην Θεσσαλονίκη, η συμβίωση μεταξύ των διαδίκων άρχισε να εμφανίζει προβλήματα, ο εναγόμενος παρουσίαζε συχνά βίαιες αντιδράσεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το αλκοόλ, απειλούσε, καθύβριζε και κτυπούσε την ενάγουσα και τον ανήλικο υιό της …., προξενώντας τους σωματικές βλάβες, λόγος για τον οποίο οδηγήθηκε πλείστες φορές, μετά από καταγγελία της ενάγουσας ή διάφορων γειτόνων, στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής και ακολούθως στον αρμόδιο Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης, ο οποίος άσκησε σε βάρος του εναγομένου ποινικές διώξεις για παράβαση του ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας» (βλ. την υπ' αρ. πρωτ…. απάντηση του Α.Τ. …. Θεσσαλονίκης). Η έγγαμη συμβίωση έχει ουσιαστικά διακοπεί και οι σχέσεις των διαδίκων-συζύγων είναι ιδιαίτερα τεταμένες λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς του εναγομένου, οπότε η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. καταθ. … αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αιτούμενη να της ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου της, ..., να της επιδικασθεί προσωρινά διατροφή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της και να διαταχθεί η μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική τους στέγη. Επί της ανωτέρω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία μεταξύ άλλων διατάχθηκε η μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική κατοικία επί της οδού … Από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης ο εναγόμενος έφυγε από τη συζυγική κατοικία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε άγνωστη διεύθυνση (βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος). Από τα παραπάνω τεκμαίρεται ότι οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του εναγομένου, ώστε βάσιμα, η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για την ενάγουσα. Πρέπει επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και να απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου…»

Πηγή: www.dsanet.gr



Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/

Παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων – Προσβολή προσωπικότητας


 
Σύμφωνα με την υπ.αρ  608/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, υπό την ισχύ των νέων διατάξεων περί διαζυγίου, οι οποίες καθιερώνουν ένα σύστημα διαζυγίου αντικειμενικού, όπου η υπαιτιότητα δεν έχει πια τη σημασία, που είχε και το διαζύγιο θεωρείται, ως ένα μέρος προασπίσεως του δικαιώματος κάθε συζύγου για προστασία της προσωπικότητάς του και ως τρόπος με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα και στους δύο συζύγους για απόπειρα δημιουργίας μιας άλλης οικογένειας επιτυχημένης, γίνεται γενικώς δεκτό ότι η παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία με την τεχνική σημασία του όρου και συνεπώς το άρθρο 932 ΑΚ, που αφορά χρηματική αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όταν η προσβολή της προσωπικότητας και η συνακόλουθη ηθική βλάβη προκαλείται από παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου, που προκαλείται αναπόφευκτα κάθε φορά, που εκδηλώνεται συμπεριφορά μη σύμφωνη με τις υποχρεώσεις της έγγαμης συμβιώσεως, δεν πρέπει αδιακρίτως να θεμελιώνει πέρα από το δικαίωμα για διαζύγιο και αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ. Ο σύζυγος, που έχει προσβληθεί έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λύση του γάμου. Όταν όμως οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το διαζευκτικό παράπτωμα είναι τέτοιες που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας, που συνεπάγεται για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Για την εν λόγω επιδίκαση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 59 ΑΚ, δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τοιαύτη, με την έννοια ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που η ανθρώπινη αντοχή υπερβαίνει τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση να αποδεικνύεται ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων ήταν πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και οδήγησαν στη μείωση της υπολήψεως και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του συζύγου σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα (βλ. ΑΠ 558/2006, ΑΠ 29/1999 Ελλ Δνη 40, 590, Εφ.Αθ 1664/2010 ΕλλΔνη 52,262, Πατεράκη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β΄ έκδ. 2001, σελ. 146, Κων/νου Παπαδόπουλου Αρωγής Οικογενειακού Δικαίου Τόμος Α1, σελ. 458, 459)
Πηγή: www.dsanet.gr

 

Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος
http://www.stefaniasouli.gr/prophil/